Αναρτήθηκε στις:23-12-16 12:40

Οι ομιλίες στην εκδήλωση για την διατροφή που πραγματοποιήθηκε στον Άγιο Μάξιμο


Σοφία Δ. Ζιώβα, διαιτολόγος - διατροφολόγος

«Στη ζωή υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων: οι αισιόδοξοι και οι απαισιόδοξοι. Οι απαισιόδοξοι έχουν συνήθως δίκιο. Αν όμως η ανθρωπότητα έφτασε ως εδώ, αυτό το χρωστάει στους αισιόδοξους» (Karl Popper, Αγγλοαυστριακός επιστημολόγος).

Ζούμε σε μια εποχή δύσκολη. Είναι γεγονός. Η χώρα μας διανύει μία κρίσιμη περίοδο που ήδη αποτελεί ιστορία, με όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό σε διάφορους τομείς της ζωής μας, συμπεριλαμβανομένης και της διατροφής μας. Κι ενώ θα περίμενε κανείς η οικονομική κρίση να μας αδυνατίσει, τελικά μάλλον μας οδηγεί προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Εν μέσω οικονομικού αναβρασμού, το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού, για να μειώσει τα έξοδα από τον οικογενειακό του προϋπολογισμό, μειώνει τα ποσά που ξοδεύει στη διατροφή του, ενώ μικρότερο είναι το ποσοστό που έχει περιορίσει τις εξόδους για φαγητό και έχει επιστρέψει στη συνήθεια του σπιτικού φαγητού.

Κυρίως όμως παρατηρείται η έντονη στροφή προς την κατανάλωση γρήγορου φθηνού φαγητού (πλούσιο σε ζάχαρη, αλάτι και κορεσμένα λιπαρά), που σε συνδυασμό με το μειωμένο επίπεδο σωματικής δραστηριότητας έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της πιθανότητας εμφάνισης παχυσαρκίας, διαβήτη, υπέρτασης, καρδιαγγειακών προβλημάτων κ.α.

Ο λόγος…

Λένε ότι οι μεσογειακοί λαοί, λόγω κρίσης, δεν έχουν πια χρήματα να διαθέσουν για να ακολουθούν την γνωστή παραδοσιακή διατροφή τους. Είναι όμως αυτή η αλήθεια; Μήπως το πρόχειρο φαγητό δεν είναι πραγματικά φθηνότερο, αλλά επικρατεί η λανθασμένη εντύπωση ότι είναι φθηνότερο; Δυστυχώς, δεν είναι τόσο θέμα χρημάτων, όσο θέμα εκπαίδευσης και σωστής πληροφόρησης. Η βιομηχανία τροφίμων έχει γίνει πια μια σημαντική πηγή διατροφικών πληροφοριών. Έχοντας αυτό υπόψη μας, δεν είναι να απορεί κανείς, που πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι χρειάζονται ειδικές μπάρες δημητριακών (π.χ. για πρωινό ή δεκατιανό), αντί για φρούτα ή παξιμαδάκια / ψωμί και τυρί.

Συμβουλές για σωστή διαχείριση

Δεν πάμε ποτέ πεινασμένοι για ψώνια. Προγραμματίζουμε το μενού της εβδομάδας και φτιάχνουμε λίστα με τα τρόφιμα που πραγματικά χρειαζόμαστε και δεν αγοράζουμε τίποτα περιττό.

Προτιμάμε τα φρούτα και τα λαχανικά εποχής γιατί είναι πιο πλούσια σε θρεπτικά συστατικά. Ωστόσο και τα κατεψυγμένα τρόφιμα είναι μια εναλλακτική προκειμένου να μην παραλείψουμε εντελώς κάποια ομάδα.

Δεν πετάμε μαγειρεμένο φαγητό. Μπορούμε να το καταναλώσουμε την επόμενη μέρα με άλλους τρόπους.

Μειώνουμε την κατανάλωση επεξεργασμένων βιομηχανοποιημένων τροφίμων (πατατάκια, γαριδάκια, σοκολάτες).

Καλλιεργούμε. Αν υπάρχει η δυνατότητα και ο χώρος, καλό είναι να φυτέψουμε λαχανικά και φρούτα στον κήπο μας, μειώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο στο ελάχιστο το κόστος και κάνοντας έτσι και έξτρα φυσική δραστηριότητα.

Προτιμάμε το νερό από τα αναψυκτικά.

Αποφεύγουμε το γρήγορο και πρόχειρο φαγητό, που ενδεχομένως είναι κατώτερης ποιότητας.

Καταναλώνουμε ελαιόλαδο ως το κύριο λίπος σε όλα τα φαγητά.

Προτιμάμε προϊόντα που περιέχουν ολικής αλέσεως δημητριακά, όπως ολικής αλέσεως ψωμί, δημητριακά πρωινού, ζυμαρικά και καστανό ρύζι.

