Αναρτήθηκε στις:06-10-16 14:59

Εντυπώσεις από την πρώτη μετά-Στάλιν Ρωσία (Μέρος Β΄)


«Ασπρόμαυρες ιστορίες», με την πένα της Ελένης Βλάχου

Του Αντώνη Κολιάτσου (*)

Συνεχίζοντας η Ε.Βλάχου την 84-σέλιδη αφήγησή της, για τα της γνωριμίας των 11 Ελλήνων προσκεκλημένων με τον άγνωστο μέχρι τότε κόσμο της άρτι εμφανισθείσας μετά-Στάλιν Ρωσίας, η εκλεκτή χρονογράφος της «Καθημερινής», μεταξύ των άλλων, μιλάει για την «διευθυνόμενη ψυχαγωγία» του Ρώσου πολίτη. «…προτιμάει λοιπόν (ο Ρώσος πολίτης), αν πρόκειται να δει θέατρο ή κινηματογράφο, να δει τον δικό του. Κάνει ό, τι μπορεί για να τον χορτάσει με τέτοια απρόσωπη ψυχαγωγία. Ενώ του πουλάει τη βότκα 30 ρούβλια το μπουκάλι, δηλαδή σε τιμή σχεδόν απρόσιτη, του προσφέρει με 800 ρούβλια ένα μηχάνημα τηλεοράσεως[...]. Επειδή και η τηλεόραση, όπως και το ραδιόφωνο, αποτελεί πολύτιμο μέσο διευθυνόμενης ψυχαγωγίας. Ακόμη και μέσα στο σπίτι του, μέσα στη μία και μοναδική κάμαρα, τον τρέφεις με τα λόγια που θέλεις, του αναπτύσσεις τα αισθήματα, τα μίση, τους ενθουσιασμούς που θέλεις Του δίνεις και οδηγίες και συμβουλές και γλιστράς χρήσιμες προειδοποιήσεις, του αναφέρεις πάλι και πάντοτε και ακούραστα τα συνθήματα που τον έχουν παραλάβει από κούνια. Και τον κρατάς μακριά από το πλέον επικίνδυνο όπλο που έχει ανακαλύψει και που θα ανακαλύψει ποτέ η ανθρωπότητα: από τον ένα, τον κάποιον ανήσυχο άνθρωπο, που θα ξυπνήσει στην ψυχή του το αίσθημα της ανταρσίας…», γράφει η Ε.Β στη σελ 79 του βιβλίου της «πενήντα και κάτι…, εντυπώσεις από τη Ρωσία», αναφερόμενη στην ψυχαγωγία του Ρώσου πολίτη και γενικότερα του Homos Sovietcus, κατά τον Ρώσο αντιφρονούντα Αλέξανδρο Ζινοβιέφ στο ομώνυμο βιβλίο του.

