Αναρτήθηκε στις:30-04-26 16:12

Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Οι ήρωές μου, άνθρωποι από κάθε οικονομική και κοινωνική τάξη, αποτελούν όντως μια μικρογραφία της σημερινής κοινωνίας, μας αποκαλύπτει η συγγραφέας Ζέτα Κουντούρη.


Πως ξεκινάει η προετοιμασία της συγγραφής ενός βιβλίου;


Όσον αφορά την πεζογραφία που με αφορά, θα πρέπει να διακρίνουμε αν μιλάμε για βιβλίο με διηγήματα ή για ένα μυθιστόρημα. Στο διήγημα αρκεί ο συγγραφέας να ανταποκριθεί σε ένα εξωτερικό ερέθισμα που τον ελκύει για να ξεκινήσει να γράφει. Στο μυθιστόρημα για να ξεκινήσεις χρειάζεσαι πολύ περισσότερα στοιχεία. Έχω φίλους συγγραφείς, και πολύ καλούς μάλιστα, που όταν αρχίζουν να γράφουν, ακόμη και ένα μυθιστόρημα, όλη η αφήγηση είναι ήδη ολοκληρωμένη μέσα τους. Προσωπικά, μου συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ξεκινάω με κάποια ελάχιστα ερεθίσματα και, στη συνέχεια, είτε πρόκειται για διήγημα είτε για μυθιστόρημα, αφήνομαι χωρίς αντίσταση να με καθοδηγούν οι ήρωές μου. Φαίνεται πως επειδή τους εμπιστεύομαι μου το ανταποδίδουν, γι’ αυτό κι εγώ τους θυμάμαι πάντα με αγάπη και νοσταλγία.

Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί το βιβλίο «Πρέπει να βιαστώ», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ;


Ολοκληρώνοντας τις δεκατρείς ιστορίες της συλλογής μου Πρέπει να βιαστώ, αισθάνθηκα ότι ο συγκεκριμένος κύκλος ήταν έτοιμος για να κλείσει, και ό,τι άλλο έγραφα θα έπρεπε να ενταχθεί κάπου αλλού. Διαφορετικά φοβήθηκα ότι μπορεί να αδικούσα τόσο τις ιστορίες μου όσο και τον εαυτό μου.

Ο τίτλος «Πρέπει να βιαστώ» είναι συμβολικός ή δηλώνει κάτι κυριολεκτικά;


Το Πρέπει να βιαστώ είναι ο τίτλος ενός διηγήματος της συλλογής, και υπ’ αυτήν την έννοια μπορώ να πω ότι δηλώνει κάτι κυριολεκτικά. Ωστόσο λειτουργεί και συμβολικά, καθώς ο χρόνος όσο μεγαλώνουμε τρέχει αδυσώπητα και είναι πολλά αυτά που θέλει να κάνει κανείς, ή τουλάχιστον αυτά που θα ήθελα να κάνω εγώ, και αναρωτιέμαι –όπως ίσως και πολλοί άλλοι- αν θα προλάβω.

Τα διηγήματα αναφέρονται σε ανώνυμους ήρωες και δίνουν μια εικόνα της σημερινής κοινωνίας. Ποιες είναι οι βασικές παθογένειες της κοινωνίας μας;


Οι ήρωές μου, άνθρωποι από κάθε οικονομική και κοινωνική τάξη, αποτελούν όντως μια μικρογραφία της σημερινής κοινωνίας. Βασικές παθογένειες, αν κρίνουμε τουλάχιστον απ’ αυτούς, φαίνεται μεταξύ άλλων να είναι η κρίση αξιών, ο υπερκαταναλωτισμός, οι ψυχικές διαταραχές, η έλλειψη επικοινωνίας, η ενδοοικογενειακή βία κάθε μορφής και ένας γενικότερος αμοραλισμός, που δείχνει να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος.

Στο διήγημα «Το πάρτι» γράφετε για ένα κόσμο που δεν έχει στόχους, όνειρα και θέλει να κάνει επίδειξη με απρόβλεπτες εκπλήξεις. Που μπορεί να οδηγήσει αυτός ο τρόπος ζωής;


Ένας κόσμος, όπως αυτός που περιγράφεται στο «πάρτι», που δεν έχει όνειρα και στόχους και όπου κυριαρχούν η ματαιοδοξία και η παντελής έλλειψη ενσυναίσθησης μπορεί να οδηγήσει σε πολλές δυσάρεστες έως και ακραίες καταστάσεις, όπως στο συγκεκριμένο διήγημα, όπου η ηρωίδα αυτοκτονεί σε ψυχιατρική κλινική. Συνηθισμένες συνέπειες ενδέχεται να είναι τα διαζύγια και η διάλυση της οικογένειας, συχνά κρίσεις κατάθλιψης και, πάνω απ’ όλα, προβλήματα ανατροφής των παιδιών.