Καταναλώνουμε ψάρι και όσπρια τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα.

Καταναλώνουμε γαλακτοκομικά προϊόντα σε καθημερινή βάση.

Συμπερασματικά, αυτό που χρειάζεται, είναι η σωστή ενημέρωση και διατροφική εκπαίδευση του πληθυσμού, προκειμένου να αλλάξει αυτή η καταναλωτική συμπεριφορά, ευνοώντας έτσι την υγεία του, τη ζυγαριά του και το πορτοφόλι του.


Βασιλική Λιόντου, παιδοδοντίατρος

Άμεσες συνέπειες των αυξημένων ποσοστών ανεργίας και της μείωσης του οικογενειακού εισοδήματος που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια στα ελληνικά νοικοκυριά, είναι η περιορισμένη αναζήτηση ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας και η υιοθέτηση ανθυγιεινών συνηθειών και τρόπου ζωής με αυξημένη κατανάλωση τροφών υψηλής θερμιδικής και χαμηλής θρεπτικής αξίας.

Η χώρα μας τα τελευταία χρόνια κατατάσσεται στις χαμηλότερες θέσεις της Ευρώπης όσον, αφορά στους δείκτες στοματικής υγείας, ενώ από πρόσφατη μελέτη της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας διαπιστώνεται πως το 86,8% των 5/χρονων Ελληνόπουλων έχει αθεράπευτες τερηδονικές βλάβες. Τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με τη μείωση των δημοσίων δαπανών υγείας από 16,1 δις το 2009 στα 8,74 δις το 2015 (πηγή: ΟΟΣΑ, ΕΛΣΤΑΤ 2016), αναδεικνύουν τα αυξημένα ποσοστά εμφάνισης οδοντικών νόσων (τερηδόνα, περιοδοντικές νόσοι) σε παιδιά και ενήλικες επηρεάζοντας την ποιότητα ζωής τους, την καθημερινές τους δραστηριότητες αλλά και την ανάπτυξη των παιδιών.

Επειδή η πρόληψη είναι προτιμότερη από τη θεραπεία και λόγω του ότι οι νόσοι του στόματος μπορούν σε μεγάλο βαθμό να προληφθούν, είναι ιδιαίτερα σημαντική η συντονισμένη δράση της κοινωνίας και των επαγγελμάτων υγείας για την εφαρμογή προγραμμάτων αγωγής γενικής και στοματικής υγείας που θα έχουν ως στόχο την ενημέρωση του κοινού για νόσους που θεωρούνται πλέον από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) ως πανδημία. Τα προγράμματα αυτά θα πρέπει να ενημερώνουν το ευρύ κοινό για την αιτιολογία αυτών των καταστάσεων, την πρόληψη, τη θεραπεία τους και τις συνέπειες αυτών.


Θεόδωρος Σερέτης, χειρούργος οδοντίατρος

Η σχέση της διατροφής με την υγεία των ατόμων επισημαίνεται πρώτη φορά την εποχή του Ιπποκράτη το 480 πΧ. Η πρώτη επιδημιολογική μελέτη έγινε στην Ινδία και σε αυτή διαπιστώθηκε η αυξημένη συχνότητα εμφάνισης της περιοδοντικής νόσου σε άτομα με μειωμένη πρόσληψη Βιταμίνης Α. Η περιοδοντική νόσος είναι μια χρόνια βακτηριακή φλεγμονή που προσβάλλει τα ούλα και το οστό που υποστηρίζουν τα δόντια στις γνάθους, οδηγώντας στην απώλεια τους. Διατροφή με ελλείμματα σε μικροθρεπτικές και μακροθρεπτικές ουσίες όπως βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, αποτελεί αφορμή ταχύτερης ανάπτυξης της περιοδοντικής νόσου κυρίως σε άτομα με πλημμελή στοματική υγιεινή. Συχνές επισκέψεις στον οδοντίατρο για προληπτικό έλεγχο και ταυτόχρονα μια ισορροπημένη διατροφή μπορούν να εγγυηθούν ένα υγιές χαμόγελο!


Πύρρος Παπακώστας, MSc, διαιτολόγος - διατροφολόγος, υπεύθυνο της ειδικότητας της Διαιτολογίας στο ΙΕΚ ΔΕΛΤΑ

Σωστή διατροφή στην κρίση;

Η οικονομική κρίση έχει συμβάλει στην αλλαγή πολλών συνηθειών μας, ανάμεσά τους και των διατροφικών. Ορισμένοι παράγοντες που έχουν αλλάξει αυτά τα χρόνια οδηγώντας και στην αλλαγή των διατροφικών μας συνηθειών είναι οι ώρες εργασίας, οι οικονομικές απαιτήσεις, η αλλαγή στην ψυχολογία και η περιορισμένη αγοραστική ικανότητα που έχουν ωθήσει πολλά νοικοκυριά να καλύπτουν τις βασικές τους αυτές ανάγκες με έναν χαμηλότερο προϋπολογισμό.

