Αναρτήθηκε στις:06-12-16 12:16

Η βυζαντινή τέχνη στην Άρτα - Η ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑ


Γράφει ο Νικόλαος Αλ. Στούμπος

Κατά την υστεροβυζαντινή εποχή (1204 - 1453), παρά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και την χωρίς προηγούμενο μανία λαφυραγώγησης και καταστροφής λαμπρών μνημείων και έργων τέχνης της πρωτεύουσας, η πολιτιστική ενότητα της Αυτοκρατορίας θα διατηρηθεί στα υπό φραγκική κατοχή εδάφη της και πιο πολύ στα νεοϊδρυθέντα ελληνικά κράτη της Νίκαιας, της Τραπεζούντας και της Ηπείρου.

Μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, το 1261, από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, η ετοιμόρροπη Αυτοκρατορία, παρά τις εξωτερικές και τις εσωτερικές αντιξοότητες, την οικονομική κατάρρευση και παρά τις ατέλειωτες δοκιμασίες του ορθόδοξου κόσμου, γνώρισε όχι μόνο μια υψηλού επιπέδου πνευματική ζωή, στην οποία άρχισε να διαφαίνεται μια προσπάθεια διαμόρφωσης εθνικής συνείδησης (Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων), αλλά και μια καλλιτεχνική δραστηριότητα που τη διέκρινε η υψηλή έμπνευση, ο αυστηρός χαρακτήρας και οι μεταφυσικές προεκτάσεις.

Η υψηλή τέχνη κατά την Παλαιολόγεια Εποχή (1261 - 1453) στηρίχθηκε σε μια προσεκτική επιλογή και σε μια ανασύνθεση παραδοσιακών στοιχείων για να καλυφθούν οι πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις των ανθρώπων αυτής της τόσο κρίσιμης ιστορικής περιόδου. Τα ελληνιστικά διακοσμητικά στοιχεία επανεμφανίστηκαν και πλαισίωσαν τις θρησκευτικές σκηνές όχι μόνο στις τοιχογραφίες αλλά και στις εικόνες. Η ευλάβεια προσωποποιείται, είναι μεμονωμένη. Η υψηλή πνευματικότητα οφείλεται στο ανάλαφρο σχέδιο, στα λεπτά περιγράμματα, στις θερμές και σκοτεινές αποχρώσεις και στα εκλεπτυσμένα πρόσωπα με τις υπέροχες μορφές που αποπνέουν μια εσώτερη ζωή, που αποκαλύπτεται από το ρυθμό των πτυχώσεων και των κινήσεων. Αυτή η καλλιτεχνική δημιουργία, μοναδικής πνευματικότητας, δημιουργήθηκε και στα νέα κέντρα ισχύος, όπως οι αυτοκρατορίες της Νίκαιας και της Τραπεζούντας στη Μ. Ασία, τα δεσποτάτα της Ηπείρου και του Μυστρά στον ελλαδικό χώρο.

Στην Άρτα λοιπόν και στην πέριξ περιοχή της διασώθηκαν σημαντικότατα μνημεία, όπως οι ναοί της Παρηγορήτισσας, της Αγίας Θεοδώρας, του Αγίου Βασιλείου, το μοναστήρι της Κάτω Παναγιάς, η Παναγία η Βλαχέρνα (που πήρε το όνομα από την Παναγία των Βλαχερνών της Κωνσταντινούπολης), η Παναγία Μπρυώνη, ο Άγιος Δημήτριος του Κατσούρη, ο Άγιος Νικόλαος της Ροδιάς και άλλα. Διασώθηκαν επίσης στην ευρύτερη περιοχή της Άρτας η Κόκκινη Εκκλησιά, η Παναγία της Κορωνησίας κλπ. Η εκπληκτική ναοδομία της Βυζαντινής Άρτας δεν αποτέλεσε ένα ακόμη πνευματικό κέντρο της περιφέρειας με τη διατήρηση των πολιτικών, θρησκευτικών και πολιτιστικών παραδόσεων, αλλά απέδειξε ταυτόχρονα με τη στάση της ότι δεν ήταν διατεθειμένη να παραδώσει αμαχητί την πατροπαράδοτη κληρονομιά. Οργανώθηκε διοικητικά και στρατιωτικά και πλουτίστηκε καλλιτεχνικά με απώτερο στόχο να αντικαταστήσει σε όλα την πρωτεύουσα. Κατά την ένδοξη αυτή περίοδο δεν είναι τυχαίο που η Άρτα κατέλαβε εξέχουσα θέση μεταξύ των ελληνικών πόλεων.