Στο ομότιτλο διήγημα «Πρέπει να βιαστώ», περιγράφετε μια γυναίκα που παλεύει με τις ανασφάλειές της και με σκέψεις που έχουν περάσει στο μυαλό της και θέλει να τις πραγματοποιήσει. Δεν υπάρχει όμως η αυτοκριτική και η συγκράτηση στο να κάνουμε υπερβολές;


Η συγκεκριμένη ηρωίδα –συγγραφέας στο επάγγελμα και ίσως γι’ αυτό τόσο ανασφαλής- διακατέχεται από έντονο θυμό, επειδή ο άντρας της την απατά με μια πολύ νεότερη γυναίκα. Θεωρητικά ασφαλώς και πρέπει να υπάρχει αυτοκριτική και αυτοσυγκράτηση, γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι τα εγκλήματα πάθους γίνονται κυρίως όταν δεν μπορούμε να επιβληθούμε στον εαυτό μας.

Οι ήρωες του βιβλίου παρά τα ελαττώματά τους είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας που μένουν σε διαμερίσματα σε χώρους που δεν έχουν επαφή με το φυσικό περιβάλλον. Τι θα συνέβαινε αν έβγαιναν έξω και περπατούσαν και συμμετείχαν στη ζωή με δραστηριότητες;


Γνωρίζουμε ότι τα περισσότερα εγκλήματα γίνονται από ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Και διπλανή πόρτα, στα διηγήματά μου, είναι πράγματι η πόρτα του διπλανού διαμερίσματος. Απαντώντας στην ερώτησή σας θα ήθελα να πιστεύω ότι αν οι ήρωές μου, που κατοικούν εγκλωβισμένοι σε διαμερίσματα, ζούσαν σε μεγαλύτερη επαφή με το φυσικό περιβάλλον, για παράδειγμα βγαίνοντας έξω να περπατήσουν ή συμμετέχοντας σε δραστηριότητες, όπως εύλογα αναφέρατε, και μάλιστα σε δραστηριότητες που να τους είναι ευχάριστες και εποικοδομητικές, πιθανόν να ήταν και λιγότερες οι δυσκολίες τους. Όπως λιγότερες θα ήταν ενδεχομένως και οι άνομες πράξεις τους.

Αν και η Ελλάδα έχει βγάλει σημαντικούς διηγηματογράφους οι εκδότες παραπονούνται ότι τα βιβλία με διηγήματα δεν είναι εμπορικά. Ποια είναι η γνώμη σας;


Η χώρα μας από το παρελθόν μέχρι σήμερα έχει αναδείξει εξαιρετικούς διηγηματογράφους, όπως Βιζυηνό, Βενέζη, Κονδυλάκη, Μυριβήλη Παπαδιαμάντη, Χατζή και πάμπολλους άλλους, και δεν θα αναφέρω σύγχρονους, για να μην αδικήσω κάποιον. Τα διηγήματά τους διαβάστηκαν, αγαπήθηκαν, ανθολογήθηκαν και πολλά απ’ αυτά διδάσκονται σήμερα στα σχολεία. Το γεγονός ότι ο σημερινός άνθρωπος, ταλαιπωρημένος από τα προβλήματα της καθημερινότητάς του, προσπαθεί να ξεφύγει μέσα από πιο εύκολα και εύπεπτα πολυσέλιδα αναγνώσματα, για παράδειγμα αισθηματικά ή αστυνομικά μυθιστορήματα, αποτελεί ίσως και την απάντηση σ’ αυτό που με ρωτάτε. Αυτό όμως δεν είναι λόγος, για έναν συγγραφέα που αγαπάει αυτό που κάνει, και νομίζω όλοι οι συγγραφείς αγαπούν τη δουλειά τους, να αποφύγει να γράψει διηγήματα, όταν έχει την επιθυμία και την ικανότητα να το κάνει. Ας μη γελιόμαστε, το διήγημα είναι κι αυτό ένα είδος πεζογραφίας με πολλές δυσκολίες.



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