Σύμφωνα με αναλύσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων οδηγούν σε αλλαγές τόσο στην ποσότητα, όσο και στο είδος των τροφίμων που αγοράζονται. Και ενώ κανείς θα περίμενε αυτή η κατάσταση να οδηγήσει σε μείωση της ποσότητας του φαγητού που καταναλώνεται, παρατηρείται το αντίθετο φαινόμενο. Οδηγούμαστε κυρίως σε υποκατάσταση των ακριβότερων τροφίμων με άλλα οικονομικότερα προϊόντα χαμηλότερης θρεπτικής αξίας, και αντί να αυξάνονται τα κρούσματα υποσιτισμού και μείωσης βάρους, αντίθετα προκειμένου να καλυφτούν οι ενεργειακές ανάγκες οι άνθρωποι καταφεύγουν σε τρόφιμα πλούσια σε λίπος και επεξεργασμένους υδατάνθρακες και φτωχά σε βιταμίνες και ανόργανα στοιχεία. Δηλαδή σε τρόφιμα αυξημένης ενεργειακής αξίας μειωμένης όμως θρεπτικής αξίας. Έτσι η διατροφή, παύει να είναι ποιοτική. Δεν ενισχύεται ο οργανισμός από βιταμίνες και ιχνοστοιχεία. Προκαλείται αύξηση των ποσοστών εμφάνισης της παχυσαρκίας. Αύξηση των ποσοστών εμφάνισης των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Αύξηση των ποσοστών εμφάνισης του σακχαρώδους διαβήτη και παθήσεις σχετιζόμενες με τις ελλείψεις βιταμινών και ιχνοστοιχείων. Στην ουσία η οικονομική στενότητα μας οδηγεί σε ανθυγιεινές συνήθειες όπως είναι η μείωση κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών, η μείωση κατανάλωσης ψαριού επειδή θεωρείται ακριβό, η αύξηση κατανάλωσης συσκευασμένων τροφίμων που είναι πλούσια σε ζάχαρη και λιπαρά, η αύξηση κατανάλωσης γρήγορου και φτηνού φαγητού, η αύξηση κατανάλωσης γλυκών και σοκολάτας και γενικά σε οικονομικότερες επιλογές τροφίμων που ενδεχομένως είναι κατώτερης ποιότητας. Και παράλληλα σε μείωση της φυσικής δραστηριότητας.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος, εντοπίζεται για ακόμη μια φορά στην παραδοσιακή Μεσογειακή διατροφή. Τα τελευταία χρόνια της κρίσης όπως προκύπτει από έρευνα του ΚΕΠΚΑ το 2016 η οποία συγκρίνεται με αντίστοιχη του 2011, παρατηρήθηκε: Αύξηση της κατανάλωσης των γευμάτων στο σπίτι. Στροφή σε πιο υγιεινή διατροφή. Περιορισμός στα ταχυφαγεία. Περιορισμός του κόκκινου κρέατος. Γεγονός το οποίο ωθεί στο συμπέρασμα ότι η κρίση οδηγεί τους καταναλωτές σε επιστροφή των διατροφικών τους συνηθειών προς την Μεσογειακή διατροφή. Αναλυτικότερα: Βελτιώθηκε η συχνότητα λήψης γευμάτων (από 2,5 το 2011 σε 3,5 γεύματα την ημέρα). Αυξήθηκε το ποσοστό εκείνων που δεν καταναλώνουν κανένα γεύμα εκτός σπιτιού (από 25,28% σε 39,70%). Μειώθηκε το ποσοστό των καταναλωτών που γευματίζουν 1 φορά την εβδομάδα εκτός σπιτιού (από 37,60% σε 31,00%). Μειώθηκε το ποσοστό των καταναλωτών που γευματίζουν συχνά (2 - 4 φορές την εβδομάδα) εκτός σπιτιού (από 28,32% σε 24,20%). Αυξήθηκαν οι καταναλωτές που δεν τρώνε σε ταχυφαγεία (από 48,96% σε 60,08%). Το ψωμί, τα λαχανικά, και τα φρούτα έχουν μπει σχεδόν καθημερινά στο τραπέζι των καταναλωτών. Τα κόκκινα κρέατα, οι τηγανιτές πατάτες και τα αναψυκτικά έχουν περιοριστεί σε μια φορά την εβδομάδα. Τα όσπρια, τα ζυμαρικά, το κοτόπουλο, τα αυγά και το γάλα καταναλώνονται αρκετές φορές την εβδομάδα.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