Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος
Δεν ευσταθεί η άποψη, που αιωρείται σκόπιμα ή άθελα κι από άγνοια από μερικούς ιστορικούς (ανιστόρητους) κύκλους ότι τάχα πριν από το 1821 δεν υπήρχε συγκροτημένη ελληνική εθνική συνείδηση, αλλά οι Ευρωπαίοι Διαφωτιστές μας παρακίνησαν στην υιοθέτηση μιας τέτοιας ταυτότητας συνειδητοποιώντας έτσι πως είμαστε Έλληνες. Θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε το αντίθετο, ότι δηλαδή η εθνική συνείδηση των Νεοελλήνων δεν διαμορφώθηκε μόλις λίγα χρόνια πριν από την έκρηξη της Παλιγγενεσίας του 1821:
Κατά την ομολογία διαπρεπών ιστορικών, Ελλήνων και ξένων, το Ελληνικό Έθνος με συνείδηση ενότητας υπάρχει από τα βάθη της αρχαιότητας του 8ου ή 9ου αιώνα πΧ με αρχές που διέπουν τους ήρωες στα Έπη του Ομήρου. Ξεκάθαρα το βλέπουμε αργότερα τον 5ο αιώνα πΧ που ο Ηρόδοτος καταγράφει: την κοινή καταγωγή, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα ομότροπα ήθη, ως συνδετικά στοιχεία που ένωναν τις ελληνικές πόλεις-κράτη. Αυτή η συνειδητοποίηση συνεχίζεται αμείωτη στο πέρασμα των ελληνιστικών χρόνων και μέσα στη βυζαντινή περίοδο, με αποκορύφωμα την απάντηση το 1250 μΧ του Αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Βατάτζη προς τον Πάπα Νικόλαο Θ’:
«Είμαστε το αρχαίο γένος των Ελλήνων, από το οποίο άνθισε η σοφία για όλο τον κόσμο» Το επιστέγασμα συμπληρώνοντας ταιριαστά την προηγούμενη αποκρυστάλλωση, αποτελεί το 1453 μΧ η τελευταία περιεκτική ομιλία σε νοήματα στη Βασιλεύουσα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου που ονομάζει την πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας,, Κωνσταντινούπολη «ελπίδα και χαρά πάντων των Ελλήνων».
Αργότερα στις αρχές του 18ου αιώνα μΧ από του άμβωνα ο φλογερός ιεροκήρυκας Ηλίας Μηνιάτης διατυπώνοντας μια καίρια ρητορική ερώτηση για το θέμα της εθνικής ομοφροσύνης λέγοντας: «Έως πότε το τρισάθλιο γένος των Ελλήνων έχει να ευρίσκεται εις τα δεσμά μιας ανυπόφερτου δουλείας;’. Εξάλλου οι όροι Έλλην, Γραικός και Ρωμηός χρησιμοποιούνται εναλλακτικά, ο καθένας σε αντικατάσταση του άλλου έχοντας παρεμφερή σημασία Γι’ αυτό παρατηρείται η χρησιμοποίηση και των τριών αυτών λέξεων προς υποδήλωση του Έθνους μας το 1619 από τον Ματθαίο Επίσκοπου Μυρέων σε ποίημά του που συνιστά θρήνο για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους.
Η «Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου», που ήταν το πιο προσφιλές ανάγνωσμα από το 1529 μέχρι το 1821 του δεινά σκλαβωμένου λαού μας που στενάζει κάτω απ’ τον βάναυσο τουρκικό ζυγό, ένωνε όλους τους υποδούλους-ραγιάδες κάτω απ’ το αξεπέραστο μεγαλείο των ευκλεών αρχαίων προγόνων. Επίσης ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος το 1708 στο έργο του «Φιλοθέου Πάρεργα» υπογραμμίζει αταλάντευτα ότι ανήκουμε στο γένος των «άγαν Ελλήνων», δηλαδή είμαστε καθαρόαιμοι απόγονοι, άμεση φύτρα-σπορά των Αρχαίων Ελλήνων.
