Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος
Πρόκειται για την Αγία Κυριακή, που είναι πολιούχος του χωριού μας κι αδιαφιλονίκητη προστάτρια όλων των κατοίκων της περιοχής μας, οι οποίοι την αναγνωρίζουν ως αρχόντισσα της ζωής τους, πιστεύοντας στην αγιότητά της. Αυτή στο λεξιλόγιό μας είναι μοναδική κι ανεπανάληπτη. Όταν γίνεται αναφορά σ' αυτήν μουδιάζουμε σύγκορμα απ’ την αναξιότητά μας. Δεν τολμούμε να προφέρουμε το καταξιωμένο όνομά της, Κυριακή, γιατί το ταυτίζουμε με κάτι το υψηλό, το ιερό, το άφθαστο, το ασύλληπτο, το ανώτερο, που απαιτεί πρώτα τον εξαγνισμό μας για να μπορέσουμε να το προφέρουμε.
Επειδή η εκτίμησή μας προς αυτήν είναι απέραντη, ενώ εμείς αισθανόμαστε πλήρως τη μικρότητά μας, η οποία κιόλας συντρίβεται μπροστά στο άκουσμά της, γι’ αυτό με τον όρο «Αγία» εννοείται μόνον η Αγία Κυριακή, που διάλεξε το Μοναστήρι της στις νότιες υπώρειες της Νεράιδας, κοντά στη σμείξη του Γρεβενίτη με την Γκούρα που χύνεται στον Άσπρο. Πάνω απ’ εκεί στον απότομο γκρεμό της ράχης «στ’ Αμπέλια», σε μια σπηλιά, που μόνον γίδια και τρελοί από το ευμέγεθες ρεπερτόριο των θαυμάτων της, μπορούν να την επισκεφτούν, ανάβει το καντήλι της, το οποίο σιγοκαίει νύχτα-μέρα και φωτίζει και τη Λαφίνα παραπέρα και την Κορυφή απέναντι και το Σκαρπάρι αντίκρυ και τα Θεοδώριανα πίσω απ’ τη ράχη «τ’ Άη Λιά» και το Παχτούρι και τον Αετό ολόγυρα και όλη την περιοχή παραπέρα στο Μυρόφυλλο, στο Πέτα, στην Άρτα κι ακόμη πιο μακριά.
Αλήθεια! Αυτόν τον τόπο, που βρίσκεται δίπλα από τον εθνικό δρόμο Άρτας- Τρικάλων, δικαιολογημένα πολλοί, ανάμεσά τους κι ο αείμνηστος Δημοσθένης Κόκκινος, τον φαντάστηκαν ως αναμφισβήτητο κέντρο της θρησκευτικής, πνευματικής και πολιτισμικής ζωής της ευρύτερης περιφέρειας. Μακάρι να γίνει ένα είδος κοινής συμμετοχής όλων των περίοικων, Σύνδεσμος όπως η παλιά Αμφικτιονία των Δελφών, στα πρότυπα της Εκατονταπυλιανής της Πάρου ή του Προσκυνήματος της Παναγίας της Τήνου.
Εξάλλου θα ήταν ευχή μας η επέκταση των δραστηριοτήτων του και στον μοναστικό, τον φιλανθρωπικό και παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, τον διοικητικό και τον πολιτικό τομέα. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού χρειάζεται ριζική ανακαίνιση και εκ βάθρου κατασκευής κτιριακών υποδομών και σύγχρονων εγκαταστάσεων, βάσει νέων προδιαγραφών. Κέντρα συνεδριάσεων, Βιβλιοθήκες, πνευματικοί χώροι με Αναγνωστήρια, Γραφεία συλλογικών διοικητικών και πολιτιστικών φορέων κλπ, με αρχιτεκτονικό χρώμα που να συνάδει στον ορεινό χαρακτήρα της περιοχής και στην απονομή σεβασμού στην ιερότητα του εγχειρήματος.
