Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

«Ασπρόμαυρες ιστορίες», με την πένα της Ελένης Βλάχου
Του Αντώνη Κολιάτσου (*)
Όπως σημειώσαμε στην προηγούμενη συνέχεια (Μέρος Γ΄) του αφηγήματος «ασπρόμαυρες ιστορίες με την πένα της Ελένης Βλάχου», σε αυτό το μεγάλο ταξίδι των 11 ελλήνων προσκεκλημένων στην πρώτη «μετά-Στάλιν» Ρωσία, δεν έλειψαν και κάποια περιστατικά, άλλοτε δραματικά και άλλοτε πικάντικα, στα οποία, μεταξύ των άλλων, πρωταγωνίστησαν Αρτινοί «συν-εκδρομείς». Με την αναφορά σε ορισμένα από αυτά, και ειδικότερα σε κάποια ελάχιστα γνωστά που αφορούν στον αείμνηστο Γιάννη Μόραλη, ολοκληρώνουμε στο σημερινό Δ΄ και τελευταίο μέρος του ενδιαφέροντος δημοσιογραφικού οδοιπορικού της Ε.Β, στην πρώτη μετά τον θάνατο του Στάλιν Ρωσία των Μαλένκωφ-Μπέρια και Χρουτσώφ. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο γράφων καθ’ όλη τη διάρκεια της δημοσίευσης των συνεχειών του με τον πιο πάνω τίτλο άρθρου γίνεται αποδέκτης ιδιαίτερα κολακευτικών σχολίων πολλών αναγνωστών, μάλλον δικαιολογεί πλήρως τον χαρακτηρισμό της ανωτέρω αφήγησης, ως ενδιαφέρουσας. Και αυτό είναι φυσικό να ικανοποιεί ποσώς τόσο τον γράφοντα όσο και τους ανθρώπους του φιλόξενου «Μ», που εργάστηκαν για την καλύτερη δυνατή προβολή της.
Το πιο κάτω πρώτο περιστατικό, αναφέρεται στο ταξίδι Αθήνα – Μόσχα, που έγινε μέσω Βιέννης στις 5 Νοεμβρίου 1953 και περιγράφει τις φοβικές αντιδράσεις. των 11 Ελλήνων ταξιδιωτών, κατά την ταραχώδη πτήση τους από Βιέννη με την «Αεροφλότ».«…Ξαφνικά, χωρίς κουβέντες, χαρτιά, διατυπώσεις, ο Ρώσος Πρόξενος στη Βιέννη Μπόρις Ναλιβάνκο μας είπε «περάστε» και ανεβήκαμε στο «Αεροφλότ», ένα επιβατικό αεροπλάνο δέκα οχτώ θέσεων που ανήκε ολόκληρο σε μας τους έντεκα[…]. Ήμαστε μόνοι. Σε λίγο άρχισε να τσουλάει και παραδόξως τραβούσε κατ’ ευθείαν προς ένα οργωμένο χωράφι. Οδηγίες περί του «μη καπνίσματος» δεν είχαν δοθεί, ζώνες ασφαλείας δεν υπήρχαν. Κοιτάζαμε ακόμη να βρούμε τον διάδρομο απογείωσης, όταν ξαφνικά ο πιλότος «φουλάρισε» τα μοτέρ, και με ένα αγριεμένο βρυχηθμό όρμησε από το χωράφι προς τον ουρανό. Και μόνο όταν συνήλθαμε από τον πόνο των αυτιών και το βουητό τους, ταξιδεύαμε ωραιότατα πάνω από τα σύννεφα[…]. Σε λίγο μια κοπέλα ξεχτένιστη και με ύφος πολύ κακοδιάθετο έκανε την εμφάνισή της. Δεν μας πλησίασε, όμως διόλου και δεν μιλούσε άλλωστε καμία άλλη γλώσσα εκτός από ρωσικά. Προσπαθήσαμε να της επιστήσουμε την προσοχή ότι «χόλοντ», δηλαδή πολύ κρύο. Ντά, μας