Προς την κατεύθυνση μιας ανεπανάληπτης επίγνωσης για ασταμάτητη συνέχεια του Ελληνισμού, ακόμη και τα μαύρα χρόνια της αποπνικτικής σκλαβιάς, της Τουρκοκρατίας, οπότε τα λαϊκά στρώματα των Ελλήνων καραβοκύρηδων συμπλέοντας με τους κληρικούς και τους διανοούμενους, τοποθετούσαν στα πλοία τους, ως ακρόπρωρα τις μορφές των 000000Αρχαίων Ελλήνων.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι επί Τουρκοκρατίας οι Έλληνες, παρά την αντίθετη εξωτερική επίφαση ενός παμπόνηρου κατακτητικού, αναχρονιστικού κι οπισθοδρομικού κρατικού μηχανισμού, που ευρέως χρησιμοποιούσε τις μεθόδους της καταπίεσης και του εξαναγκασμού, καταδυναστεύονταν άγρια, στερημένοι εντελώς από δικαιώματα κι ελευθερίες. Οι μαρτυρίες αυτής της εποχής, που συνηγορούν υπέρ της προτεινόμενης εδώ ως παραδεκτής άποψης, είναι αναρίθμητες:
Ο Γάλλος Ιησουίτης περιηγητής Ρισάρ στα μέσα του 17ου αιώνα μΧ καταγράφοντας τις εντυπώσεις του που αποκόμισε από την επί τόπου επίσκεψη στην υπόδουλη Ελλάδα μεταξύ των άλλων, αναφέρει: «Να σκεφθεί κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστεί ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία…».
Για μια τέτοια δυσχερή κατάσταση κάνει λόγο, ακόμη κι ο Μουσουλμάνος περιηγητής του ίδιου αιώνα Εβλιγιά Τσελεμπή διατυπώνοντας με ενάργεια στις σημειώσεις του από την περιήγησή του, όπου περιγράφει βίαιους εξισλαμισμούς και παιδομάζωμα που συγκεκριμένα έλαβαν χώρα στη Βέροια και την Έδεσσα. Σχετικά με το παιδομάζωμα την αναφορά του επιβεβαιώνει και το δημοτικό μας τραγούδι, το οποίο εντοπίζει την προσοχή μας στον θρήνο των μανάδων, ως εξής: «Ανάθεμά σε, Βασιλιά (εννοεί τον Σουλτάνο) και τρισανάθεμά σε… να μάσεις παιδομάζωμα, να κάνεις Γενιτσάρους… πέρυσι πήραν τον γιόκα μου, φέτος τον αδελφό μου.»!
Την ίδια εποχή περίπου, γύρω στο 1760 στο ιστορικό του υπόμνημα, ο Ιωάννης Πρίγκος από το Πήλιο συμπεραίνει από την προηγηθείσα εξιστόρησή του: «Τέτοιος βάρβαρος άδικος είναι ο Τούρκος». Λίγο αργότερα, τον επόμενο 18ο αιώνα μΧ, στο ίδιο πλαίσιο με τους άλλους κι ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης καταγράφει μια ατέλειωτη σειρά από πληθώρα φρικτών βασανιστηρίων Χριστιανών που θανατώθηκαν κιόλας στο τέλος εξαιτίας της Χριστιανικής τους πίστης κι έτσι τουλάχιστον 87 περιπτώσεις απ’ αυτές ανέδειξαν αντίστοιχους Νεομάρτυρες.
Με το ίδιο πνεύμα μιας άθλιας μεταχείρισης των ραγιάδων εμφορείται κι ο υπασπιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Φωτάκος Χρυσανθόπουλος στα Απομνημονεύματά του για την Τουρκοκρατία. Σε αυτό το πόνημά του, αναφέρει ότι ο σκοταδισμός επεκτεινόταν και στην Εκπαίδευση, καθώς και κατά τον Διονύσιο Σολωμό, τον Εθνικό μας ποιητή όλα «τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά» Εδώ βλέπουμε να υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία για «κρυφό σχολείο», που οργάνωναν μορφωμένοι κληρικοί, επειδή τους όπλιζε με καχυποψία η τραχύτητα της τουρκικής συμπεριφοράς.
Ακόμη ας τονιστεί ως αναμφισβήτητο γεγονός ότι στους κλέφτες η ιδιότητά τους που τους χαρακτηρίζει ως φυγόδικους εγκληματίες του αυθαίρετου κι αυταρχικού νόμου του Ανατολίτη κατακτητή που τους ήθελε υποταγμένους στα καπρίτσια και τα παράξενα κι ιδιότροπα γούστα του, τους ανεδείκνυε με τα ανδραγαθήματά τους, σε εθνικούς ήρωες και επίζηλα πρότυπα αγωνιστών, ενταγμένους στην αντίσταση κατά των βάρβαρων κι απολίτιστων Τούρκων. Νομιμοποιούνταν ακόμη και στο πρώτο γνώρισμά τους, όταν έβλεπαν τουρκικές ωμότητες να διαδραματίζονται μπροστά τους κι εναντίον οικείων τους προσώπων, οπότε η αγανάκτηση ήταν φυσιολογική και δεν μπορούσε να τους αφήνει αδιάφορους και παθητικούς θεατές, γιατί το αίμα τους έβραζε μέσα τους από τον διακαή πόθο της ελευθερίας.
