Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος
Απ’ τον ομώνυμο φάκελο με την επικεφαλίδα, που ανασύρεται από τα ράφια της Βιβλιοθήκης Τρούμαν, παρατηρείται μια εμπεριστατωμένη έκθεση για την πολιτική, οικονομική, πολιτισμική και κοινωνική κατάσταση της χώρας μας από τον αρμόδιο κι επικεφαλής της Επιτροπής για την αμερικανική βοήθεια στην Ελλάδα. Απευθύνεται στο αμερικανικό Κογκρέσο με ημερομηνία 28/03/1947, δηλαδή προτού από 69 χρόνια και πλέον κι αφού είχε προηγηθεί επιτόπια, εδώ επίσκεψη.
Η έκθεση έχει ως ακολούθως: «Απ’ ό,τι μπόρεσα να διαπιστώσω, η ελληνική Κυβέρνηση δεν έχει καμιά άλλη πολιτική πρακτική από το να εκλιπαρεί για ξένη βοήθεια, ώστε να διατηρηθεί στην εξουσία, απαριθμώντας θορυβωδώς τις θυσίες της Ελλάδας… Στόχος της είναι να χρησιμοποιήσει την ξένη βοήθεια, ως μέσο για την διαιώνιση των προνομίων μιας μικρής κλίκας εμπόρων και τραπεζιτών, οι οποίοι αποτελούν την αόρατη εξουσία στην Ελλάδα».
Με άλλα λόγια, εννοεί ως προνομιούχους την ανώτερη κοινωνική τάξη, ανθρώπους που κατέχουν νευραλγικές θέσεις - κλειδιά, των εφοπλιστών και των επαγγελματιών - εταιριών που απομυζούν το σφρίγος του ελληνικού λαού, όσων είναι κρατικοδίαιτων, όσων αποτελούν το παρακράτος και φοροδιαφεύγουν.
Και συνεχίζει να γράφει ο Πώλ Πόρτερ: «Η κλίκα αυτή είναι αποφασισμένη να υπερασπίσει με κάθε μέσο τα οικονομικά της συμφέροντα και δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το τι μπορεί να στοιχίσει αυτό στην οικονομία της χώρας. Τα μέλη αυτής της κλίκας επιθυμούν να διατηρήσουν άθικτο ένα φορολογικό σύστημα που τους ευνοεί, με αληθινά σκανδαλώδη τρόπο. Ανατίθενται στον έλεγχο συναλλάγματος, γιατί αυτό θα τους εμποδίσει να εξάγουν τα κέρδη τους στις Τράπεζες του Καΐρου και της Αργεντινής».
Με την ίδια καθαρή διαπίστωση, η ίδια γραπτή αφήγηση: «Δεν διανοήθηκαν ποτέ να επενδύσουν τα κέρδη τους στη δική τους χώρα για να βοηθήσουν στην αναστήλωση της εθνικής τους οικονομίας. Για παράδειγμα, τα συμφέροντα των εφοπλιστών, επίσης προστατεύονται με σκανδαλώδη τρόπο. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία ανθεί στην εποχή μας κι οι εφοπλιστές κερδίζουν τεράστια ποσά, αλλά το χρεωκοπημένο ελληνικό Κράτος δεν αποκομίζει κανένα όφελος απ’ αυτό. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι πολύ γοητευτικοί άνθρωποι. Είναι πάντα πρόθυμοι, όταν πρόκειται να εξυπηρετήσουν την αμερικανική αποστολή για να προάγουν τα δικά τους συμφέροντα».
Τώρα ο Πωλ Πόρτερ συνεχίζει τις αναμνήσεις του από την επίσκεψή του στην Ελλάδα στις 18ης Ιανουαρίου 1947, αρχής γενομένης με τους τραπεζίτες: «Θυμάμαι ακόμη ένα από τα πιο επίσημα γεύματα ενός από τους πιο σημαντικούς τραπεζίτες, που με είχε καλέσει στη βίλα του των Αθηνών. Είχε τρεις σερβιτόρους με λιβρέα, μία ποικιλία απ’ τα πιο καλά κρασιά, και διάφορα φαγητά, περίφημα γαρνιρισμένα. Κατά την διάρκεια του γεύματος, ένας από τους αντιπροσώπους της κλίκας, που ανέφερα, άρχισε να εξυμνεί τις ομορφιές της ζωής κοντά στη θάλασσα, καθώς και τις χαρές των αριστοκρατικών σπορ».