είπε και χάθηκε. Αλλά αυτό δεν ήταν τίποτε μπροστά στο αστειάκι-φαντάζομαι- του πιλότου. Αυτός κάθε τόσο έβγαινε από την καμπίνα του και έριχνε μια ματιά επάνω από την πόρτα που χώριζε το πιλοτήριο από το διαμέρισμα των επιβατών. Και εκεί που κοίταζε ήταν ένα ρολόι, και αριστερά από το ρολόι ένα θερμόμετρο, και δεξιά ένα υψόμετρο. Κοίταζε με προσοχή αυτό το πρωτόγονο υψόμετρο(σ.σ, όργανο μέτρησης του ύψους), σαν να μην είχε δικό του. Εκεί, λοιπόν μόνοι, τσουβαλιασμένοι σε αυτό το ψυχρό και αδιάφορο αεροπλανάκι της «Αεροφλότ», περάσαμε τις πιο απαισιόδοξες στιγμές όλου του ταξιδιού. Δεν ξέραμε που πηγαίναμε, τι μας περίμενε, ξέραμε μόνο ότι είμαστε αμπαροκλειδωμένοι σε έναν ιπτάμενο τενεκέ, από τον οποίο δεν μπορούσαμε να γλυτώσουμε. Το γενικό αίσθημα εξέφρασε ο Λευτέρης Κοτσαρίδας, ο οποίος σε μια στιγμή σηκώθηκε, μας κοίταξε όλους φιλοσοφικά, κούνησε το κεφάλι του και είπε: «Μπλέξαμε» και ξανακάθησε εν μέσω γενικής σιωπής. Μπλέξαμε λέει… Αυτή ήταν πάντως και η δική μου εντύπωση, και μόνο το θέαμα της Μόσχας, οκτώ ώρες αργότερα, το θέαμα μιας ωραίας και πολιτισμένης μεγαλούπολης, το θέαμα εκείνο του παραμυθένιου ολόφωτου Πανεπιστημίου, μας έβαλε την καρδιά στον τόπο της. Αλλά με την «Αεροφλότ» δεν συμφιλιωθήκαμε ποτέ…», γράφει σχετικά η Ε.Β στην σελ.52 του ωραιότατου βιβλίου της. Ενώ λίγο πιο κάτω, καταγράφοντας τις άσχημες εμπειρίες της(σ. σ, μαζί και των υπολοίπων 10 συνεπιβατών της), κατά την 7-ωρη πτήση: «Μόσχα- Τιφλίδα», όπως αργότερα και από Λένινγκραντ στο Ελσίνκι, πάλι με την «Αεροφλότ», η ίδια μιλάει για την ολονύκτια αγωνία των επιβατών, την αφόρητη ζέστη στο αεροπλάνο, του οποίου, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «τα μέταλλα είχαν ανάψει και μύριζε βενζίνη τόσο έντονα, ώστε σχεδόν το είχαμε πάρει απόφαση ότι το αεροπλάνο από λεπτό σε λεπτό θα εκραγεί». Σε άλλο σημείο(σελ. 53) η τότε χρονογράφος της «Κ», αναφερόμενη στο θρίλερ της τρίτης αεροπορικής διαδρομής (σ.σ, Λένινγκραντ-Ελσίνκι), σημειώνει: «με την κακή, περίπου ανύπαρκτη, ορατότητα, με ομίχλη πυκνή, σχεδόν έως το έδαφος, το αεροπλάνο, χωρίς φανερό λόγο, κατέβαινε στα εκατό μέτρα, ξύριζε πανύψηλα φιλανδικά δάση, ξανανέβαινε, για να επαναλάβει λίγο αργότερα τα ίδια ακροβατικά, που μας έκοβαν το αίμα. Όταν κάποτε φθάσαμε στον προορισμό μας, το «Μακριά, παιδιά, από την «Αεροφλότ», ήταν βαθιά χαραγμένο στη συνείδησή μας. Τρένο, έλκηθρο με κίνδυνο να μας φάνε λύκοι, καλύτερα…. Αλλά όχι με «Αεροφλότ»».
