Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

Αγαπητές συμπατριώτισσες, αγαπητοί συμπατριώτες, Χριστός ανέστη!
Καταρχάς επιτρέψτε μου να σας συστηθώ. Είμαι ο Βασίλης Μαλισιόβας• γεννήθηκα και μεγάλωσα σ’ ένα πολύ μικρό χωριό, τη Μαρκινιάδα Άρτας (Δήμος Νικολάου Σκουφά) και σήμερα μένω στην Αθήνα, όπου εργάζομαι ως επιμελητής εκδόσεων (συνοπτικό βιο-γραφικό μου μπορείτε να διαβάσετε σε αντίστοιχο πλαίσιο).
Ως λεξικογράφος, που έχει ζυμωθεί με τον τόπο του και το γλωσσικό του ιδίωμα εδώ και πολλά χρόνια, έχω ξεκινήσει μια φιλόδοξη προσπάθεια: να συγγράψω ένα Ηπειρώτικο Λεξικό.
Στο πλαίσιο της συγκέντρωσης παλιών λέξεων και φράσεων, έχω φτάσει σε ένα ικα-νοποιητικό σημείο, όμως καθημερινά διαπιστώνω ότι ο γλωσσικός πλούτος της Ηπείρου είναι πραγματικά ανεξάντλητος. Έτσι, παρά το ότι έχει ήδη δημιουργηθεί ένα αρκετά μεγάλο λημματολόγιο (για τα δεδομένα ενός τέτοιου ειδικού λεξικού), ζητώ τη συνδρομή σας για την ακόμα μεγαλύτερη κάλυψη και εκπροσώπηση των διαφόρων περιοχών της Ηπείρου όπου ομιλούνται τα διάφορα ιδιώματα.
Αυτό μπορείτε να το κάνετε επικοινωνώντας μαζί μου, για να μου πείτε κάποια παλιά λέξη, φράση, παροιμία ή παροιμιώδη φράση κ.λπ, είτε χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα είτε όχι. Το σημαντικότερο όμως δεν είναι η σημασία της λέξης, όσο η χρήση της μέσα στον κα-θημερινό λόγο. Τονίζω ότι δεν παίζει κανένα ρόλο το μορφωτικό επίπεδο των πληροφορη-τών – απεναντίας, «ιδανικός» πληροφορητής είναι αυτός που είναι ολιγογράμματος ή και αγράμματος, ο οποίος όμως έχει οργανική σύνδεση με τη «γλώσσα» αυτή.
Επειδή, φυσικά, δεν είναι δυνατόν κάποιος να ανακαλέσει στη μνήμη του αυτομάτως όλες τις παλιές λέξεις, θα ήταν χρήσιμο να διαβάσετε τις ακόλουθες οδηγίες για τη συγκέ-ντρωση του υλικού. Ακόμη και ελάχιστες λέξεις να θυμηθείτε, κι αυτό είναι κέρδος για την έρευνα, αφού θα τεκμηριωθεί η γεωγραφική κάλυψη των ιδιωμάτων.
Η ανταμοιβή όλων μας θα είναι να βγει μια έκδοση αξιοπρεπής, ένα λεξικό που θα κάνει υπερήφανο τον κάθε Ηπειρώτη και την κάθε Ηπειρώτισσα. Ένα έργο που το οφείλου-με τόσο σε αυτούς που έφυγαν, όσο και σε αυτούς που θα έρθουν μετά από εμάς, για να μας θυμούνται. Κυρίως όμως, για να τους κάνει να αγαπήσουν ακόμη περισσότερο τη λατρεμένη πατρίδα μας, την Ήπειρο.
Εύχομαι από καρδιάς κάθε καλό για όλους σας και όλες σας!
Με εκτίμηση
Βασίλης Μαλισιόβας
Έμφαση στο κείμενο και τη γλωσσική χρήση
Ως προς την ταυτότητα του υπό συγγραφή Ηπειρώτικου Λεξικού, θα μου επιτρέψετε να δώσω τον λόγο σε έναν κατεξοχήν ειδικό, τον γλωσσολόγο-λεξικογράφο Γιώργο Μπάτζιο (Κέντρο Λεξικολογίας):
«Το Ηπειρώτικο Λεξικό του Βασίλη Μαλισιόβα περιλαμβάνει χιλιάδες διαλεκτικές λέξεις και φράσεις που απαντούν σε ιδιώματα της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου. Είναι οργανωμένο κατά σημασίες, με σύντομα, κατατοπιστικά ερμηνεύματα, που συμπληρώνονται από αυθεντικά παραδείγματα χρήσης. Σε αρκετά λήμματα προ-στίθεται και ετυμολογία, ενώ η εσωτερική συνοχή του υλικού εξασφαλίζεται με πλή-θος παραπομπών. Επιπλέον, ένα αναλυτικό και εύχρηστο εισαγωγικό διάγραμμα δίνει μια κατά το δυνατόν πλήρη εικόνα της φωνολογίας και μορφολογίας των ιδιω-μάτων αυτών, που μπορεί να σταθεί και ως αυτοτελής γραμματική περιγραφή.