Από αλησμόνητα χρόνια η τιμή που αποδίδονταν στο «Μοναστήρι», το οποίο δεν χρειάζονταν άλλον συνοδευτικό και στενό προσδιοριστικό χαρακτήρα για την καθολική κατανόησή του, ούτε Αγίας Κυριακής, ούτε Νεράιδας, αλλά εκφέρονταν από όλους «με γεμάτο το στόμα», ήταν τόσο μεγάλη που η αναφορά του προκαλούσε ρίγη συγκίνησης, ενώ συγχρόνως απαιτούσε σημαντική καθαρότητα ψυχής. Η αίγλη κι η ευδοκίμηση, όμως που απόλαυσε στην εποχή του καλόγερου Ανανία (περίπου 1750 μΧ).
Τότε είχε επίκεντρο το εργαστήρι αλευροποίησης στα «Μυλωνάδια» και τον οικισμό της «Αγίας Τριάδας, επίσης «χίλιες σιούτες γίδες», τα κουδούνια να αντιλαλούν στον «Μσονήσι», οι βοσκοί κι οι βοηθοί να είναι αναρίθμητοι, τα θαύματα της Αγίας να κάνουν θραύση ακολουθώντας την πρωτοφανή κι αυξημένη κινητικότητα, γιατί δεν πίστευε τότε ο λαός στην παθητικότητα του «πέσε πάπα να σε φάω», αλλά είχε διάχυτη την αντίληψη στο αρχαιοελληνικό ρητό «συν Αθηνά και χείρα κίνει», ήταν ανυπέρβλητη, χωρίς προηγούμενο, ανεπανάληπτη.
Ακόμη όμως, το επί τρεις φορές κτίσιμο του Καθολικού, η επί δύο φορές ανοικοδόμηση των κελιών και των άλλων καταλυμάτων, η επί τρεις φορές ανανέωση του υδραγωγείου κι ανακατασκευή και βελτίωση των σωληνώσεων ύδρευσης με σύστημα ψύξης για εύληπτη πόση κι υπόγεια δεξαμενή ομβρίων για πότισμα των κήπων, όλα αυτά και τόσα άλλα προδίνουν κι ομολογούν περίτρανα και την διαχρονική ακμή του «Μοναστηριού».
Δεν υπήρξε το 1943 μόνον το καλύτερο κτιριακό συγκρότημα της περιοχής για να χρησιμοποιείται ως νοσοκομειακή μονάδα απ’ τους Έλληνες αντάρτες, όπου τους τραυματίες γύρω στους είκοσι τους έκαψαν ζωντανούς οι Γερμανοί και για τα θύματα αυτά κανένας υπεύθυνος φορέας δεν μερίμνησε ακόμη για ανέγερση μνημείου ή έστω μιας περικαλλούς στήλης, αλλά και σήμερα η φήμη του είναι διαδεδομένη σε μεγάλη ακτίνα εμβέλειας. Σ’ αυτό το γεγονός συντέλεσαν κατά πολύ οι άοκνες κι επιδέξιες προσπάθειες του εφημέριου της ενορίας Νεράιδας Θοδωριανίτη ιερέα Θωμά Πλακιά, μέχρι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης του 1974.