« Ένα βράδυ στο Λένινγκραντ, ένας από τους συνοδούς μας είχε κυριολεκτικά πνιγεί από θυμό, που δεν τολμούσε να τον εκδηλώσει. Το θέατρο για το οποίο είχε αγωνιστεί να αγοράσει εισιτήρια, άρχιζε στις οκτώ. Ήταν ήδη περασμένη η ώρα, και ακριβώς οι δύο που είχαν ζητήσει να πάνε, δεν βρισκόταν πουθενά. Οπότε, ανοίγει. η πόρτα του ξενοδοχείου και εμφανίζονται παγωμένοι, κουκουλωμένοι αλλά ευθυμότατοι οι δύο χαμένοι, οι Κοτσαρίδας και Κασιμάτης. Είχαν πάει για ψώνια, είχαν χαζέψει σε ζαχαροπλαστεία, είχαν αγοράσει κρασιά, είχαν μείνει χωρίς ένα ρούβλι, με πέντε καπίκια ο καθένας, και είχαν γυρίσει αναγκαστικά πεζοί…». Με τις πιο πάνω γραμμές, εύθυμα και σοβαρά, η Ε.Β περιγράφει την…περιπέτεια των δύο Ελλήνων δημοσιογράφων, ως και την έκδηλη ανησυχία των Ρώσων συνοδών του ελληνικού γκρούπ, για την τυχόν «απώλειά» τους στην αχανή ρωσική μεγαλούπολη(σ.σ, σελ.62 του βιβλίου της : «Δημοσιογραφικά Χρόνια., Πενήντα Και Κάτι».
Ωστόσο η Ε.Β, πέρα από την περιγραφή του πιο κάτω περιστατικού που συνέβη στην πολύ ενδιαφέρουσα «Γαλαρία Τρετιακόφ»(σ.σ, σημαντική πινακοθήκη της Ρωσίας που βρίσκεται στη Μόσχα), όπου είναι συγκεντρωμένα όλα τα έργα της ρωσικής ζωγραφικής και με αφορμή τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Γιάννη Μόραλη σε αυτό(το περιστατικό), αφιερώνει στον Αρτινό καλλιτέχνη ένα ιδιαίτερα κολακευτικό δημοσιογραφικό πορτρέτο. Γράφει σχετικά η συγγραφέας σελ. 122, του βιβλίου της, για αυτό καθαυτό το περιστατικό: «… ένα ολόκληρο πρωινό παίξαμε κρυφτό, κυνηγητό με μια νέα φανατική, πεισματάρα λιγνή κοπέλα, που ήθελε σώνει και καλά να μας τα πει, όπως την είχαν μάθει να διαφωτίσει όλη την ομάδα, και ιδιαίτερα τον ζωγράφο, τον(Αρτινό) Γιάννη Μόραλη. Εκείνον όμως δεν τον τσάκωσε ποτέ, ενώ από τους 11(Έλληνες) δεν κατόρθωσε να μαζέψει παραπάνω από τρεις-τέσσερις, προς μεγάλη της έκπληξη και θυμό. Και τι φταίγαμε εμείς; Αφού εννοούσε να σταματάει επιμόνως μπροστά στα αθλιέστερα έργα για να μας μιλήσει, όχι για την τέχνη, όχι για την ζωγραφική, αλλά για το θέμα της εικόνας, για την έννοιά της, για τον φυλακισμένο που κοιτάει το άστρο της ελευθερίας, για το φτωχό παιδάκι που πεινάει—προσέξτε, η μάνα του κλαίει στη γωνία, γιατί την έδιωξε ο κακός αφέντης- για όλα τα λευκά πουλιά, τις φωτεινές ακτίνες, τις ανατολές που έχουν συμβολίσει τον ερχομό του κομμουνισμού…». Ενώ λίγο πιο κάτω, στη σελ. 123, η Ε.