Το στοιχείο όμως που διαφοροποιεί το λεξικό αυτό αισθητά από άλλα του είδους του (κάνοντάς το ταυτόχρονα και ενδιαφέρουσα πρόταση για έναν νέο, “αναγνώσιμο” τύπο διαλεκτικής περιγραφής), είναι η μεγαλύτερη έμφαση στο κείμενο και τη γλωσσική χρήση και λιγότερο στην κωδικοποιημένη πληροφορία. Αυτό γίνεται: α) με την παράθεση αυθεντικών, συχνά εκτεταμένων, δειγμάτων χρήσης, αντλημένων από προσωπική καταγραφή του προφορικού λόγου γηγενών ομιλητών, β) με τον αναλυτικό, αρκετά γλαφυρό ενίοτε, σχολιασμό των πραγματολογικών δεδομένων της χρήσης των λέξεων και φράσεων, που τις εντάσσει αβίαστα μέσα στον φυσικό κειμενικό τους χώρο. Το συμπληρωματικό πλήθος εγκυκλοπαιδικών και λαογραφι-κών στοιχείων που προκύπτει κάνει το βιβλίο αυτό κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό διαλεκτικό λεξικό: ένα πολύχρωμο γλωσσικό, εγκυκλοπαιδικό και λαογραφικό πανόραμα ενός ζωντανού αλλά φθίνοντος τοπικού πολιτισμού – και γι’ αυτό τον λό-γο έναν ακόμα πολυτιμότατο για τους καιρούς μας κρίκο με το παρελθόν που ανε-πίγνωστα μας διαμορφώνει».
ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΥΛΙΚΟΥ
Το συνοπτικό ερωτηματολόγιο συνοψίζεται σε γενικές γραμμές στους εξής άξονες (ενδιαφέρουν τόσο οι κυριολεκτικές σημασίες των λέξεων όσο και οι μεταφορικές):
1. Μέρη σώματος, π.χ. κόμπος (η άρθρωση των δαχτύλων), άντζα (η κνήμη) κ.ο.κ.
2. Σπίτι, προσκτίσματα και γενικώς κτίρια/κατασκευές (γενική και τεχνική-εξειδικευμένη ορολογία): κρυφοκάλυβα (ιδιοκατασκευασμένο πρόχειρο οίκημα στη διάρκεια της Κατοχής), μαντζάτο (το καθιστικό).
3. Ζώα – Πτηνά – Φυτά – Έντομα – Ψάρια (π.χ. τσίμα: ψάρι της λίμνης των Ιωαννί-νων).
4. Φαγητά, ποτά, ιδιοπαρασκευασμένες τροφές / υποκατάστατα τροφίμων κ.λπ.
5. Γιορτές (και θρησκευτικές), κοινωνικός βίος – διαβατήριες τελετουργίες (γέννηση – γάμος – θάνατος).
6. Τέχνες, επαγγέλματα και ασχολίες παντός είδους: γανωτζής (αυτός που επικασ-σιτέρωνε χάλκινα αντικείμενα), χαλβατζής (πωλητής χαλβά σε πανηγύρια).
7. Αξιολογικοί χαρακτηρισμοί (και μειωτικοί).
8. Ευχές: «Να είσι καλά, σαν τα ψ’λά τα β’νά/σαν τα β’νά τ’ Ουλύμπου», «Να είνι ουλουένα τα χέρια σ’ γιουμάτα». Αλλά και κατάρες: «Να τουν βρουν μπανούζι!» (κρύο, δηλ. νεκρό), «Να τουν φ’λήσου κρύου!» (όμοια σημασία).
9. Φυσικά φαινόμενα / περιγραφή της φύσης-τοπιογραφίας.
10. Εκφράσεις ευρέως διαδεδομένες, αλλά και όσες εμφανίζουν αυστηρό επιχωρια-σμό (εμφανίζονται σε μια συγκεκριμένη περιοχή).
11. Λέξεις που αναφέρονται στην Τουρκοκρατία και έχουν επιβιώσει, έστω και πα-ρεφθαρμένες ή με σημασιολογική διαφοροποίηση, π.χ. κατής, σπαής.
12. Λέξεις με διαφορετικό γένος απ' ό,τι στην Κοινή Νεοελληνική (π.χ. ο κοτέτσος αντί το κοτέτσι, ο πεύκος αντί το πεύκο κ.ο.κ.) ή και παραφθαρμένες (π.χ. σαλαμέ-ντρα αντί σαλαμάνδρα).
13. Έθιμα καθόλη τη διάρκεια του έτους (εορτολογικός-εθιμικός κύκλος): πολυσπό-ρια (21 Νοεμβρίου), τζιαμάλα (η φωτιά των Απόκρεω στα Γιάννενα).
14. Ονομασίες ασθενειών / πρακτική ιατρική / γιατροσόφια.
