Ολοκληρώθηκε η ανακατασκευή του ξύλινου παταριού στο Αρχαίο Ωδείο Νικόπολης
Στο δρόμο για το 16ο Συνέδριο της ΝΔ: Μήνυμα ενότητας, αυτοκριτικής και επανεκκίνησης προς την κοινωνία
«Νέα Ευκαιρία στην Ήπειρο» από την Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης Προγράμματος «Ήπειρος»
Δράσεις για τη Διεθνή Ημέρα Μουσείων 2026 στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άρτας
Θεσπρωτία: Σύλληψη και επιστροφή 146.600 ευρώ μετά από κλοπή σε επιχείρηση
Γ. Στύλιος: Παρέμβαση στη Βουλή για τον εκσυγχρονισμό των αρδευτικών δικτύων της Άρτας

Γράφει ο Παναγιώτης Μυργιώτης*
Ο Ιμπραήμ Πασάς σαρώνει την Πελοπόννησο και ο Παπαφλέσσας αποφασίζει να τον αντιμετωπίσει στο Μανιάκι. Ο στρατός του αποτελείται από 700 μαχητές. Ανταποκρινόμενοι σε έκκλησή του ενισχύουν το στράτευμα ο ανεψιός του Δημήτρης Φλέσσας με εκατόν πενήντα παλικάρια, ο Α. Κουμουνδούρος, ο Παν. Μπούρας, ο Αδαμάκης Αποστολόπουλος κι ο Ν. Κουλοχέρας με τους νταϊφάδες τους. Εκεί δυνάμωσαν το στράτευμά του ο Γιώργης Μπούτος απὸ το Μελιγαλά κι ο Καρακίτσος απὸ το Κατσαρό. Κίνησε για τη Φρουτζάλα. Σ᾿ αυτὴ συναντήθηκε με τους άοπλους αγωνιστὲς του Νιόκαστρου και με τον Μανιάτη Μούρτζινο. Μαθαίνει πως η κυβέρνηση αποφάσισε να αμνηστεύσει τους φυλακισμένους. Κάθεται λοιπόν, στις 14 του Μάη, και γράφει συστήνοντας να τους βγάλουν χωρὶς το παραμικρό χασομέρι, και ξέχωρα τον Κολοκοτρώνη, που έπρεπε να του δοθεί αμέσως η αρχιστρατηγία. Λησμόνησε για το καλό της πατρίδας ότι ο Κολοκοτρώνης ήταν πολιτικός του αντίπαλος. Προέχει το γενικό καλό, η λευτεριά της πατρίδος. Η ορθοδοξία. Ο στρατός του ανέρχεται, τώρα, σε 1500 άτομα. Παίρνει ευχάριστες ειδήσεις: από τον Δημήτρη Πλαπούτα από τον Αετό πως έρχεται να τον συντρέξει με 1600 νοματαίους, από τους καπεταναίους της Αρκαδίας, από το χωριό Μάλι, εφτά ώρες δρόμο από τη Δραΐνα, πως βρίσκονταν εκεί με 2000 αγωνιστές, από τον αδελφό του Νικήτα πως έφτασε στη Φρουτζάλα κι ερχόταν με 700 νοματαίους κι από τον Ηλία Κατσάκο από την Καλαμάτα πως είχε κάτω από τις προσταγές του 1000 πολεμιστές. Όλοι μαζὶ ίσαμε πέντε χιλιάδες. Αριθμός, πάλι, μικρός για να αντιμετωπίσει το πολυάριθμο στράτευμα του Ιμπραήμ. Τη στιγμή που ο Παπαφλέσσας ετοιμαζόταν να φύγει απὸ τη Δραΐνα φτάνουν σε βοήθειά του ο Ηλίας Κέρμας με 120 Κοντοβουνίσιους, ο Θανασούλας Καπετανάκης με 80, ὁ Π. Κεφάλας με 20, ὁ Πιέρος Βοϊδὴς κι ὁ Τσαλαφατίνος με 120 Μανιάτες, ὁ Στ. Καπετανάκης με 20, ὁ Λίβας, ὁ Μπιτσιάνης κι ὁ αδελφός του Γιώργης Δικαίος με 80. Έτσι όταν έφτασε στο Μανιάκι ὁ Παπαφλέσσας είχε μαζί του ίσαμε δύο χιλιάδες άντρες. Την 20η Μαΐου το ασκέρι του Ιμπραήμ έκανε την εμφάνισή του. Πολλοί Έλληνες μόλις το είδαν φοβήθηκαν και έφυγαν. Διατάζει να μετρήσουν πόσοι μαχητές μείνανε και βρέθηκαν λιγότεροι από χίλιοι. Είναι 500 ή κατ άλλους 600. Καθὼς ήταν συναγμένοι τους βγάζει φλογερό λόγο θυμίζοντάς τους τις νίκες στο Βαλτέτσι, στο Λεβίδι, στη Γράνα, στα Βέρβενα και την καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη.
