e-ΕΦΚΑ: Νέο πληροφοριακό σύστημα φέρνει αλλαγές σε συντάξεις και εισφορές
Οι αεροπορικές κόβουν 2 εκατ. θέσεις τον Μάιο
9η Μαΐου, Ημέρα της Ευρώπης: «Η Ευρώπη είμαστε ΕΜΕΙΣ - Μαζί χτίζουμε την Ευρώπη των Αξιών»
Παρίσταναν τους λογιστές και εξαπατούσαν πολίτες
Όλγα Γεροβασίλη: «Σε οριακή κατάσταση το Γ.Ν. Άρτας»
Ιωάννινα: Σύλληψη αλλοδαπού για ναρκωτικά, όπλα και βία κατά υπαλλήλων

Γράφει ο Γιάννης Τζαμπούρας*
Πριν από λίγο καιρό, το περιοδικό Wired αφιέρωσε ένα άρθρο για την εκ νέου επέλαση της «πολιτικοποιημένης» επιστημονικής φαντασίας και για την πύκνωση των κοινωνικοπολιτικών αιχμών μέσα από τα βιβλία και τις ιστορίες. Η συνοδευτική φωτογραφία του άρθρου δεν ήταν κάποια εικόνα εμπνευσμένη από τα έργα του Ασίμοφ, που κοσμούν συνήθως τέτοια κείμενα, αλλά του Τραμπ. Κάποιους μήνες πριν από αυτό, ένα hashtag στο Twitter καλούσε συγγραφείς και φαν της επιστημονικής φαντασίας να «αφήσουν όλα τα θέματα πολιτικής, κοινωνίας και ιδεολογίας έξω από το είδος του sci-fi», επιτρέποντας έτσι στο κοινό να απολαύσει το αγαπημένο του genre σε ένα no politica περιβάλλον (γνωρίζοντας παταγώδη αποτυχία). Την ίδια περίοδο, ένας νικητής των βραβείων Hugo δέχτηκε σφοδρή κριτική λόγω των συντηρητικών του θέσεων. Πολλά βιβλία ξεκοκαλίζονται ως προς την ιδεολογική τους στάση και πολλές φορές αυτό ρυθμίζει και την εμπορική τους απήχηση -ή πιο σωστά, τα χαρακτηριστικά των αναγνωστών τους. Την ίδια στιγμή, συμπαρασυρόμενη από (ή και συμπαρασύροντας) την βασική μηχανή παραγωγής μαζικών μύθων, το σινεμά, η δυστοπική λογοτεχνία ξαναγνωρίζει τεράστια άνθιση (σε τίτλους, ιστορίες, χαρακτήρες και φυσικά, πωλήσεις), τόσο στο χαρτί όσο και στις νέες ψηφιακές πλατφόρμες. Οι Young Adult (νεανικές) εκδοχές πολλών ειδών και υποειδών εμφανίζουν τεράστια πληθώρα τίτλων και ιστοριών, δίνοντας υλικό και για ακριβά κινηματογραφικά saga, με πρόσφατα παραδείγματα την επέλαση των Hunger Games, αλλά και πολλών άλλων.
Το πρώτο βιβλίο των Αγώνων Πείνας της Σούζαν Κόλινς κυκλοφόρησε το 2008, στα προεόρτια της οικονομικής κρίσης και με τις προειδοποιήσεις για το (περιβαλλοντικό) τέλμα της κοινωνικής ανάπτυξης να είναι κυρίως science-based και λιγότερο fiction. Όμως η Κόλινς και η μαχητική ηρωίδα της δεν ερχόντουσαν με φόρα (ως προς την απήχηση της φόρμας τους): παρά την διαρκή επικαιρότητα της επιστημονικής φαντασίας και τη χρυσή εποχή της σε όλες τις πτυχές από το ’60 περίπου και μετά, η δυστοπική λογοτεχνία μοιάζει να βρίσκεται σε λήθαργο, με ελάχιστες σποραδικές εξαιρέσεις. Το μέλλον, από φωτεινό και γεμάτο ενδιαφέροντα με αρχή την «Ουτοπία» του Τόμας Μορ μέχρι τους συμβολισμούς του Σουίφτ στα «Ταξίδια του Γκιούλιβερ» και τις εμπνευσμένες ιστορίες του Γουέλς, έγινε σκοτεινό, τρομακτικό και εν τέλει, ομιχλώδες. Το «τέλος της ιστορίας» στις αρχές του ’90 και η εδραίωση του καπιταλισμού ως του εσαεί τρόπου κοινωνικής οργάνωσης βρίσκει την δυστοπική λογοτεχνία σε αμηχανία και περισυλλογή. Παρακλάδια του είδους ξεπηδούν εγκαταλείποντας τον κοινωνικό και πολιτικό στοχασμό, αντικρίζοντας το μέλλον με τον θρησκευτικό τρόμο ενός μετεωρίτη ή άλλων κατακλυσμιαίων συμβάντων. Η «κυρίως ειπείν» επιστημονική φαντασία ξεκινάει συνήθως επί της αρχής σε ένα σκοτεινό μέλλον, αλλά συνεχίζει να θαυμάζει (και να φοβάται) την τεχνολογία και το διάστημα, όντας φύσει αισιόδοξη ακόμα και όταν μελαγχολεί. Ο Ζίζεκ θα δώσει την δική του ερμηνεία το 2004, θεωρώντας πως φαντάζει πια (στην ανθρώπινη σκέψη) πιο εύκολη η συντέλεια του κόσμου παρά η ανατροπή του καπιταλισμού.