15. Υποκοριστικά ανδρικών και γυναικείων ονομάτων. Γώγος (Γιώργος), Τσίλιας (Βασίλης), Κωστάντω (Κωνσταντίνα), Τσιέβω (Παρασκευή), Φρίδω (Αφροδίτη), Φρείδω (Φρειδερίκη) κ.ά.
16. Παροιμίες/παροιμιώδεις φράσεις, λαϊκοί μύθοι, ανεκδοτολογικές διηγήσεις και δημοτικά τραγούδια.
17. Μονάδες μέτρησης: βάρους, ύψους, αποστάσεων κ.λπ. (π.χ. δράμι, οκά, οργιά, φουρκί κ.ο.κ.).
18. Ρήματα δηλωτικά αισθήσεων, π.χ. ακουρμαίνομαι (ακούω, αφουγκράζομαι).
19. Παρασυνδεδεμένες λέξεις (π.χ. η λέξη οκνά σημαίνει χένα και προέρχεται απ' το τουρκικό kina, με παρασύνδεση προς τη λ. οκνός).
20. Ετερόκλιτα ουσιαστικά (π.χ. ο τοίχος – τα τοίχια, ο τσίγκος – τα τσίγκια, ο μπαξές – τα μπαξέδια, ο βασιλικός – τα βασιλικά).
21. Λέξεις που στην Ήπειρο έχουν διαφορετική σημασία απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ελ-λάδα. Για παράδειγμα, η λ. κολλάω (αναρριχώμαι): «Κόλλα απάν’ στ’ σ’κιά κι μάσι (μάσε: μάζεψε) κάνα σύκου!».
22. ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟ: Όποια λέξη θυμάστε απ’ τους προγόνους σας, ή και ό-ποια σημασία είναι διαφορετική απ’ τη διαδεδομένη.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
• Στη λεξικογραφία δεν υπάρχει ευσεβισμός, οπότε καταγράφονται όλες οι λέ-ξεις, ακόμη κι αυτές που θεωρούνται άσεμνες.
• Στο λεξικό καταγράφονται μόνο τα ιδιώματα του γενικού πληθυσμού, όχι ό-μως τα ιδιώματα που αφορούν εθνοτικές ομάδες (π.χ. Βλάχικα) ή συνθηματι-κές γλώσσες (μαστορικά ή κουδαρίτικα, καζαντζίδικα ή αλειφιάτικα, γύφτικα κ.ο.κ.). Για τα προαναφερθέντα θα υπάρχει ένα ειδικό σχόλιο στο κυρίως σώμα του λεξικού.
Βιογραφικό
Ο Βασίλης Μαλισιόβας γεννήθηκε το 1970 στη Μαρκινιάδα Άρτας, όπου και μεγά-λωσε. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Κοινωνική Θεολογία στο Εθνικό Καποδι-στριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εξειδικεύτηκε στην Παλαιογραφία, Ιστορία, Έκδοση & Κριτική του Κειμένου. Ως ερευνητής έχει συνεργαστεί -μεταξύ άλλων- με το Μου-σείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης (ΜΕΛΤ), το Μουσείο Λουτρών & Σωματικής Υγιεινής, το Ελληνικό Λογοτεχνικό & Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ). Ως διορθωτής-επιμελητής, είχε συνεργασία με πολλούς εκδοτικούς οίκους (Λιβάνης, Παπαδήμας, Μεταίχμιο, Άγκυ-ρα, Αλεξάνδρεια, Παπασωτηρίου κ.ά.). Συνεργάτης του Κέντρου Λεξικολογίας (επι-μέλεια λεξικών Γ. Μπαμπινιώτη). Εταίρος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας (ΕΛΕ). Ζει στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως επιμελητής εκδόσεων-λεξικογράφος.
Τηλ. οικίας: 210-6400496 (μετά τις 16.00, καθημερινά)
Κιν.: 6974-004361
E-mail: vasilis.malisiovas@gmail.com
LinkedIn: Vasilis Malisiovas
ΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΛΕΞΙΚΟΥ
Αγωγιάτης/Αγωιάτης: μεταφορέας. Οι αγωγιάτες μετέφεραν όχι μόνο εμπορεύματα από την πόλη προς τα χωριά (συνήθως εμπορεύματα για τα μπακάλικα), αλλά και ανήμπορους ανθρώπους (γέροντες, λεχώνες, μικρά παιδιά), δηλαδή η δουλειά τους περιελάμβανε αυτή του σημερινού μεταφορέα, του ταξιτζή, του ταχυδρόμου, αλλά και του οδηγού ασθενοφό-ρου. Αγωγιάτες λέγονταν όσοι πραγματοποιούσαν δρομολόγια εντός των ορίων των νομών (μεταξύ χωριών και της πρωτεύουσας του νομού ή και των κωμοπόλεων), ενώ όσοι έκαναν μεταφορές και προς το εξωτερικό (κυρίως στα Βαλκάνια) λέγονταν κιρατζήδες, βλ.λ. «Κά-πουτι ήταν ένας χαζός αγουιάτ’ς, μέτραγι τ’ άλουγα καβάλα (δηλ. έφιππος). Τα ’βγανι 39 κι έλιγι ότι το’ ’λιπι (του έλειπε) ένα... Κατέβινι απ’ του θ’κό τ’ τ’ άλουγου κι τα ’βγανι 40! Ματανέβινι στ’ άλουγου, πάλι 39 τα ’βγανι... Αυτήνη η δ'λειά γένουνταν ούλη τ' μέρα...». Βλ. επίσης χάνι, χανιτζής.
