Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

Όσον αφορά την πεζογραφία που με αφορά, θα πρέπει να διακρίνουμε αν μιλάμε για βιβλίο με διηγήματα ή για ένα μυθιστόρημα. Στο διήγημα αρκεί ο συγγραφέας να ανταποκριθεί σε ένα εξωτερικό ερέθισμα που τον ελκύει για να ξεκινήσει να γράφει. Στο μυθιστόρημα για να ξεκινήσεις χρειάζεσαι πολύ περισσότερα στοιχεία. Έχω φίλους συγγραφείς, και πολύ καλούς μάλιστα, που όταν αρχίζουν να γράφουν, ακόμη και ένα μυθιστόρημα, όλη η αφήγηση είναι ήδη ολοκληρωμένη μέσα τους. Προσωπικά, μου συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ξεκινάω με κάποια ελάχιστα ερεθίσματα και, στη συνέχεια, είτε πρόκειται για διήγημα είτε για μυθιστόρημα, αφήνομαι χωρίς αντίσταση να με καθοδηγούν οι ήρωές μου. Φαίνεται πως επειδή τους εμπιστεύομαι μου το ανταποδίδουν, γι’ αυτό κι εγώ τους θυμάμαι πάντα με αγάπη και νοσταλγία.
Ολοκληρώνοντας τις δεκατρείς ιστορίες της συλλογής μου Πρέπει να βιαστώ, αισθάνθηκα ότι ο συγκεκριμένος κύκλος ήταν έτοιμος για να κλείσει, και ό,τι άλλο έγραφα θα έπρεπε να ενταχθεί κάπου αλλού. Διαφορετικά φοβήθηκα ότι μπορεί να αδικούσα τόσο τις ιστορίες μου όσο και τον εαυτό μου.
Το Πρέπει να βιαστώ είναι ο τίτλος ενός διηγήματος της συλλογής, και υπ’ αυτήν την έννοια μπορώ να πω ότι δηλώνει κάτι κυριολεκτικά. Ωστόσο λειτουργεί και συμβολικά, καθώς ο χρόνος όσο μεγαλώνουμε τρέχει αδυσώπητα και είναι πολλά αυτά που θέλει να κάνει κανείς, ή τουλάχιστον αυτά που θα ήθελα να κάνω εγώ, και αναρωτιέμαι –όπως ίσως και πολλοί άλλοι- αν θα προλάβω.
Οι ήρωές μου, άνθρωποι από κάθε οικονομική και κοινωνική τάξη, αποτελούν όντως μια μικρογραφία της σημερινής κοινωνίας. Βασικές παθογένειες, αν κρίνουμε τουλάχιστον απ’ αυτούς, φαίνεται μεταξύ άλλων να είναι η κρίση αξιών, ο υπερκαταναλωτισμός, οι ψυχικές διαταραχές, η έλλειψη επικοινωνίας, η ενδοοικογενειακή βία κάθε μορφής και ένας γενικότερος αμοραλισμός, που δείχνει να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος.
Ένας κόσμος, όπως αυτός που περιγράφεται στο «πάρτι», που δεν έχει όνειρα και στόχους και όπου κυριαρχούν η ματαιοδοξία και η παντελής έλλειψη ενσυναίσθησης μπορεί να οδηγήσει σε πολλές δυσάρεστες έως και ακραίες καταστάσεις, όπως στο συγκεκριμένο διήγημα, όπου η ηρωίδα αυτοκτονεί σε ψυχιατρική κλινική. Συνηθισμένες συνέπειες ενδέχεται να είναι τα διαζύγια και η διάλυση της οικογένειας, συχνά κρίσεις κατάθλιψης και, πάνω απ’ όλα, προβλήματα ανατροφής των παιδιών.
Η συγκεκριμένη ηρωίδα –συγγραφέας στο επάγγελμα και ίσως γι’ αυτό τόσο ανασφαλής- διακατέχεται από έντονο θυμό, επειδή ο άντρας της την απατά με μια πολύ νεότερη γυναίκα. Θεωρητικά ασφαλώς και πρέπει να υπάρχει αυτοκριτική και αυτοσυγκράτηση, γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι τα εγκλήματα πάθους γίνονται κυρίως όταν δεν μπορούμε να επιβληθούμε στον εαυτό μας.
Γνωρίζουμε ότι τα περισσότερα εγκλήματα γίνονται από ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Και διπλανή πόρτα, στα διηγήματά μου, είναι πράγματι η πόρτα του διπλανού διαμερίσματος. Απαντώντας στην ερώτησή σας θα ήθελα να πιστεύω ότι αν οι ήρωές μου, που κατοικούν εγκλωβισμένοι σε διαμερίσματα, ζούσαν σε μεγαλύτερη επαφή με το φυσικό περιβάλλον, για παράδειγμα βγαίνοντας έξω να περπατήσουν ή συμμετέχοντας σε δραστηριότητες, όπως εύλογα αναφέρατε, και μάλιστα σε δραστηριότητες που να τους είναι ευχάριστες και εποικοδομητικές, πιθανόν να ήταν και λιγότερες οι δυσκολίες τους. Όπως λιγότερες θα ήταν ενδεχομένως και οι άνομες πράξεις τους.
Η χώρα μας από το παρελθόν μέχρι σήμερα έχει αναδείξει εξαιρετικούς διηγηματογράφους, όπως Βιζυηνό, Βενέζη, Κονδυλάκη, Μυριβήλη Παπαδιαμάντη, Χατζή και πάμπολλους άλλους, και δεν θα αναφέρω σύγχρονους, για να μην αδικήσω κάποιον. Τα διηγήματά τους διαβάστηκαν, αγαπήθηκαν, ανθολογήθηκαν και πολλά απ’ αυτά διδάσκονται σήμερα στα σχολεία. Το γεγονός ότι ο σημερινός άνθρωπος, ταλαιπωρημένος από τα προβλήματα της καθημερινότητάς του, προσπαθεί να ξεφύγει μέσα από πιο εύκολα και εύπεπτα πολυσέλιδα αναγνώσματα, για παράδειγμα αισθηματικά ή αστυνομικά μυθιστορήματα, αποτελεί ίσως και την απάντηση σ’ αυτό που με ρωτάτε. Αυτό όμως δεν είναι λόγος, για έναν συγγραφέα που αγαπάει αυτό που κάνει, και νομίζω όλοι οι συγγραφείς αγαπούν τη δουλειά τους, να αποφύγει να γράψει διηγήματα, όταν έχει την επιθυμία και την ικανότητα να το κάνει. Ας μη γελιόμαστε, το διήγημα είναι κι αυτό ένα είδος πεζογραφίας με πολλές δυσκολίες.