Στην «μικρής διάρκειας επίσκεψη στη Γεωργία», αξέχαστη θα μας μείνει η βραδιά στο Κολχόζ «Λένιν», στο Αχαλί Σοπελ, λέει στη συνέχεια η εκλεκτή συγγραφέας. Γράφει σχετικά ήταν οι γραμμές η Ε.Β, περιγράφοντας το γνωστό για την παλαιά, την πάντοτε, και αθεράπευτα φιλόξενη, αρχοντική Γεωργία. «Χωράφια, τακτικά χαρακωμένα με σειρές από πράσινους πυκνούς στρογγυλούς θάμνους, σπίτια χωριάτικα, ένα μεγάλο πέτρινο κτίριο…και το εργοστάσιο επεξεργασίας τσαγιού, οι παρασημοφορεμένοι χωρικοί με τον επιβλητικό Καυκάσιο γέροντα με τα φυσεκλίκια και τη μαχαίρα περασμένη στο ζωνάρι του να μας καλεί το βράδυ για γλέντι στο σπίτι του, ήταν μια πρωτόγνωρη για μας εμπειρία, ώστε μας ήταν δύσκολο να πιστέψουμε ότι έτσι ήταν κάθε μέρα η ζωή στο Αχαλί Σοπελί και σε όλα τα άγνωστα και απρόσιτα ρωσικά Κολχόζ[…].Ήμασταν κατάκοποι όταν φθάσαμε στο κτήμα που επρόκειτο να δοθεί το γεύμα. Ο οικοδεσπότης μας πάντα με τη στολή του, ήταν επιβλητικός, ιδίως όταν σηκώθηκε και όρισε, πολύ επίσημα τον «οινοχόο» της βραδιάς.. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε το σοβαρό φαγοπότι. Το κρασί, ευτυχώς ελαφρύ, κυλούσε άφθονο και μας έδινε δύναμη, για να αντιμετωπίσουμε το ρωμαλέο γεωργιανό κρέας και υπομονή, για να ακούμε φιλοσοφικά τις διάφορες προπόσεις, τους λόγους, τις φιλοφρονήσεις[…]. Όλη η ατμόσφαιρα ήταν ήδη πιο ελαφριά και οι λόγοι είχαν πάρει έναν ασυνήθιστο τόνο φλυαρίας, όταν ξαφνικά έφθασαν τρέχοντας μουσικοί και χορευτές. Νέα παιδιά, ντυμένα με τις ενδυμασίες του τόπου. Κοζάκοι τα αγόρια. Παναγίες βυζαντινές τα κορίτσια. Μακριές κοτσίδες πλαισίωναν τα άβαφα πρόσωπα με τα μεγάλα μαύρα μάτια. Ένα χρυσό σιρίτι σφιχτόδενε το μέτωπο, και το απλό ριχτό μονοκόμματο λευκό φόρεμα, κεντημένο μπροστά στα σβηστά αρμονικά χρώματα, έπαιρνε κίνηση από το μακρύ λευκό πέπλο που ήταν ριγμένο στο κεφάλι και έφθανε έως το χώμα. Οι γυναίκες χορεύανε πολύ ελαφρά, με μικρά βήματα, γλιστρούσαν μπρος, πίσω, έκαναν μικρές στροφές, δειλές γρήγορες υποκλίσεις, μοιάζανε πάντοτε τρομαγμένες, πάντοτε …κυνηγημένες, έδειχναν στο βραδινό φως, έτσι κάτω από τα δένδρα, σαν παιχνιδιάρικα φαντάσματα. Τα λαϊκά όργανα κεντούσαν τη νύχτα με ένα νευρικό ταχύ ρυθμό, που κατόρθωνε με όλο τον πυρετό του, να σκορπάει μια παράξενη νοσταλγία. Εκείνες τις ώρες η πραγματικότητα είχε κάνει φτερά, το χθες και το σήμερα και το αύριο είχαν χάσει την τακτοποιημένη σειρά τους και η ωραία νύχτα φιλοξενούσε ανέπαφο το προαιώνιο γλέντι των ανθρώπων που φιλοξενούν μακρινούς ταξιδιώτες. Κρασί, μουσική, χορός, τραγούδι… Και ποιοι δεν χόρεψαν γεωργιανούς χορούς αργότερα εκείνο το βράδυ…».