Αλιμουριάζω: λεηλατώ.. «Του Φλιβάρη του ’44 φύγαμαν απ' τα Γιάννινα για του Καπέ-σουβου κι γυρίσαμαν τουν Ουκτώβριου του ’44, τέλη του μηνός. Τουν Αύγουστου του ’44, π’ θα έφιβγαν οι Γιρμανοί, οι τριιψιλίτις (βλ. τριεψιλίτης) τ’ αλιμούριασαν κι του σπίτι κι του μαγαζί μας. Όταν τιλείουσι ου πόλιμους, ου μακαρίτ’ς ου πατέρας μ’ πήγι να βρει τ’ν πλάστιγγα απ’ του μαγαζί... Τ’ν είχι ένας ιδώια παρακάτ'... ‘-Φέρ' τη ιδώ...’, ‘-Δε σ’ τ’ δίνου... Ιγώ τ’ν αγόρασα...’. Όποιους ήθιλι, έμπινι κι αλιμούριαζι ό,τι ήθιλι... Ήταν αν’χτές οι πόρτις... Θ’μάμι στου σπίτι μας δεν είχαν αφήκει τίπουτα! Τ’ν πρώτη βραδιά π’ γυρίσαμαν στα Γιάννινα, στου σπίτι μας, κοιμηθήκαμαν στα χουρταρουμίντιρα (αχυροστρώματα). Μας έδουκαν σκιπάσματα κάτι γειτόνοι... Κι μία ξαδέρφη μ’ ήφιρι μία ουκά ψουμί κι φάγαμαν καταή, σαν τα σκ’λιά... Ούτι καρέκλα υπήρχι, ούτι τίπουτα...».
Γιορτόπιασμα: λέξη υβριστική. Επειδή απαγορευόταν απ’ τη θρησκεία η συνεύρεση κατά τις μεγάλες γιορτές (όπως και κατά την παραμονή τους), παλαιότερα πίστευαν ότι τα παιδιά που «συλλαμβάνονταν» αυτές τις μέρες είχαν δαιμονική ενέργεια και πολύ συχνά είχαν κά-ποιο σωματικό ελάττωμα. Τα παλιά χρόνια, συχνές ήταν οι υπενθυμίσεις των γονιών προς τα παντρεμένα παιδιά τους: «Αύριου είνι τ’ Αϊ-Ν’κουλάου... Του νου σας… μη βγάλιτι κάνα γιουρτόπιασμα!». Η λ. πολύ συχνά σημαίνει το άτακτο παιδί: «Άμα σι πιάσου στα χέρια μ’, μουρέ γιουρτόπιασμα, αλίμουνό σου!». Για το β’ συνθετικό «πιάσμα», βλ. και γεροντό-πιασμα, απόπιασμα, τουρκόπιασμα.
Δισάκι: ο διπλός σάκος, δηλ. δύο σάκοι (δυο ταγάρια) που μεταξύ τους ενώνονται με πλατιά λωρίδα από το ίδιο ύφασμα. Το μεταχειρίζονταν ιδίως για να μεταφέρουν τρόφιμα ή άλλα πράγματα στους ώμους τους. Το κρεμούσαν επίσης στο σαμάρι των υποζυγίων, μάλιστα λόγω της πλατιάς λωρίδας τους δεν χρειαζόταν να το φορτώσουν, αλλά το έριχναν πάνω στο σαμάρι κατά τρόπο που ο ένας σάκος να είναι από το ένα πλευρό κι ο άλλος από το άλλο πλευρό του ζώου. Με δισάκια μετέφεραν μικρά ζώα (π.χ. κατσίκια) για πώληση στην πόλη. «Του δισάκι τού ύφιναμαν στουν αργαλειό. Είχαμαν μιγάλα δισάκια, χώραγαν δυο κατσίκια, ή κι τέσσιρα άμα ήταν μ’κρά... Όποιους είχι ζώου (υποζύγιο), έβανι του δισάκι στου σαμάρι. Άμα δεν είχι ζώου, του κ’βάλαγι μαναχός του, στ’ν πλάτη... Μ’ αυτά τα δισάκια κ’βάλαγαμαν τ’ αρνουκάτσικα κι πάιναμαν στ’ν Άρτα κι τα πούλαγαμαν... Βέλαζαν τα κακουμοίρ'κα...».