Ο ναός της Παρηγορήτισσας τώρα, αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, κτίστηκε στα τέλη του 13ου αιώνα (1285 - 1289) από το δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρο Α΄ Κομνηνό Δούκα και τη σύζυγό του Άννα Παλαιολογίνα. Διακρίνεται για τις μεγάλες του διαστάσεις και εντυπωσιάζει με τις αρχιτεκτονικές του καινοτομίες και τον κεραμικό του διάκοσμο. Πρόκειται για το μεγαλύτερο και σημαντικότερο βυζαντινό ναό της Άρτας και όλου του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Η εκπληκτική αρχιτεκτονική του δομή δείχνει ότι οι αρχιτέκτονες ήταν στραμμένοι προς την Κωνσταντινούπολη και ταυτόχρονα υιοθετούσαν, λόγω της χαλάρωσης των καταπιέσεων ενός συγκεντρωτικού κράτους, τοπικές και ακόμη και δυτικές παραδόσεις. Με την πρωτοτυπία του σχεδίου του, τις αρχιτεκτονικές του καινοτομίες και την πλούσια κεραμοπλαστική διακόσμηση αποτέλεσε ένα ξεχωριστό και μοναδικό παράδειγμα βυζαντινής ναοδομίας σ’ ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο. Η τεχνική που χρησιμοποιήθηκε στην Παρηγορήτισσα της Άρτας, υιοθετήθηκε και στην κατασκευή εκκλησιών κλασικού τύπο στο Μυστρά, όπως η Περίβλεπτος (1350).

Η εξωτερική μορφή του ναού της Παρηγορήτισσας είναι αυστηρή και παρουσιάζεται ως ένας ογκώδης κύβος με δύο παράλληλες σειρές δίλοβων παραθύρων. Η εντυπωσιακή πλινθοσκέπαστη τοιχοποιία, σύμφωνη με την παράδοση, κοσμείται από οδοντωτές ταινίες κατά μήκος των προσόψεων που καμπυλώνονται γύρω από τα παράθυρα. Πέριξ του κεντρικού τρούλου υπάρχουν τέσσερις μικρότεροι στις γωνίες και ένας άλλος μικρός τρούλος στη δυτική πλευρά πάνω σε μια τοξοστοιχία. Ο εξωτερικός διάκοσμος γενικά καταθέλγει με την αρμονία των χρωμάτων των λίθων και τη μορφή των πολλαπλών τρούλων.

Στο εσωτερικό του ναού διακρίνουμε την κομψότητα των αρχιτεκτονικών του μελών, καθώς και τον πλούσιο γλυπτικό διάκοσμο. Οι πολλές φθορές συνετέλεσαν να χάσει ο ναός ένα μεγάλο μέρος από την παλαιά του λαμπρότητα, αλλά διατήρησε ακέραιο το επιβλητικό του μεγαλείο. Αποτελείται από το νάρθηκα, τον κυρίως ναό και δύο παρεκκλήσια, των Ταξιαρχών και του Ιωάννη του Προδρόμου. Πάνω από το νάρθηκα και τα παρεκκλήσια υπάρχει ο γυναικωνίτης. Ο τρόπος στήριξης του τρούλου, πρωτότυπος και τολμηρότατος, αποτελεί μια μοναδική καινοτομία στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Τα ψηφιδωτά που κοσμούν τον τρούλου με τον Παντοκράτορα και τους προφήτες παρά τις φθορές σώζονται αρκετά καλά και διακρίνονται για τον πλούσιο και τολμηρό χρωματισμό. Μερικές μορφές με το αυστηρό ύφος συγγενεύουν με τις αντίστοιχες μορφές του Δαφνιού στην Αθήνα που τις χαρακτηρίζει η συντηρητικότητα της προηγούμενης εποχής.

Άλλες πάλι πιο ρεαλιστικές και πιο ελεύθερες ακολουθούν τη νεωτερική τεχνοτροπία του δεύτερου μισού του 13ου αιώνα, ως προάγγελοι της Νέας Εποχής, της Αναγέννησης. Λίγο πιο κάτω σπαράγματα των ψηφιδωτών αγιογραφιών, σποραδικές νησίδες και χλωμές ανταύγειες στις σκοτεινές επιφάνειες των γυμνών τοίχων φαίνεται να έχουν ισόβια υπομονή και να ταυτίζουν τη μοίρα τους με εκείνη του ελληνικού λαού, του οποίου το συγκλονιστικό του στοιχείο είναι η δύναμη της επιβίωσής του μέσα στους ατέλειωτους αιώνες.

Στο ιερό του ναού υπάρχουν τοιχογραφίες του αγιογράφου Ανανία (16ος αιώνας) στον κυρίως ναό υπάρχουν επίσης τοιχογραφίες του 17ου αιώνα και τμήμα του μαρμάρινου τέμπλου. Στο τέμπλο υπάρχουν τρεις φορητές εικόνες από τις οποίες ξεχωρίζει η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Παρηγορήτισσας να κρατά το μικρό Χριστό στο δεξί της χέρι. Η κτητορική επιγραφή, γραμμένη σε ΙΙ θολίτες, που υπάρχει στο μαρμάρινο τοξωτό υπέρθυρο της Βασιλικής Πύλης, διαβάζεται κατά τον Ορλάνδο: «Κομνηνοδούκας δεσπότης Νικηφόρος, Άννα βασίλισσα Κομνηνοδούκαινα Κομνηνόβλαστος δεσπότης Θωμάς μέγας, Κομνηνών κλάδος αγγελωνύμων». Είναι το πιστοποιητικό ίδρυσης του μνημείου, το οποίο δε σεβάστηκαν οι βάρβαροι, το σεβάστηκε όμως ο χρόνος και στέκει στο κέντρο της πόλης της Άρτας αιώνες τώρα. Είναι η επιβεβαίωση της γνησιότητας του μνημείου που ενώνει το χθες με το σήμερα, τιμή και δόξα των Κομνηνοδουκάδων και κόσμημα και υπερηφάνεια της σημερινής Άρτας.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