Στο «Ανάκτορο των Πιονέρων» στην Τιφλίδα, ο μελαχρινός, ξερακιανός καθηγητής, αυστηρά προσηλωμένος στην όλη οργάνωση και λειτουργία. της Σοβιετικής εκπαίδευσης, αλλά και απερίγραπτα υπερήφανος για αυτό το βασιλικό ανάκτορο, που είχε μεταβληθεί σε μετασχολική λέσχη από το κράτος, ρωτάει την Ελένη Βλάχου. Έχετε στον τόπο σας «Παιδικά Ανάκτορα»; «Όχι» του απαντάει αμέσως εκείνη και συμπληρώνει: «Στα δικά μας Ανάκτορα κατοικούν Βασιλείς». «Και τα παιδιά»; Επιμένει εκείνος, με ψυχρό και γεμάτο απορία βλέμμα. «Τα παιδιά μετά το σχολείο πάνε σπίτι τους…Άλλα πηγαίνουν σε ωραία σπίτια, άλλα γυρίζουν σε φτωχά, άλλα σε πλούσια….κάθε παιδάκι που βγαίνει το απόγευμα από το σχολείο, πηγαίνει και βρίσκει μια ζωή διαφορετική, ξεχωριστή, αλλιώτικη, μια ζωή που είναι δική του και κανενός άλλου…». «Δηλαδή είναι καλύτερο για τα παιδιά να παίζουν σαν αλήτες στο δρόμο, παρά να περνάνε τις ώρες της σχόλης τους μέσα σε ένα τέτοιο ανάκτορο»; ρωτάει κάπως ειρωνικά εκείνος. «Βέβαια ο κ. καθηγητής, που διαφαίνονταν ότι ο ίδιος, ήταν πρώην Πιονέρος, είχε μεγαλώσει αναγκαστικά σε ένα από τα πολλά «Ανάκτορα», στη Μόσχα, στην Τιφλίδα, στο Λένιγκραντ κ.ά, και με τα λεγόμενά του υπονοούσε ότι το κράτος αντικαθιστούσε άλλη μια φορά τους γονείς, από τους οποίους είχε ήδη αφαιρέσει τη χαρά της προσφοράς. Και ότι αυτό (το κράτος) έδινε το παιχνίδι, το βιβλίο, αυτό μάθαινε το χορό, το τραγουδάκι, και αυτό έστελνε το παιδί πλέον κατάκοπο, στο τέλος μιας μακράς ημέρας, σε ένα στενόχωρο και άχαρο σπίτι, σε ένα άσυλο νυκτός, με το οποίο τίποτε ή σχεδόν τίποτε δεν το συνέδεε», συμπεραίνει η Ε.Β.. Ενώ σε άλλο σημείο τη έξοχης αφήγησής της, η τότε χρονογράφος της «Κ» σημειώνει και τα εξής ενδιαφέροντα: «… ο αποκλεισμός από τα «Ανάκτορα» είναι μορφή τιμωρίας για βαριά σχολικά παραπτώματα, που συχνά δικάζονται από «Παιδικά Δικαστήρια», όπου ανακριτικές επιτροπές συμμαθητών και συμμαθητριών, που καθίζουν τον φίλο τους στο σκαμνί και τον δικάζουν….κάποιος σοβιετικός ζωγράφος έχει αποθανατίσει μια τέτοια σκηνή, όπου παιδιά, καθισμένα γύρω από ένα πράσινο τραπέζι, κοιτάζουν, άλλα με περιφρόνηση, άλλα με απορία, ένα αγόρι ίσαμε δώδεκα χρονών, που απολογείται όρθιο, με σκυφτό κεφάλι. Ένας, λίγο πιο μεγάλος, στέκεται αριστερά, όρθιος, έχει βάλει μπροστά του μια καρέκλα, ακουμπάει στη ράχη της τη «δικογραφία» και διαβάζει προφανώς την κατηγορία, ενώ μια μεγάλη κοπέλα κρατάει πρακτικά…. Εδώ ο καταδότης, δοξάζεται, είναι δικαστής, κατήγορος, μάρτυρας. Πήρε κακό βαθμό, λέει σοβαρά ο νεαρός κατήγορος, γιατί είναι τεμπέλης, γιατί τον είδα να παίζει την ώρα της μελέτης[…]. Η σκληρή παρακολούθηση κάνει το κάθε παιδί όχι μόνο να μαθαίνει να φυλάγεται, αλλά να μαθαίνει ΚΑΙ να προσέχει τι κάνουν οι άλλοι, Να μαθαίνει να γράφει ραπόρτα και να συντάσσει αναφορές, χωρίς όμως να δείχνει ότι αυτή η ιστορία τον ενοχλεί ή τον πικραίνει».

Και η 8- ήμερη παραμονή στην Τιφλίδα ολοκληρώνεται με την επίσκεψη στο «Ανάκτορο» που ανήκε άλλοτε στον αντιπρόσωπο του Τσάρου, όπου και η πιο εκπληκτική αίθουσα χορού που είδαν ποτέ οι 11 έλληνες προσκεκλημένοι. «Κάνε ό, τι μπορείς πιο πλούσιο και φανταχτερό, ξεπέρασε ό, τι έχει γίνει έως τώρα», λέγεται ότι ήταν η εντολή των «Τσαρικών» στον ευφάνταστο ευρωπαίο διακοσμητή και αυτός… οργίασε. Στην ακτινοβολούσα σάλα αυτού του θαυμάσιου οικοδομήματος, η οποία συνδύαζε ένα καθ’ υπερβολή θέαμα ευρωπαϊκής κομψότητας-μάλλον γαλλικής- και ανατολίτικης χλιδής, οι μικροί μαυροντυμένοι Γεωργιανοί έπαιρναν μαθήματα χορού.