Θυμούμαι παλιότερα, δηλαδή μέχρι την δεκαετία του 1970, οπότε συνέπιπτε κι η αμέριμνη παιδική μου ηλικία, ιδίως στην γιορτή της Αγίας στις 7 Ιουλίου και τον Δεκαπενταύγουστο με τις παρακλήσεις, η κοσμοσυρροή προσκυνητών ήταν τεράστιων διαστάσεων. Τότε, όλο το χωριό της Νεράιδας άδειαζε, οι «κάναλες Σκορλίγκα» στο Σκαρπάρι, η στράτα του ΄Αη Λιά στο «Ρόγγι», στο «Φτερούσιο», στο «Αλωνάκι», η δίοδος απ’ τον αυχένα του όρους «Νεράιδας» που πέρναγε μέσα από το χωριό και κατέβαινε στα «Βακούφκα», όπου έσμιγε και με άλλους από διαφορετικές κατευθύνσεις κι όλοι μαζί έπιαναν το μονοπάτι που μέσα από «τα Πλατανάκια», «το Κλούρ’», «τ’ Κουλουνιώτ’», «τα Βρούδια οδηγούσε στο «Μοναστήρι». Όλα τα δρομάκια του χωριού γέμιζαν από αμέτρητο μελίσσι πιστών, που έμοιαζαν σαν ατέλειωτοι κρίκοι αλυσίδας, σαν πελώριο και πλουμιστό φίδι.
Η μετακίνηση τότε γινόταν με τα πόδια, καθώς ο πολιτισμός του αυτοκινήτου ήταν ακόμη ανύπαρκτος, γι’ αυτό απαιτούνταν μεγάλη χρονική διάρκεια κι ίσως αρκετές ημέρες για τους μακρινούς. Το βάρος από τις αποσκευές προσωπικής χρήσης και τα τάματα ή αφιερώματα έκανε αβάστακτη την κούρασή τους, που σε συνδυασμό με την ανυπόφορη ζέστη του καλοκαιριού, έκανε βαρύ τα βήματά τους κι αποτυπώνονταν με ενάργεια στην εντύπωσή μας, με την αργόσυρτη κίνησή τους, που κι αυτή ανέδυε το μέγεθος της ακατάλυτης πίστης τους.
Κι εγώ τότε, αφού απ’ τα σφενδάμια και τα πεζούλια της «Ραχούλας» που ήταν το σπίτι μου, αγνάντεβα για πολύ ώρα το συμφερτό των προσκυνητών να «τραβά» προς τα κάτω, κοντά στ’ απόσκια καμιά ώρα πριν από το «σούρωπο», ακολουθούσα κι εγώ τον κατήφορο σμίγοντας στον ίδιο προορισμό. Μόλις «ξεκάμπαγα» στον «λαιμό» στο εικόνισμα του Χρήστου Ντίνου τελειώνοντας η ράχη «στ’ Αμπέλια» κι αντικρίζοντας «το Μοναστήρι», άκουγα τα «βιολιά» που έπαιζαν στο προαύλιο.
Όσο πλησίαζα διέκρινα χορευτές-πιστούς να χορεύουν, υπαίθρια πρόχειρα καφενεία μέσα κι έξω από τη μάνδρα, ψησταριές και μικροπωλητές να διαλαλούν το εμπόρευμά τους κι ο κόσμος «τσούρμο». Ήταν 6 Ιουλίου, παραμονή της «Χάρης της» και έξω γινόταν το λαϊκό πανηγύρι προς τιμή της Αγίας, ενώ μέσα στον Ναό ετοιμάζονταν οι ιερείς για τον Εσπερινό, οπότε με την έναρξή του θα σταματούσαν τον κοσμικό τόνο για να δώσουν θέση στον ξεκάθαρα πνευματικό χαρακτήρα.
Μετά την Ακολουθία ξανάρχιζε πάλι η ίδια κίνηση του κόσμου, όπως πρώτα, μέχρι το ξημέρωμα, που ξεκινούσε η Θεία Λειτουργία. Σε όλο αυτό το διάστημα εγώ ήμουν θεατής των δρώμενων, χωρίς την ενεργό συμμετοχή μου, λόγω της μικρής μου ηλικίας για τα δεδομένα της εποχής, που επικρατούσε η αυστηρή παιδαγωγική της σεμνοτυφίας, του στείρου διδακτισμού και του βούρδουλα του εξαναγκασμού, η οποία δεν επέτρεπε την ανάπτυξη πρωτοβουλιών, αυτενέργειας κι υπευθυνότητας, προπαντός μπροστά στα μάτια των ενήλικων που ασκούν την αγωγή (δασκάλων, γονιών, ηλικιωμένων).