Β, με την μοναδική πένα της: σκιαγραφεί τον επιφανή καλλιτέχνη, σημειώνοντας: «Πολύ αγαπητός Αθηναίος (γεννημένος στην Άρτα το 1916), εξαίρετος καλλιτέχνης, ζωγράφος, χαράκτης, δάσκαλος. Μια λεπτή, ευγενικιά φυσιογνωμία, που πέρασε όλα τα τελευταία ταραγμένα χρόνια χωρίς φανατισμούς, χωρίς μίση, χωρίς φόβους. Πάντοτε κοντά στους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, συνδέθηκε στενά με εκλεκτούς φίλους, ερωτεύθηκε και παντρεύτηκε γοητευτικές γυναίκες….. Η τέχνη του ήταν η δουλειά του, ο σκοπός της ζωής του και η πίστη του. Του χάρισε αναγνώριση και τιμές, βραβεία και θέση στα Μουσεία, δόξα και εμπορική επιτυχία, θέση σε κάθε καλόγουστο αθηναϊκό σπίτι. Όλοι οι συνοδοί μας στο ταξίδι της Ρωσίας, ημιεπίσημοι υπάλληλοι του Υπουργείου Τουρισμού, Ρώσοι και ελληνορώσοι, είχαν ξεχωρίσει τον Μόραλη σαν τον πιο συνεννοήσιμο από τους άλλους. Και η νεαρή Λαρίσα, ξανθιά Ρωσίδα αποσπασμένη ειδικά για να μυήσει τον Μόραλη στη σύγχρονη ρωσική ζωγραφική, δεν τον άφηνε βήμα από κοντά, οδηγώντας τον από τον ένα πίνακα με Στάλιν στον άλλον (περνούσε τις τελευταίες του μέρες δόξας) και τον αποχαιρέτησε με δάκρυα και ένα ασήκωτο «μπούστο» του Στάλιν, που με φόβο και τρόμο «λησμόνησε» ο Μόραλης σε μια γωνιά στο αεροδρόμιο……Η σαφήνεια και η λιτότητα χαρακτηρίζει τα έργα του. Ακόμη και μερικά που αντιμετώπισαν τη δυσχέρεια του μεγέθους, την υπερνίκησαν, όπως για παράδειγμα η σύνθεση του «Χίλτον». Είναι ζήτημα αν κανένα άλλο ξενοδοχείο στον κόσμο μπορεί να υπερηφανευθεί για ένα ωραιότερο έργο από αυτό που έχει χαράξει ο Μόραλης στη μαρμάρινη επιφάνεια του τοίχου που ορθώνεται στη μια όψη του «Χίλτον» στην Αθήνα».
Και η Ε.Β, κλείνει το οδοιπορικό στη Ρωσία, της πρώτης μετά Στάλιν περιόδου (σ.σ, Νοέμβριος 1953), σημειώνοντας: «Είκοσι πέντε μέρες στη Ρωσία, δεν είναι παρά μια ματιά σε αυτόν τον νέο κόσμο, αλλά αυτή η μια ματιά, σε κάνει να καταλαβαίνεις πολλά Όπως για έναν άνθρωπο, που δεν έχει δει ποτέ θάλασσα, η μία και μόνο ματιά φθάνει να τον κάνει να την καταλάβει, για να του δώσει μια ιδέα περί τίνος πρόκειται. Δεν ξέρει τα μυστικά της, δεν ξέρει τι κρύβει, αλλά από τον άλλο, που δεν την έχει δει καθόλου, ξέρει λιγάκι περισσότερα».
(*) e-mail akoliatsos@gmail.com
