Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος
Όσο αφοράει την αισιοδοξία, μετά πεποιθήσεως προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για μια αποκλειστική και συνάμα χαρακτηριστική ιδιότητα ενός Χριστιανού. Στην αντίθετη περίπτωση, η απαισιοδοξία είναι γνώρισμα ενός ανειλικρινούς που αυτοαποκαλείται ως Χριστιανός.
Λοιπόν η αισιοδοξία είναι καθολικό ιδίωμα και τρόπος συμπεριφοράς των Χριστιανών, καθώς ο Χριστιανισμός αποτελεί το μέγιστο και πανύψηλο προπύργιο του κάστρου της αισιοδοξίας, χωρίς στην τελευταία να υπάρχει στίγμα ματαιότητας. Κυρίως χαρακτηρίζουν τον Χριστιανισμό, τρία αναπόσπαστα στοιχεία, ήτοι η πίστη, η ελπίδα κι η αγάπη.
Αν αναλυθεί η ουσία της αισιοδοξίας, θα διαπιστωθεί ότι συναποτελείται από τη συνδρομή και σύμπραξη αυτών των τριών στοιχείων. Με άλλα λόγια, η πίστη στον Τριαδικό Θεό, ως ομοούσιους Πατέρα, Υιό κι Άγιο Πνεύμα, η ελπίδα για την Θεία και θαυματουργική Του επέμβαση προς ίαση σώματος, ψυχής και πνεύματος, χαρίζοντάς μας την πολυπόθητη αυτονομία, αυτοδυναμία κι υλοποίηση της ελευθερίας βούλησης κι η αγάπη μας προς τον πλησίον, τον Θεό και τα έργα τους, συνθέτουν από κοινού την αισιοδοξία.
Με αυτήν την τελευταία αρετή μπορούμε να σωθούμε, να προχωρήσουμε δηλαδή όχι μόνον σε βελτίωση, αλλά και σε θεραπεία. Η έλλειψή της δηλώνει απουσία πίστης κι εξομοίωσή μας έτσι με τα ζώα, ενώ επεκτείνεται κι επιδεινώνεται η αναπηρία μας. Ακόμη κι ο αρτιμελής που στερείται αισιοδοξίας, δεν διαφέρει από τον πραγματικό ανάπηρο.
Ο Θεός που είναι η αληθινή αγάπη προς όλους τους ανθρώπους, δεν επιτρέπει το βάρος του πόνου μας να υπερβαίνει την αντοχή των αδύναμων ώμων μας, ενώ τα πάντα έπλασε με σοφία, από την οποία κάθε παρέκκλιση επιβεβαιώνει τον ακατάληπτο απώτερο σκοπό Του.
Στο πρόσωπο του αισιόδοξου κάθε μέρα πέφτουν οι ζωογόνες ακτίνες του ηλίου που θάλπουν, ζεσταίνουν και φωτίζουν την ψυχή, ενώ ο απαισιόδοξος μένει έρημος απ’ τον ήλιο, με αποτέλεσμα η ψυχή του να είναι άγρια, κρύα και σκοτεινή, παρόλο που ο Κύριος ενδιαφέρεται περισσότερο για την ψυχή μας, το πιο πολύτιμο μέρος της ψυχοσωματικής ολότητας του ανθρώπου.
Ο πρώτος καθημερινά απολαμβάνει το κελάηδημα των πουλιών, το πράσινο χρώμα της φύσης, τα πολύχρωμα λουλούδια του αγρού, ενώ ο δεύτερος δεν βλέπει τα θετικά, αλλά τα αρνητικά, τις αντιξοότητες κι αποστρέφεται τη βρωμιά του σκουπιδότοπου. Η πρόοδος της οικουμένης κι η παραμικρή δημιουργία θέλει τόλμη κι αποφασιστικότητα, που συνοδεύουν τ
Ειδικά το άτομο με αναπηρίες, που κατεξοχήν αντιμετωπίζει τον κίνδυνο οι ποικίλες δυσκολίες του να γίνουν ανυπέρβλητες κι αγεφύρωτες, δεν μπορεί να λιμνάζει εκεί, αλλά να στηρίζει την διέξοδό του στην αγάπη του Χριστού. Ας ατενίσει τον κόσμο μας την ημέρα, ας δει ψηλά στον ουρανό τη νύχτα, με ακράδαντη πίστη στον Θεό, στον Δημιουργό του παντός, τον Πλάστη του κόσμου.