Έβγα: (προστ.) βγες. «Έβγα, Αγιά Βλαχιόρενα (Βλαχέρνα), να δεις την Παριορήτ’σσα». Αυ-τό λέγεται ότι ειπώθηκε όταν αποπερατώθηκε ο βυζαντινός ναός της Παρηγορήτισσας στην Άρτα (πβ. την αντίστοιχη φράση «Νενίκηκά σε, Σολομών» που είπε ο Ιουστινιανός όταν τελείωσε η κατασκευή του ναού της του Θεού Σοφίας (Αγιά Σοφιά) στην Κωνσταντινούπολη.
Οχτρομαχιά: μεγάλη έχθρα, αβυσσαλέο μίσος. «-Τ’ κραίν’ς (μιλάς) τ’ Μήτσιου; -Τι έχου κι δεν τ’ κραίνου… Ουχτρουμαχιά;», «Έχουν ουχτρουμαχιά αυτοίνοι, ούτι καλημέρα δε λέν’… Κι είνι αδέρφια…».
Οργιά: πρακτική μονάδα μέτρησης μήκους. Ισοδυναμούσε με το άνοιγμα των χεριών σε θέση έκτασης. Σημειώνεται ότι η οργιά χρησιμοποιείται από το Ναυτικό ως μονάδα μήκους (ισοδυναμεί με 1,83 μ.). Τρεις οργιές ισοδυναμούν με μία τριχιά (ως μονάδα μέτρησης). «Κι εγώ μονάχος πέρασα (ενν. τα βουνά της Αραβίνας και τα λαγκάδια της Σύρας) πεζός κι αρ-ματωμένος, με τετραπίθαμο σπαθί, με τρεις οργιές κοντάρι» (ακριτικό του Ρήσου). «Σαράντα οργιές του ψήλου, ρήγισσα τρανή, σαράντα οργιές του ψήλου και δώδεκα πλατύ» (ακριτικό τραγούδι που εξυμνεί το μέγεθος του κάστρου της Ωριάς). «Σαράντα οργιές νερό κόβει αυτό το μαχαίρι», λέμε ειρωνικά όταν αυτό δεν κόβει («δε νικάει», βλ.λ.). «Είδα ένα φίδι σήμιρα... Μ’ κόπ'καν δέκα ουργιές άντιρα (κατατρόμαξα)». «Να τουν θάψουν σαράντα ουργιές στ’ γης!» ή «Να τουν βάλουν σαράντα ουργιές!» (βαρύτατες κατάρες). Η οργιά χρησιμοποιείται απ’ τους παλαιότερους για τον υπολογισμό της ώρας. «Πάει νια (μια) ουργιά απάν’ απ’ τ’ ράχη ου ήλιους» (την άνοιξη-καλοκαίρι είναι περίπου 8 η ώρα το πρωί). Ανάλογους υπολογισμούς βλ. και στα λ. τριχιά (3 οργιές), πήχη. Η πήχη είναι στις 7 το πρωί, η οργιά είναι 8 η ώρα το πρωί, η τριχιά είναι περίπου στις 9 το πρωί (Απρίλιο-Ιούλιο).
Περβατάω: περπατώ. «Λέτι κι ισείς για φτώχεια… Έβαλις ισύ παπούτσια τσαγκαρίσια; Δε μπουρούσις να πιρβατήσεις! Στα Γιάννινα τα παλιά τα χρόνια, προυτού του ’40, φουράγαμαν παπούτσια τσαγκαρίσια… Πουλλοί τσαγκάρ’δις ήταν ατζιαμήδις, δεν έφκιαναν καλά πα-πούτσια... Ένα καλαπόδι είχαν για του κάθι νούμιρου κι έτσι μας πόναγαν τα πουδάρια! Πιρβατάγαμαν κι κλαίγαμαν! Θρήνους! ‘Σώπα, δεν έπαθις τίπουτα... Δεν έβαλις στινά πα-πούτσια...’, λέμι άμα κάποιους έχει μια στινουχώρια κι τουν παρηγουρεί ου άλλους... Τότι που ’ρθαν τα έτοιμα τα παπούτσια, μας είδι ου Θιός! Πήραμαν ανάσα...».
Σφάλαγκας: αράχνη. Όταν έβλεπαν έναν μικρό σφάλαγκα μπροστά τους, πίστευαν ότι θα έρθει επισκέπτης στο σπίτι. Λέγεται και σφαλάγκι. «Όση προκοπή έχει ο σφάλαγκας, τόση προκοπή να δει!» ή «Την προκοπή του σφάλαγκα να κάνει!». Βαριές κατάρες, όσο και ευ-ρηματικές, αφού η αράχνη συνεχώς φτιάχνει τον ιστό της, που καταστρέφεται πολύ συχνά. Ο πληθ. είναι συνήθως ουδετέρου γένους (σφαλάγκια). «Ούι! Γιόμ’σι σφαλάγκια ιδώ! Φέρι μ’ τ’ σκούπα!».
