Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

«Ο Θεός είναι νεκρός» έγραψε η γαλλική εφημερίδα Equipe την επόμενη του θανάτου του Μαραντόνα, εκφράζοντας τα συναισθήματα εκατομμυρίων θαυμαστών του μεγάλου Αργεντίνου ποδοσφαιριστή στο άκουσμα της απώλειάς του. Τώρα που έφυγε από τη ζωή και ο θρυλικός Πελέ, ο έτερος Θεός για τα επίσης μύρια πιστών του συναρπαστικού ποδοσφαίρου, ίσως πιάσουν τόπο τα λόγια: «εύχομαι μια μέρα να παίξουμε μαζί ποδόσφαιρο στον ουρανό» με τα οποία ο Βραζιλιάνος Super Star της μπάλας αποχαιρέτησε τον θανόντα άσπονδο φίλο του Ντιέγκο Μαραντόνα. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ο επουράνιος Θεός φρόντισε με τον θάνατο να σβήνει κάθε είδους ανθρώπινη κόντρα, το αιώνιο ερώτημα «Ποιος; Ο Πελέ ή ο Μαραντόνα, ήταν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του ποδοσφαίρου», παραμένει. Και που ξέρετε, λένε οι φανατικοί προσωπολάτρες τους αν, μετά την εκδημία του Πελέ, αυτό το ερώτημα δεν θα απασχολήσει και τους… εκεί ψηλά ποδοσφαιρόφιλους;
Γιατί να το κρύψουμε άλλωστε… ότι ακόμη και τώρα, που το μεγάλο πλήθος οπαδών της υποτιθέμενης μονοθεϊστικής θρησκείας του ποδοσφαίρου, έχασε και… τον δεύτερο Θεό του, το πιο πάνω ερώτημα όχι μόνο δεν έπαψε να αιωρείται στα ανά τον κόσμο ποδοσφαιρόφιλα στέκια, αλλά όλο και πιο έντονα τίθεται. Ποιος ήταν ο καλύτερος παίκτης στην ιστορία του ποδοσφαίρου αναρωτιούνται… οι πιστοί: «ο Πελέ ή ο Μαραντόνα»;
Αναμφίβολα ξεσηκώνει την υφήλιο το ερώτημα, «τζογάρει» συνεχώς το εμπόριο των σκοπιμοτήτων(λέγε με FIFA) και σπάει ταμεία… Στην ιστορία του ποδοσφαίρου, ωστόσο, ό, τι γράφεται δεν ξεγράφεται. Το παγκόσμιο δημοψήφισμα για Πελέ ή Μαραντόνα δεν ανατρέπεται, Ισχύει σε όλες τις εποχές. Αφού το δίδυμο: «Βραζιλιάνος – Αργεντίνος», για τους περισσότερους, παραμένει «αδιαίρετο ένα» στην κορυφή. Ακλόνητο πρωτείο στο ποδόσφαιρο. Γιατί «μετουσίωσε το άθλημα σε μπαλέτο των μαζών» όπως έλεγε ο μεγάλος Ρώσος μουσουργός Ντιμίτρι Σοστακόβιτς. «Γιατί οι δύο πρωταγωνιστές απέδειξαν ότι: «η ουσία του ποδοσφαίρου δεν είναι μόνο το ποδόσφαιρο», όπως έγραψε ο Άγγλος συγγραφέας Τέρι Πράτσετ.
Εντάξει. Οι προτιμήσεις, προτιμήσεις. Τα γούστα, γούστα. Οι αγάπες, αγάπες. Η επιλογή, προσωπικό δικαίωμα. Για όλους, ανεξαιρέτως.
Αλλά, άλλο το εμπόριο της σκοπιμότητας. Άλλο οι αυθεντικές αξίες, οι χαρισματικές. Γιατί οι δυο super star των γηπέδων, σε διαφορετικούς καιρούς και ο καθένας τους με το διαφορετικό δικό του στυλ και τη διαφορετική ταυτότητα, αποθέωσαν το ποδόσφαιρο. Βιρτουόζοι της στρογγυλής θεάς, τράβηξαν, «κατακλυσμούς» ανθρώπων στις εξέδρες. Γιγάντωσαν, τα γήπεδα. Άστραψαν, χρώματα ομορφιάς και αρμονίας. Έκαναν, πάμπλουτο το θέαμα. Ξετρέλαναν, την τέχνη. Απογείωσαν, τη φαντασία… Γκόοολ, παραλήρημα. Δική τους η έμπνευση της στιγμής, δική τους και η αριστοτεχνική πραγμάτωσή της.