Η σκέψη αυτή ας γίνει η βάση, στην οποία στηρίζεται η αισιοδοξία μας, εφόσον κάθε σπόρος αφού πρώτα σαπίσει, τότε βλαστάνει και βγάζει υπέροχα λουλούδια κι εύγευστους καρπούς. Το θάνατο δεν τον φοβούμαστε, αλλά με αυτόν εμείς οι Χριστιανοί σαπίζουμε, για να ανθίσουμε στην άλλη ζωή, επειδή ακριβώς είμαστε παιδιά ενός αθάνατου Πατέρα, την εικόνα του οποίου φέρουμε κι από την οποία κι εμείς αντλούμε την αθανασία.
Λοιπόν, εύλογη είναι η απορία μας για το τι είδους άραγε Πατέρας θα ήταν αυτός που δεν θα δημιουργούσε παιδιά, όμοια μ’ Αυτόν; Ποιος Πατέρας θα ζούσε αμέτρητα χρόνια κι οι γιοι του δεν θα μετρούσαν πάνω από εκατό χρόνια; Ας είμαστε επομένως αισιόδοξοι, επειδή κανείς δίκαιος δεν θα πάει στην κόλαση κι ούτε ένας αμαρτωλός που δεν έχει μετανιώσει, στον παράδεισο.
Δηλαδή ο ανάπηρος Χριστιανός ακολουθεί την τύχη του ανθρώπου που φέρει την δεύτερη ιδιότητα, κατά την οποία χρειάζεται να προϋπάρξει η εισχώρηση του παραδείσου μέσα μας. Ασφαλώς στην κόλαση οδηγείται, όχι ο ανάπηρος που υπακούει στον Θεό κι άλλωστε έχει δοκιμαστεί στο μέτρο που κρίνει ο Κύριος, αλλά μόνον όποιος την έχει ήδη από τη γη, μέσα στην ψυχή του.
Απ’ την άλλη μεριά, ο παράδεισος είναι αιώνια χαρά κι ευτυχία, καθώς και θέα του Θεού και θεϊκή ανύψωση, ενώ η κόλαση είναι διαρκής πειρασμική στενοχώρια, στην οποία κατατάσσεται από τον άτεγκτο Δικαιοκρίτη Θεό η συνείδηση που είναι γεμάτη ενοχές και τύψεις. Η τιμωρία των αμαρτωλών, αν κι εδώ συνίσταται σε πρωτόγνωρη παίδευση, η οποία συνέχεται από την απέραντη αγάπη του Θεού, σε συνδυασμό με την απόλυτη δικαιοσύνη Του, ως κι η ανταμοιβή των δικαίων είναι πέρα για πέρα καταληπτοί μαθηματικοί νόμοι της οικουμένης, μάλιστα στον υψηλότερο βαθμό.
Ας είμαστε αισιόδοξοι ακόμη κι απ’ το κρεβάτι του πόνου κι απ’ την καθήλωσή μας στο αναπηρικό αμαξίδιο κι όταν η βλάβη που υφιστάμεθα, είναι ανυπόφορη, γιατί η ζημιά μας δεν είναι ποτέ άστοχη κι ούτε γίνεται χωρίς λόγο, τον οποίο το πεπερασμένο μας μυαλό αδυνατεί να τον συλλάβει. Τα βάσανά μας εδώ κάτω στην πρόσκαιρη ζωή, ξεφεύγουν απ’ την συνηθισμένη αντίληψη του μειονεκτήματος και μετατρέπονται εκεί στην άλλη ζωή σε πλεονέκτημα, ενώ δεν παύουν να είναι σημαντικός παράγοντας στην πορεία της ανθρωπότητας.
Οι κακουχίες, οι στερήσεις, οι θλίψεις, οι πόνοι, οι αδυναμίες θέλουν υπομονή, καθώς θα πάρει έπαθλο «ο υπομείνας εις τέλος», αφού μετουσιώνονται σε έναν μεγάλο μισθό, με τον οποίο πληρώνουμε επαρκώς το εισιτήριο για να εισέλθουμε στον τόπο της φωταγωγίας με πολλούς ήλιους, τον οποίο έχει ετοιμάσει προ πολλού η μοναδική Πρόνοια του Θεού.