- Όπου νάναι φτάνουν, τους λέει, δεκαπέντε χιλιάδες πατριώτες σε βοήθειά μας, ὁ Πλαπούτας κι όλοι οι Ἀρκαδινοί, ὁ αδελφός μου Νικήτας, ὁ Κατσάκος κι άλλοι Μανιάτες. Σε μία ώρα θάναι εδώ. Θα τριγυρίσουν τ᾿ ασκέρι του Ἰμπραὴμ και θα το κτυπάνε απὸ τις πλάτες. Ἀδέρφια! ἡ πατρίδα καρτεράει απὸ μας να δοξαστεί ξανά απὸ τη νίκη μας! Όταν έπαψε να μιλάει ὁ Παπαφλέσσας, ὁ Μανιάτης Βοϊδὴς είπε τα αξιομνημόνευτα τούτα λόγια:
- Πάμε στα ταμπούρια μας κι όποιος θα μείνει γιαμά, ας ακούει των γυναικών τα μοιρολόγια!... Ο Ιμπραήμ προχωρά, τα ασκέρια του αψηφούν τα βόλια των Ελλήνων μαχητών. Το μεσημέρι κάλεσαν οι σάλπιγγες του εχθρού τον αιγυπτιακό στρατό να πάψει την επίθεσή του και ν᾿ αποσυρθεί για να κολατσίσει. Του προτείνουν να φύγουν την ώρα που οι Αιγύπτιοι τρώνε... τους απαντά -Εγὼ σας είπα και πρώτα και τώρα σας το λέγω τη φευγάλα να μην τη βάζετε διόλου στο νου σας, γιατὶ εμείς χανόμαστε άδικα αν πέσουμε πάνω στη φωτιὰ του εχθρού. Όχι, δε θα παραδώσω τους Έλληνες μόνος μου στ᾿ αδιάκοπο ντουφέκι του τακτικού. Έπειτα εμείς καρτεράμε τη βοήθεια πού, καθώς γνωρίζετε, θα φτάσει ώρα την ώρα. Παγαίνετε τώρα στα πόστα σας!.
Στο ταμπούρι του Παπαφλέσσα ανακατώθηκαν Τούρκοι κι Έλληνες και γίνηκαν όλοι ένα. Όπως οι εχθροὶ φόραγαν κόκκινες στολές, «ὁ τόπος όλος εκοκκίνισεν απὸ αυτὲς κι απὸ τα αίματα». Ὁ σημαιοφόρος του Παπαφλέσσα, ὁ Δημήτρης απὸ τη Χίο, για να μην πέσει ἡ σημαία στα χέρια του εχθρού την σκίζει, τη χώνει στο στήθος του, σπάζει και το σταυρό του κονταριού και τον βάζει στο σελάχι του, και με το σπαθὶ στο χέρι σαν αστραπή χιμά πάνω στο τούρκικο ασκέρι και φεύγει. «Ἡ παλικαριά του είναι αμίμητος», γράφει ὁ Φωτάκος.
Σιγά-σιγά σκόρπαγε ὁ καπνός της μάχης. Οι νικητὲς τότε βάλθηκαν να σκυλεύουν τους σκοτωμένους. Ύστερα άρχισαν να κόβουν τ᾿ αφτιά τους, να τα πάνε στον Ιμπραὴμ να πάρουνε μπαξίσι. Τότε τσακώθηκαν «μεταξὺ των ποιος απὸ αυτοὺς να έχει περισσότερα».
Κατέβηκε τέλος κι ὁ Ιμπραήμ στο ταμπούρι του Παπαφλέσσα. Αφού έκανε ντουάδες στον Αλλάχ για τη νίκη, πρόσταξε το στρατό του να ρίξει τρεις νικητήριες μπαταριές. Μετὰ παράγγειλε να του φέρουν το κουφάρι του Παπαφλέσσα. Βρήκαν το ακέφαλο κορμί του. Δίπλα του κείτονταν νεκρὸς ο νεαρός Γάλλος κι ολόγυρα πλήθος τα κουφάρια των εχθρών. Λίγο πιο πέρα πέτυχαν και το κεφάλι του ήρωα. Το έφεραν στον Ιμπραήμ· τους είπε να χώσουν στη γη ένα ψηλὸ παλούκι και να στήσουν όρθιο τον σκοτωμένο δένοντάς τον πάνω σ᾿ αυτό. Ύστερα στερέωσαν στο κορμὶ και το κεφάλι, αφού πριν πλύνανε τα αίματα απὸ τα γένια του. Τότε «ὁ νεκρός εφαίνετο ως να ήτο ζωντανός».
Ο Ιμπραήμ, αφού «ακίνητος κι άφωνος τον παρετήρησεν ολίγον», γυρνά και λέει στους αξιωματικούς του:
- Πραγματικά, στάθηκε ένας ικανός και γενναίος άνθρωπος. Και καλύτερο θα ήταν, κι ας παθαίναμε άλλη τόση ζημιά, να τον πιάναμε ζωντανό, γιατὶ πολὺ θα μας χρησίμευε.
«Η Λεωνίδειος μάχη» είχε τελειώσει. Το Μανιάκι πήρε τη θέση του, στις σελίδες της Ιστορίας μας, δίπλα στις Θερμοπύλες και στην Αλαμάνα.
Τώρα, ανατολικά από το χωριό Μανιάκι, στο ξωκλήσι «Αγία Ανάσταση», βρίσκονται τα κόκαλα εκείνων που πέσανε σε τούτη τη μάχη, θυμίζοντας, σ εμάς τους μεταγενέστερους, πως η λευτεριά μας, καθώς λέει στον εθνικό μας ύμνο ὁ Σολωμός, είναι απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα Ιερά.