Τζιουμέρκο: Τζουμέρκα, τα Αθαμανικά Όρη (οροσειρά που καταλαμβάνει τμήμα των νο-μών Άρτας, Ιωαννίνων και Τρικάλων), όσο και τα χωριά που βρίσκονται στη συγκεκριμένη περιοχή. «Στο Βουργαρέλι το χωριό, ψηλά μες στο Τζουμέρκο, μια πέρδικα κατάμαυρη, κλεισμένη στο κλουβί της, μοιρολογούσε κι έλεγε μ’ ανθρώπινη λαλίτσα…» (κλέφτικο για τον φόνο του Κουτελίδα). Φιλοπρόοδοι, πανέξυπνοι και με ιδιαίτερη έφεση στα γράμματα και τις τέχνες οι Τζουμερκιώτες, τους προσάπτουν όμως ότι είναι αγύριστα κεφάλια (το η-πειρώτικο πείσμα σε όλο του το μεγαλείο!), σύμφωνα με το παροιμιώδες «Το ’χουν τζιούμα το κεφάλι στο Τζουμέρκο», αλλά και «Τσιόκι (σφυρί) τζιουμερκιώτικο». «Τι καρτιράς... Τζιουμέρκου... Τζιούμα του κιφάλι..». Η γενική είναι Τζιουμέρκου, αλλά και Τζιουμερκιού. «Να ’σι καλά, πιδί μ’, σαν τα β’νά τ’ Τζιουμέρκου/τ’ Τζιουμερκιού» (ευχή).
Ελληνικούρες: λογιοτατισμοί, ακαταλαβίστικα πράγματα. Συχνά οι ηλικιωμένοι «ελληνι-κούρες» χαρακτηρίζουν απλώς τις μη συγκοπτόμενες λέξεις, π.χ. την ερώτηση «Τι κάνεις εκεί;», αντί «Τι φκιάν’ς αυτού;». «Τότι που ’μαν μ’κρή, στα Γιάννινα, θ’μάμι κάτι απού μία επιθιώρηση στου θέατρου (πριν του’ 40) πο’ ’μαθαμαν ιμείς οι κουπέλις, ιγώ κι οι ξαδέρφις μ’... ‘Θέλω, μαμά μου, αντρούλη, λίγο νοστιμούλη, με σγουρά μαλλιά. Θέλω να ’ναι ωραί-ος, να είναι ρωμαλέος και να μη φορεί γυαλιά’... ‘Άει, φιβγάστι (φύγετε) απού δω, παλιου-γουμάρις, μ’ αρχίν’καταν (μου αρχίσατε) τ’ς ιλληνικούρις...’, μας έλιγι η θεια μ’ η Μαρι-γούλα κι μας κυνήγαγι...».
Ζωντανό: ζώο, ιδίως γαλακτοφόρο (κατσίκα, προβατίνα, αγελάδα). «Έχου πέντι ζουντανά, δυο γίδις κι τρεις πρατίνις (προβατίνες)… Ε, να μην αγουράζουμι κι του τυρί στου χου-ριό…», «Ιμείς είχαμαν ζουντανά κι φκιάναμαν πουλύ βούτυρου… Κι στα γιαχνισμένα τα φαϊά βάναμαν βούτυρου... Δεν είχαμαν πουλύ λάδι... Του λάδι του ’χαμαν για φέξη (φωτισμό με λυχνάρι), για του καντήλι κι για τ’ Σαρακουστή, του Δικαπινταύγουστου, τ’ Χ’στού (Χριστούγεννα) κι τ’ Λαμπρή...». Βλ. επίσης χοντρικό.
Κονεύω: σταθμεύω. «Μαύρα μου χελιδόνια κι άσπρα μου πουλιά, αν τύχει κι απεράστε από τον τόπο μου, μηλιά ’χω στην αυλή μου και να κονέψετε, στα φύλλα ν’ ανεβείτε και να λα-λήσετε» (της ξενιτιάς). «Στην Άρτα πάει κι εκόνεψε (ενν. ο Κίτσος Μπότσαρης), σ’ ενού παπά το σπίτι, κι εκ’ (εκεί) έκατσε να φάει ψωμί, να πικρογιοματίσει» (κλέφτικο). «Ο Βελη-γκέκας κίνησε, να πάει στον Κατσαντώνη, επάησε κι εκόνεψε σ’ ενού παπά το σπίτι» (κλέ-φτικο για τον θάνατο του Βεληγκέκα) // μένω. «Κι ένα κονάκι (σπίτι) ξέχωρο, ξεχωριστό από τ’ άλλα, να ’ναι κονάκι ήσυχο και να μην έχει αντάρες, το θα κονέψει ο Θοδωρής, ο κυρ Κολοκοτρώνης» (κλέφτικο) // καταλύω, γίνομαι ενοχλητικός επισκέπτης, κάνω αρμένικη βίζιτα (μετφ.). «Δεν έχουμι όριξη για μ’σαφιρλίκια ιμείς... Αλλά τι να τουν κάμ’ς που κόνιψι...» // εγκαθίσταμαι, στρατοπεδεύω. «Οι αντάρτις είχαν κουνέψει ένα μήνα στου σπίτι μας, του ’48…» // η ίδια λ. χρησιμοποιείται και για τα πουλιά. «Τα χιλιδόνια κόνιψαν στα σύρματα απ’ τ’ς κουλόνις (στύλους ΔΕΗ), γιατί φεύγουν ούλα μαζί».