Επειδή το βράδυ, όταν έρχονταν η ώρα του ύπνου στα κελιά είχε ενοχλητικά κουνούπια, γι’ αυτό εμείς, κάμποσοι «νουματαίοι» πηγαίναμε στο βάθος της απέραντης «λάκας», κοντά στους πρόποδες απ’ το «Τσογκάνι», όπου στρώναμε και ξαπλώναμε κάτω στο χορτάρι σε κάνα «τσόλι» και «κουρελού» σε σχήμα πέταλου και στο κέντρο ανάβαμε φωτιά για να διώχνει όλα τα «ζουζούνια».
Παρόμοιο στυλ τηρούνταν και τον Δεκαπενταύγουστο, με την διαφορά όμως ότι δεν υπήρχαν όργανα και χορευτές και μικροπωλητές, ούτε πολλοί ιερείς, αλλά πάλι πλήθος κόσμου από διάφορα μέρη προέλευσης. Το πνεύμα τώρα εντοπίζεται περισσότερο στον εκκλησιαστικό τομέα. Περισσότερο με ενθουσίαζε το μέλος στους δύο Παρακλητικούς Κανόνες (Μικρός και Μέγας) που αντικαθιστούσαν την Ακολουθία του Εσπερινού, γι’ αυτό παρακαλούσα από μέσα μου να λείπει κάποιος ψάλτης κι έτσι να μου επέτρεπε ο ιερέας να ψάλλω κανέναν Ύμνο. Και στις μέρες μας, αν και εγκαταλείφτηκε η συμμετοχή οργάνων στη γιορτή, εντούτοις μαθαίνω – γιατί η μοίρα με έταξε και τώρα αναγκαστικά κι από χρόνια, απ’ την αρχή της ενηλικίωσής μου, να είμαι πάλι παρατηρητής, αλλά σε όλα τα δρώμενα (πνευματικά και κοσμικά) κι από πολύ μακριά – μεγαλύτερη κοσμοσυρροή με αυτοκίνητα πια και πίστη πιο τρανή.
Σήμερα απ’ τα πράγματα, δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στη Θεία λατρεία, χωρίς προλήψεις, αλλά με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια και περισσότερο ρεαλισμό και γνώση ότι η εικόνα της Αγίας τιμάται, επειδή αναπαριστάνει την ίδια, στην οποία μεταβιβάζεται η εξαιρετική τιμή με τις μετάνοιες, την προσκύνηση, τα τάματα, τις αφιερώσεις, τα κεριά, τις ευλογίες. Η εικόνα, η ζωγραφιά, το ξύλινο πλαίσιο αντλεί έμμεσα τον αγιασμό, ως αποτύπωση της Αγίας.
Και μέσα στα βάθη της Χριστιανικής μας ιστορίας, πολλές φορές βλέπουμε ότι έχουν ξεχωριστή θέση και θαυματουργούν κιόλας άγιες εικόνες, άμφια ή ρούχα αγίων, οστά τους, προσωπικά αντικείμενά τους, το σχήμα του Σταυρού κλπ. Αυτός λοιπόν, για τον οποίο παραπάνω σημειώθηκε, αποτελεί τον τύπο, στον οποίο όμως η Ορθοδοξία μας δεν αρκείται, αλλά απαιτεί και τη συμπλήρωσή της, την ουσία. Την τελευταία επικυρώνει η πίστη που απορρέει από αγνή καρδιά, άδολη κι ανεξίκακη πρόθεση, εποικοδομητική κι ενεργητική διάθεση. Ευτυχώς η σημερινή άκακη συμπεριφορά, ευθύτητα κι ειλικρίνεια αντικαθιστά την υποκρισία, σκοπιμότητα κι υστεροβουλία του παρελθόντος.