Από το 1950 και μετά άλλωστε, η αλλαγή στους τρόπους και τις εξερευνήσεις της δυστοπικής λογοτεχνίας είναι εμφανής. Ο Άντονι Μπάρτζες με το Κουρδιστό Πορτοκάλι θα πιάσει το νήμα από τα τελευταία κεφάλαια του 1984 και θα σκιαγραφήσει ένα μέλλον που η εστίαση δεν είναι στην κοινωνική οργάνωση, αλλά στους μηχανισμούς καταστολής πάνω στο άτομο. Η ανελευθερία πνεύματος και σώματος, όπως και τα δικαιώματα των μειοψηφιών και «αοράτων» θα γίνουν βασικό αντικείμενο εξερεύνησης, με (εσχάτως) δημοφιλές παράδειγμα την Ιστορία της Πορφυρής Δούλης της Άτγουντ, ενώ ο Σάμουελ Ντιλέινι με το Triton θα εισάγει το 1976 την έννοια της «ετεροτοπίας», μια μυθιστορηματική «συμφιλίωση» ανάμεσα στις εκδοχές του μακρινού μέλλοντος, εν μέρει και ως απάντηση στην εξερεύνηση της ουτοπίας της Ούρσουλα Λε Γκεν με τον Αναρχικό των δύο κόσμων. Την ίδια στιγμή, μια υβριδική μορφή sci-fi θα ενώσει τις δυστοπικές αφηγήσεις με τις νέες τομές στην τεχνολογία και την επικοινωνία: Ο Νευρομάντης του Ουίλιαμ Γκίμπσον θα αποτελέσει το βιβλίο-ορόσημο για το είδος της cyberpunk λογοτεχνίας, έχοντας μια πολυσυλλεκτική δεξαμενή από δάνεια: από την τεχνο-δυσπιστία του Φίλιπ Ντικ, τον απολυταρχικό κοινωνικό ζόφο των πρώιμων δυστοπιών, αλλά και τις εξερευνήσεις για την σχέση ατόμου-κοινωνίας που συναντά κανείς στα βιβλία του Τόμας Πίντσον. Ήταν τέτοια η επιρροή του τελευταίου σε συγγραφείς όπως ο Γκίμπσον ή ο Στίβενσον που το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας και το Vineland θεωρούνται η Παλαιά Διαθήκη του cyberpunk. Παράλληλα, βιβλία όπως το Infinite Jest του («μαθητή» του Πίντσον) Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, έχουν στην καρδιά τους την δυστοπική αφήγηση, με τρόπο όμως που διαπερνάει τα είδη και τις φόρμες ώστε να παραμένουν ακατάτακτα.
Τα βιβλία του Γκίμπσον, του Στίβενσον ή του Στέρλινγκ ωστόσο θα συνεχίσουν να αποτελούν εκείνη την περίοδο, ως επί το πλείστον, αναγνώσματα περιορισμένης απήχησης. Όπως αντίστοιχα και οι δεκάδες τίτλοι διαστημικού sci-fi ή και αμιγώς fantasy: Βρισκόμαστε άλλωστε αρκετά χρόνια πριν την μεταποίησή τους στα πιο βαριά χαρτιά της σύγχρονης βιομηχανίας θεάματος. Αυτή τους η μεταποίηση, η φαινόμενη άνθιση τους ως κύρια μήτρα για τις παραμυθίες των millennials, η εκ νέου άνοδος της παραγωγής τίτλων ακόμα και υπό την (εμπορική) ταμπέλα των νεανικών λαϊκών μυθιστορημάτων, πιθανώς να συνδέεται άμεσα με μια νέα αναδυόμενη συλλογική μελαγχολία, σε μια περίοδο που απουσιάζουν οι τεράστιες συγκρούσεις του προηγούμενου αιώνα και τα ιστορικά επίδικα μοιάζουν ασύμμετρα και θρυμματισμένα σε πολλές εστίες: τα παιδιά του «τέλους της ιστορίας» ωστόσο μοιάζουν να συνεπαίρνονται από τις μυθοπλασίες για το τέλος του κόσμου, που σαν θεματική διαπερνάει πολλά και διαφορετικά είδη και υποείδη.
Γυρίζοντας πίσω και αναζητώντας εκ νέου τους μηχανισμούς που ωθούν στην δημιουργία και την γραφή, δεν θα ήταν λογοτεχνικό σενάριο να υποθέσουμε πως η εποχή κυοφορεί μέσα της την ανάγκη για αποκάλυψη και το αίτημα για κατασκευή, ως κομμάτι του διαλόγου και με το μυθιστορηματικό παρελθόν, αλλά και με το κοινωνικό παρόν. Από την απειλή της πυρηνικής βόμβας μέχρι την κλιματική αλλαγή μεσολαβεί κάτι παραπάνω από μισός αιώνας, το βασικό ζητούμενο όμως, η δίψα για το μέλλον, διαπερνά τις εποχές και αναζητά συνεχώς τρόπους για να δραπετεύει.