Άλλωστε, οι ανυπόστατες και καμιά φορά τραγελαφικές κατηγορίες, που τους βάρυναν, με ανύπαρκτες αποδείξεις και στημένες μαρτυρίες Τούρκων ή Τουρκόφιλων προδοτών-δοσίλογων σε δικαστήρια αντικανονικής σύνθεσης, που είχαν ως γνώμονα την υποστήριξη του αλλοπρόσαλλου Οθωμανικού συμφέροντος και της Μουσουλμανικής θρησκείας και χρησιμοποιούσαν ως μέτρο κρίσης την ιδιοτέλεια και την αδικία, τους καταξίωναν και τους ανέβαζαν πολύ ψηλά στην εκτίμηση και την υπόληψη των ομοεθνών τους.
Ο πρώτος ήρωας της παλλαϊκής Ελληνικής Επανάστασης, ο γέρος του Μωρηά, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μεγαλωμένος από τα σπάργανά του μέσα στις κακουχίες, τις αντιξοότητες, αλλά και τα οράματα αισιοδοξίας που ανέδυε το κλίμα της κλεφτουριάς, με παραστατικά λόγια εξηγεί την εθνική τοποθέτηση και συνειδητοποίηση των κλεφτών, απευθυνόμενος στον Άγγλο ναύαρχο Χάμιλτον: «Οι κλέφτες κι οι αρματολοί πάνω στα βουνά είναι η φρουρά του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (τελευταίου Βυζαντινού μας Αυτοκράτορα), η οποία συνεχίζει ακόμη να πολεμάει».
Τα βαθύτερα αίτια της εν λόγω Ελληνικής Επανάστασης δεν ήταν οικονομικά, όπως συνήθως συμβαίνει στους επεκτατικούς κι εξωτερικούς πολέμους, αλλά αποτέλεσμα της δίψας της επί χρόνια καταπιεσμένης ελληνικής ψυχής για ελευθερία, για αποτίναξη του βαρύ ζυγού της υποδούλωσης, δηλαδή επιτακτικοί εθνικοί λόγοι ανασύνταξης του Έθνους μας. Η οικονομική δυσπραγία των Ελλήνων απ’ το άκαμπτο, ανελεύθερο και παρασιτικό καθεστώς της Τουρκοκρατίας, παρόλο που ήταν ευνόητη, εντούτοις βρήκε έστω σκολιούς διόδους για να ελίσσεται, όπως στο Πήλιο, τα Αμπελάκια και την Αργυρούπολη, γι’ αυτό έπεφτε σε δευτερεύουσα μοίρα, ως βασικός λόγος Εθνεγερσίας.
Το αντίθετο προς αυτή την τελευταία διαπίστωσή μας, με μονομερή ερμηνεία, καθιέρωσαν κάποτε οι Έλληνες μαρξιστές, αλλά οι ίδιοι το απέσυραν αργότερα, το 1981, στο συνέδριο του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών, οπότε συμβάδισαν με την άποψη που εκθέτουμε παραπάνω, ως προς τα αίτια της Εξέγερσης κατά των Τούρκων. Αυτή η γνώμη του παρόντος πονήματος συμφωνεί πλήρως με την αντίστοιχη που εκφέρουν οι αγωνιστές της Παλιγγενεσίας. Έτσι τον Φεβρουάριο του 1821 ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, μπροστάρης στον Αγώνα του Έθνους μας διακήρυξε: «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδας» συμπυκνώνοντας τα ιδανικά που καταγράφουν το στερεότυπο της Φυλής μας. Με το ίδιο πνεύμα διαπνεόταν κι η προκήρυξη του Αθανασίου Διάκου, σύμφωνα με δημοσίευση μιας ιταλικής εφημερίδας της Τεργέστης, λέγοντας: «Αγωνιζόμαστε για τον Χριστό και τον Λεωνίδα» έχοντας γνώρισμα την αυταπάρνηση και την θυσία.