Αλλά το ταξίδι της επιστροφής, από την Τιφλίδα στη Μόσχα, ήταν πράγματι περιπετειώδες. Έγινε με τον απαρχαιωμένο σιδηρόδρομο, στο πολυτελές «βαγκόν λι», και έμοιαζε να βγαίνει από μια αποθήκη του 1900. Εκείνη την πρώτη νύχτα οι Έλληνες φιλοξενούμενοι ξαναπέρασαν από το Γκόρι Είναι το μεγάλο χωριό, περίπου εκατό χιλιόμετρα έξω από την Τιφλίδα, το οποίο ζει προνομιακά, γιατί εκεί, το 1879, γεννήθηκε ο Ιωσήφ Βησσαριονόβιτς Ντζουγκασβίλι, ο μελλοντικός… θεός του κομμουνισμού, ο Στάλιν. Εκεί, μέσα σε ένα γαλάζιο-πράσινο περιβόλι που το στολίζουν τεράστια έλατα, βρίσκεται το μικρό ξύλινο πατρικό σπίτι του Γεωργιανού ηγέτη, αποτελούμενο από δύο κάμαρες και μια βεράντα, ενώ στο γειτονικό χαμηλό κτίριο στεγάζονται διάφορα κειμήλια της παιδικής και νεανικής ζωής του, όπως τετράδια, πρώτες εκθέσεις, φωτογραφίες, εφημερίδες, έντυπα, τα οποία ατενίζουν με ευλάβεια οι Ρώσοι προσκυνητές. Όμως, αυτό που δεν περίμεναν ζήσουν οι 11 Έλληνες ταξιδιώτες, από την επιστροφή στη Μόσχα, ήταν η μαγεία του Καυκάσου, η πρωτόγνωρη εικόνα Μαύρης θάλασσας και το πιο τρομερό από όσα έχει να προσφέρει η Ρωσία, το υπέρ-θέαμα της ρωσικής στέπας.

«…το πρωί της Τρίτης βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε σε ένα καταπληκτικό τοπίο. Δεξιά ορθώνονταν ο Καύκασος και αριστερά άνοιγε η απέραντη μολυβένια αγκαλιά της Μαύρης θάλασσας. Το τρένο περνούσε πολύ κοντά στην ακτή, από μια ακροθαλασσιά περίεργη, που δεν έβλεπες ούτε αμμουδιά, ούτε βάρκα, ούτε σπίτι ψαράδικο.. Εκεί που τελείωνε η ξηρά, στρωμένη με πέτρες και θάμνους, άρχιζε το κύμα. Ωστόσο η πλευρά του βουνού ήταν μαγευτική. Μεγάλα και μικρά ποτάμια γλιστρούσαν ανάμεσα σε λόφους και λαγκάδια, ανάμεσα σε φλογισμένους θάμνους, σε μικρά κατά-κόκκινα δένδρα και σε πελώρια υπερήφανα βαθυπράσινα έλατα. Και στο βάθος, η οροσειρά του Καυκάσου έκλεινε όλον τον ορίζοντα με έναν τεράστιο, όγκο, χαραγμένο με βαθιές χιονισμένες λωρίδες», αφηγείται η Ε.Β, στη σελ. 72 του προαναφερθέντος βιβλίου της, αναφερόμενη με τον δικό της μοναδικό τρόπο στη διαδρομή ανάμεσα στον Καύκασο και στη Μαύρη θάλασσα. Και συνεχίζει: «…σκεφτόμαστε ότι εκείνα τα μέρη που περνούσαμε, είχαν κάποτε γνωρίσει λαμπρές ημέρες και κρατούσαν ακόμη, καρφιτσωμένες σαν πολύτιμα πετράδια στις πλαγιές, μικρές κομψές λευκές λουτροπόλεις: Σοχόμι, Γκάγκρι, Τουαπσέ, Ματσέστα[…] Παντού φτερούγιζε η νοσταλγία ενός παρελθόντος που είχε χαρίσει σε όλη τη θαυμάσια περιοχή, την αποκαλούμενη ρωσική κυανή ακτή, την πολύτιμη ομορφιά της χαρούμενης ζωής». Και η ταξιδιωτική της αφήγησή της, από Τιφλίδα στη Μόσχα, ολοκληρώνεται με την εξ’ ίσου θαυμάσια περιγραφή της ρωσικής στέπας, προετοιμάζοντάς μας για μία ακόμη έκπληξη. Ωστόσο ο περιορισμένος χώρος του φιλόξενου «Μ», αναγκάζει τον γράφοντα να ολοκληρώσει το με τον ανωτέρω τίτλο άρθρο του, με μια αναγκαστική τρίτη και τελευταία συνέχεια..

(*) e-mail: akoliatsos@gmail.com




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