Οι κρίσεις του Πωλ Πόρτερ εγγίζουν την αθλιότητα της Ελλάδας στον κοινωνικό τομέα, παραστατικά και με ενάργεια: «Η αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτό το γεύμα και στα παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα στους δρόμους της Αθήνας, είναι πραγματικά τρομερή. Εδώ δεν υφίσταται κράτος Δικαίου, σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Αντ’ αυτού υπάρχει μία χαλαρή ιεραρχία ατομιστών πολιτικών, μερικοί από τους οποίους είναι χειρότεροι από άλλους, που είναι τόσο απασχολημένοι, με τον προσωπικό τους αγώνα για εξουσία, ώστε δεν έχουν τον χρόνο ν’ αναπτύξουν οικονομική πολιτική, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι είχαν την ικανότητα».
Η κοινωνική ανισότητα που επικρατεί, οξύνει και κάνει πιο οφθαλμοφανές το πρόβλημα επιβίωσης, γιατί επιβαρύνει φορολογικά τους αδύναμους ώμους των φτωχών κι άσημων, απλών Ελλήνων πολιτών, διαλύοντας την συνοχή: «Υπάρχει μεγάλη ανομοιομορφία στο βιοτικό επίπεδο. Οι βιομήχανοι που κερδίζουν υπέρμετρα, έμποροι και κερδοσκόποι διάγουν έκλυτο βίο με πλούτο και χλιδή. Το κοινωνικό αυτό πρόβλημα πήρε διαστάσεις εθνικής εμβέλειας και καμιά κυβέρνηση δεν το αντιμετώπισε αποτελεσματικά».
Συνεχίζοντας με τον ίδιο καταιγιστικό τόνο, τονίζει: «Μεταξύ άλλων, μπορούμε να πούμε ότι οι λαϊκές μάζες περνούν μίαν αθλία ζωή. Αυτοί που κερδίζουν είναι σχετικά λίγοι κατά τον αριθμό… αλλά ο πολυτελής τρόπος ζωής τους μέσα από την φτώχεια, συντείνει στο να υπογραμμίζει την δυστυχία των φτωχών. Μετά την απελευθέρωση, δυόμισι χρόνια, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια κατάσταση νέκρωσης, παρά την ουσιαστική εξωτερική βοήθεια και την αρμόδια εξωτερική καθοδήγηση».
Η επικράτηση απαισιοδοξίας οδηγεί αστάθεια που συνεπάγεται την αβεβαιότητα, νωθρότητα, αδυναμία, έλλειψη: «Σε όλη τη χώρα, από τη μια μεριά μέχρι την άλλη άκρη, απλώνεται μια γκρίζα ανυπεράσπιστη, βαθιά έλλειψη πίστης για το μέλλον, μια λιγοστή πεποίθηση που φέρνει σε πλήρη απραξία, τουλάχιστον αναφορικά με μια μικρή προοπτική. Οι άνθρωποι έχουν παραλύσει από την αβεβαιότητα και τον φόβο, οι επιχειρηματίες δεν επενδύουν, οι καταστηματάρχες δεν αποθηκεύουν προμήθειες».
Δεν υπάρχει ούτε υφέρπουσα αμφιβολία ότι αυτό το κείμενο είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος του σαν να γράφτηκε σήμερα, με τα Μνημόνια. Οι περιστάσεις τότε και τώρα είναι ανάλογες, αλλά και για πιο ακρίβεια, πάμε πιο πίσω. Πάντως ανέκαθεν η πελατειοκρατία, η ψηφοθηρία και τα διαπλεκόμενα συμφέροντα δεν έλειψαν ποτέ.