Μόνο ένας Πελέ(σ. σ, Έντσον Αράντες ντο Νασιμέντο ήταν το πραγματικό του όνομα) μπόρεσε να κάνει τις καρδιές των απανταχού της γης ερωτευμένων με το άθλημα να σκιρτούν με τέτοια συχνότητα και ένταση… Όταν με εκείνη την φανταστική προσποίηση, εξουδετερώνοντας τον θρυλικό τερματοφύλακα Μαζούρκιεβιτς, στον ημιτελικό Βραζιλία-Ουρουγουάη στο Μουντιάλ του '70 στο Μεξικό, με διαγώνιο σουτ στο τελείωμα της φάσης έστελνε τη μπάλα να γλείψει το κάθετο δοκάρι της εστίας του και να σκοράρει. Εικόνα ανεπανάληπτη που έμεινε ανεξίτηλη στην παγκόσμια ποδοσφαιρική μνήμη. Και 16 χρόνια αργότερα, στο Μουντιάλ του '86, ξανά στο Μεξικό, στον προημιτελικό Αργεντινή-Αγγλία, μόνο ο τεράστιος Ντιέγκο Μαραντόνα, θα προκαλούσε νέο καρδιοχτύπι όταν, μετά την φανταστική περιστροφική κίνηση πίσω από τη σέντρα, τον έβλεπες στη συνέχεια να περνάει έναν, δυο, τρεις, τέσσερις, πέντε Άγγλους και μετά τον έκτο, να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα του Σίλτον. Μιλάμε για φάση, που άφηνε τον πλανήτη με το στόμα ανοιχτό και επέτρεπε στον 26χρονο τότε Μαραντόνα, να οδηγήσει την εθνική ομάδα της Αργεντινής στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου(1986). Και να φανταστεί κανείς ότι, όταν 25 χρόνια αργότερα, τόλμησε να το κάνει ο Μέσι, άρχισαν οι συγκρίσεις Μέσι- Μαραντόνα…
Οι τυχεροί, ωστόσο, που τους απόλαυσαν να παίζουν στα γήπεδα-μεταξύ αυτών και ο γράφων που είχε την τύχη να παρακολουθήσει τον θαυμαστό Πελέ στον φιλικό αγώνα της «Σάντος» με τον Ολυμπιακό(*), τον Ιούλιο του 1961- μιλάνε για προσποιήσεις, επινοήσεις, ντρίπλες σουτ που δεν είχαν ξαναδεί ανθρώπινα μάτια. Οι άνθρωποι κυριολεκτικά πειθαρχούσαν, την απείθαρχη μπάλα. Την έκαναν αυτοί ό, τι ήθελαν και όχι εκείνη, που ήταν συνηθισμένη να έχει τον πρώτο λόγο και κανένας άλλος…
Ωστόσο, Μαραντόνα και Πελέ, άφησαν παρακαταθήκη μια σχολή δικής τους ιδιοκτησίας… Σχολή ποιητών της μπάλας, που κυριαρχεί η τέχνη, το μυαλό, η φαντασία, το συναρπαστικό ποδόσφαιρο.
Ευτυχώς που στους νεότερους του αθλήματος συγκαταλέγονται με πορεία κορυφής «αρχισολίστες» μπαλαδόροι. Άξιοι συνεχιστές τους: Ροναλντίνιο, Ρομάριο, Ρονάλντο, Ριβάλντο, Μπατιστούτα, Κρόιφ και άλλα βαριά ονόματα, που τους ακολούθησαν οι Μέσι, Ρονάλντο, Ινιέστα, Σοάρες και άλλοι.
Όμως, η ιστορούμενη διαδρομή των δύο ιερών τεράτων του παγκόσμιου ποδοσφαίρου θα ήταν ελλιπής αν δεν περιελάμβανε, εν είδη απολογισμού, και μερικά από τα, επί των γηπέδων, ατομικά και μεγαλειώδη επιτεύγματά τους. Γιατί, όπως θα υποστήριζαν οι ζηλωτές του θεαματικού ποδοσφαίρου, είναι αναγκαίο να αποτελέσουν παράδειγμα προς μίμηση για τους επιγενόμενους λειτουργούς του βασιλιά των σπορ. Επ’ αυτού έχουμε και λέμε λοιπόν:
Πελέ: Τρεις τίτλοι Μουντιάλ με την Εθνική Βραζιλίας. Ανάδειξη της Βραζιλίας σε παγκόσμια ποδοσφαιρική υπερδύναμη. Συνολική συγκομιδή: 618 γκολ σε 642 αγωνιστικές συμμετοχές με την Εθνική Βραζιλίας και τις Σάντος, Κόσμος.