Μισολάι: μικρός λαγός. «-Ήταν μιγάλους ου λαγός π’ τ’φέκ’σις; -Μπα, ένα μ’σουλάι ή-ταν…».
Ξουρίζω: ξυρίζω. «Ασπροσυγγνέφιασ’ ο ουρανός, τώρα ξουρίζεται ο γαμπρός, ξουράφια από τα Γιάννενα κι ακόνια από την Πρέβεζα» (τραγούδι που λένε κατά το τελετουργικό ξύ-ρισμα του γαμπρού). «Του γαμπρό τουν ξουρίζει ένας π’ να 'χει κι τ’ς δυο τ’ς γουνέους τ’...».
Ορθός: όρθιος. «Κάμετε το κιβούρι μου πλατύ, πολύ ψηλό να γένει, να στέκω ορθός να πο-λεμώ και δίπλα να γιομίζω» (κλέφτικο του γερο-Δήμου). Για χρήση της λ. σε δημ. τραγούδι, βλ. δέξιος, ρογιάζομαι. «Τουν έχου ουρθόν στ’ν καρδιά μ’ αυτόν» (τον εκτιμώ πάρα πολύ). «Πιδί μ’, ξέρ’ς πόσο σ’ αγαπάου... Άμα σκίσουν τ’ν καρδιά μ’, θα σι βρουν ουρθόν!». «-Τι φκιάνει ου μπαρμπα-Κώτσιους; -Ακόμα κι τώρα, μι το ’να του πουδάρι στου λάκκου (τάφο), δε λέει να σταματήσει του φουμάρ’σμα... Τουν έχουν ουρθό στα μαξ’λάρια, γιατί δε μπουρεί να πάρει ανάσα, κι αυτός χαλεύει (ζητάει) τσιγάρου!» // το κεντρικό δοκάρι της σκεπής, βλ. λ. καβαλάρης. // (με επιρρηματική σημασία) Ορθά = ευθεία. «Ου δρόμους τότι είχι στρουφές, κουντά τουν έφκιασαν ουρθά...».
Σαπίτης: είδος φιδιού. Οι παλαιότεροι πιστεύουν πως σε όποιο σημείο τσιμπήσει τον άν-θρωπο, θα σαπίσει. «Ικεί π’ θα σι δαγκώσει ου σαπίτ’ς, σι χέρι, σι πουδάρι, σέπιτι (σαπί-ζει)». Υπάρχει και σχετική κατάρα: «Κακός σαπίτης να τουν φάει!». Ενίοτε συναντάται και ως ουδέτερο: «Άμα σε τσιμπήσει σαπίτι, δεν προπάς (προλαβαίνεις) να πας στο σπίτι», λένε για να τονίσουν το θανατηφόρο δήγμα του εν λόγω ερπετού. Από επιστημονικής απόψεως, δεν ευσταθεί η πεποίθηση αυτή. Ο σαπίτης (επιστ. ονομασία Malpolon monspessulanus) δεν ανήκει στις οχιές αλλά έχει λίγο (και όχι ισχυρό) δηλητήριο στα πίσω δόντια του (ανήκει δηλαδή στα οπισθόγλυφα φίδια). Ακόμα και να δαγκώσει, σπάνια θα εκδηλώσει συμπτώμα-τα ο άνθρωπος. Ο πληθ. είναι πάντα ουδ. γένους: σαπίτια, πβ. τυφλίτης-τυφλίτια. Βλ. επίσης κονάκι, αστριτοχιά, αστρίτης κ.ά.
Σαρδελάς: (μειωτ.) ο κάτοικος της πόλης της Πρέβεζας. «Σαρδελάς είν’ ο Πρεβεζιάνος, αυ-τός που μένει στην Πρέβεζα… Δε λέμε σαρδελάδες αυτούς που ’ναι απ’ το Τσιφλίκι, απ’ τα Φλάμπουρα, απ’ το Λούρο, απ’ το Νεοχώρι… Ξέρεις, οι σαρδελάδες έβαλαν τη σαρδέλα στο... κλουβί για να κελαηδήσει!». Αντίστοιχοι μειωτικοί χαρακτηρισμοί είναι και οι πα-γουράς - συκωταράς (Γιαννιώτης) και νεραντζόκωλος (Αρτινός), βλ.λ.