Μαραντόνα: Δυο τίτλοι Μουντιάλ με την Εθνική Αργεντινής (1986, 1990). Δυο πρωταθλήματα με την μικρομεσαία (για την δεκαετία του `80) Νάπολι, 294 γκολ σε 581 εμφανίσεις με τα χρώματα των Αργεντίνος Τζουνιορς, ΜπόκαΤζούνιορς, Μπαρτσελόνα, Νάπολι, Νιούελς, Σεβίλλη και Εθνική Αργεντινής.
«Συγκρίνοντας τους Μαραντόνα και Πελέ, είναι σαν να λες ότι ο Μότσαρτ ήταν μεγαλύτερη μεγαλοφυΐα από τον Μπεντόβεν[…]. Οι δυο τους χάραξαν το όνομά τους στα Μουντιάλ, με 16 χρόνια διαφορά. Παρακολουθώντας τον Πελέ, ήταν σαν να έβλεπες σάμπα στο ποδόσφαιρο. Το έμφυτο χάρισμα, η ξαφνική επιτάχυνση, το δούλεμα των ποδιών του, η ικανότητα στο ψηλό παιχνίδι, η αντίληψη του χώρου τον έκαναν κορυφαίο στο είδος του. Ο Πελέ, βέβαια, «ωφελήθηκε», γιατί έπαιζε σε μια ομάδα με πολλούς καλούς παίκτες, την εποχή που το ποδόσφαιρο δεν είχε γίνει ακόμα κυνικό. Αντίθετα, Ο Μαραντόνα έκανε τις θαυμάσιες παραστάσεις του με συνηθισμένους σκληρούς συμπαίκτες, σε μια εποχή που οι αντίπαλοι δεν παραχωρούν σπιθαμή εδάφους. Ο Μαραντόνα κινούνταν με πιο δυναμικό ρυθμό. Με το μικρό του ανάστημα (1.66μ.) και το καλό μυικό σύστημα ξεπερνούσε τους αμυντικούς, χρησιμοποιώντας την ικανότητά του ν’ αλλάζει κατευθύνσεις με καταπληκτική ταχύτητα».
Αυτή ήταν η απάντηση του βραζιλιάνου Μάριο Ζαγκάλο, παλαιού συμπαίκτη του Πελέ και πρώτου στην ιστορία του ποδοσφαίρου που κατακτούσε το Μουντιάλ, ως παίκτης (1958, 1962) και ως προπονητής (1970), στο ερώτημα «Πελέ ή Μαραντόνα», του Μανώλη Μαυρομάτη, απεσταλμένου των «ΝΕΩΝ» στο Μουντιάλ του 1986, στο Μεξικό.
Για να είμαστε, ωστόσο, μέσα στη λογική των δίκαιων και αντικειμενικών συγκρίσεων, θα πρέπει να τους κρίνουμε με κριτήρια τις «ενδο-γηπεδικές» επιδόσεις τους και όχι με τα εκτός γηπέδων «φάουλ», στα οποία αναμφίβολα ο Μαραντόνα…. διέπρεψε.
Από την άλλη, το εν θέματι διαχρονικό δίλημμα: «Πελέ ή Μαραντόνα», εκ των πραγμάτων συνδέθηκε με την διαφορετική κουλτούρα των δύο άτυπων σχολών, της «Λατινικό-Αμερικάνικης» και της «Ευρωπαϊκής» που έχουν δημιουργηθεί στη μακρά πορεία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Κατά την άποψη των περισσοτέρων, μεταξύ των οποίων και του γράφοντος, οι ρεαλιστές της ψυχρής λογικής που θέλουν στο ποδόσφαιρο: «το αποτέλεσμα να μετράει και όχι το θέαμα…», θα ηττηθούν. Και αυτό γιατί το θεαματικό ποδόσφαιρο, της επίθεσης και των γκολ, είναι συναισθηματική επιλογή. Καθόσον σε όλο και λιγότερους, από το παγκόσμιο φίλαθλο κοινό, αρέσουν οι άμυνες «ξιφολόγχη» και οι ταχυ-δύναμες «ταξιαρχίες», καθώς και οι μονομαχίες «ταύρων», που θέλουν να επιβάλλουν ορισμένοι φοβισμένοι προπονητές. Για αυτό, σήμερα, ίσως το κυρίαρχο ερώτημα πρέπει να είναι τούτο: Θέλουμε το ποδόσφαιρο των χαρισματικών Πελέ, Μαραντόνα και των συνεχιστών τους ή των «μηχανοκίνητων» εντεκάδων; Τελικά τι θέλουμε; «Μαέστρους» ή «καταδρομείς» ποδοσφαιριστές;