Τσιόλι: κλινοσκέπασμα (π.χ. κουβέρτα). Υπάρχει και κατάρα: «Να τουν φέρουν στου τσιόλι (=νεκρό)» ή απλώς «Στο τσιόλι, Παναΐα μ’...», επειδή τα παλιά χρόνια, πολύ συχνά, τους νεκρούς (π.χ. αυτούς που σκοτώνονταν) τους μετέφεραν σε κλινοσκεπάσματα μέχρι το σπίτι. Το ίδιο γίνεται και με το χιράμι, βλ.λ. // ρούχο που φοράμε. «Μουρή γ’ναίκα, πότι θα μ’ τα πλύν’ς τα τσιόλια;». Συν. σκουτί // ρούχο με το οποίο σκεπάζουμε τα ζώα τις κρύες χει-μωνιάτικες νύχτες. «Μάνα μου, πιάσε τ’ άλογο κι εγώ τον καβαλάρη. Μάνα μου, τσιόλια στ’ άλογο, κι εγώ στον παγωμένο» (ερωτικό δημ. τραγούδι) // (μτφ.) παραπεταμένος άνθρωπος. «Ακούς, ικείνη η νύφη τ’ Γάκη τι παλιουγύνικα είνι... Πάει (πήγε) ου γέρουντας στου γιατρό κι βρόμαγι ιδώ κι πέρα... Τουν έχει ντιπ τσιόλι…». «Μ’ έκαμι τσιόλι» = με ρεζίλεψε. «Ένα τσιόλι τόπος»: ελάχιστη έκταση γης, όση ένα κλινοσκέπασμα. «-Μήτσιου, έχ’ς μιγάλου κή-που; -Μπα, όχι... Ένα τσιόλι τόπους είνι…».
Φραγκιά: η Γαλλία // η Βενετία // (γεν.) η Δυτική Ευρώπη, η ξενιτειά. «Κίνησε κι ο καλός μου να πάει στην ξενιτιά. Δώδεκα χρόνους κάνει μέσα στη Φραγκιά» (δημ. τραγούδι της ξενιτειάς). Με το επίθ. «φράγκικος» εννοείται κάθε προϊόν που προέρχεται από τη Δύση (δυσεύρετο και πανάκριβο): «Βλέπω μια Εβραιοπούλα λουζοχτενίζονταν με φιλντισένιο χτένι και φράγκικο γυαλί» (ερωτικό τραγούδι, προερχόμενο από τη γιαννιώτικη παράδοση, το οποίο αναφέρεται στον έρωτα ενός νέου χριστιανού για μια νεαρή Εβραία). «Οι παλιοί Φραγκιά έλιγαν τα ξένα... Δεν ήξιραν τότι πού ήταν τα κράτη...». Ανάλογη γενίκευση με σύγχυση της έννοιας εντοπίζεται και στο λ. Βλαχιά. «Κάπουτι ήταν ένας ανύπαντρους κι γέρασι, αλλά γάμπριζι... Αγάπαγι μία μουδίστρα. Πάεινι κάθι μέρα στου σπίτ’ τ’ς... Κι αυ-τήνη, για να μην τ’ πει ‘Είσι γέρουντας κι δε σι παίρου!’, τι να κάμει, το’ ’δουκι μία κλουστή να μπιλουνιάσει στου βιλόνι... Έδουκι-πήρι (έκανε επανειλημμένες προσπάθειες), δε μπόρισι... Για να μην πει τ’ς μουδίστρα ‘Δε γλέπου’, είπι ‘Άει, κιαρατου-Φραγκιά, τα ψεύτ’σαταν τα βιλόνια!’. Αφού δεν ήγλιπι ου έρμους, το’ ’φτιγαν (του έφταιγαν) τα βιλόνια τάχα...». Βλ. επίσης φραγκοστάτερο, φραγκοράφτης, φραγκοτσιόκανο.
(Στο πρόσωπο της χαμογελαστής γιαγιάς της φωτογραφίας θέλω να ευχαριστήσω ολο-ψύχως όσους μέχρι σήμερα συνέβαλαν στη συγκέντρωση του υλικού. Ειδικά για τα Γιάννενα οφείλω ένα τεράστιο, εκ κέντρου καρδίας, «ευχαριστώ» στην κυρία Κούλα Τζαλμακλή-Χατζηγιάννη, η οποία υπεραναπλήρωσε το κενό που είχα σε πληροφορητές στον νομό Ιωαννί-νων, χάρη στις γνώσεις της σε ό,τι αφορά τα παλιά ιδιώματα αλλά και γενικότερα την τοπική λαογραφία και ιστορία. Εγκάρδιες ευχαριστίες οφείλονται σε όλους τους πληροφορητές, τους «χρονομάρτυρες», τα ονόματα των οποίων φυσικά θα αναφερθούν στην εισαγωγή του βιβλίου. Επιτρέψτε μου, έχω έναν πολύ ιδιαίτερο λόγο να αναφέρω εδώ μόνο την κυρα-Κούλα, στην οποία εύχομαι υγεία και δύναμη!).
