Νέο ΠΜΣ στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας: «Διεθνείς Πολιτικές Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού, Επικοινωνία και Ηγεσία»
Ευχαριστήριο Τράπεζας Τροφίμων «ΚΑΤΑΦΥΓΗ»
Εκλογές για νέα Διοίκηση στον Ε.Ε.Σ.
Ανησυχία για τον υπεραιωνόβιο πλάτανο στο Γεφύρι της Άρτας
Κόνιτσα: Σύλληψη για εγκατάλειψη τόπου τροχαίου ατυχήματος με υλικές ζημιές
Προσαύξηση συντάξεων και για παλαιούς συνταξιούχους με δύο ταμεία – Οδηγίες από το Υπουργείο περιμένει ο ΕΦΚΑ

Του Αντώνη Κολιάτσου
(e-mail akoliatsos@gmail.com)
Το ερώτημα είναι παγκόσμιο και διαχρονικό. Κυβερνούν τον κόσμο οι ικανότεροι και καταλληλότεροι; Ο Πλάτωνας νόμισε ότι βρήκε την απάντηση…Για να σωθεί η ανθρωπότητα, αποφαίνεται, πρέπει ή να φιλοσοφήσουν οι «βασιλείς»(υπονοώντας τους κυβερνήτες), ή να βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι
Όμως η Δημοκρατία, σε αντιστάθμιζα ορισμένων στρεβλώσεων που υπέστη, κυρίως από το πολιτικό σύστημα, στην πορεία του χρόνου, έχει όλο και μεγαλύτερη ανάγκη ηγεσίες που διακρίνονται για την ποιότητά τους. Περισσότερο σήμερα, που η ραγδαία πρόοδος των επιστημών δημιουργεί νέες ανάγκες και νέα περίπλοκα προβλήματα, η Δημοκρατία χρειάζεται ηγεσία η οποία να μπορεί να τα κατανοεί και να τα αντιμετωπίζει
Μέχρι τα τέλη του 19 ου αιώνα το επικρατέστερο κριτήριο του ηγέτη ήταν το χρήμα. Ο πλούτος αποτελούσε συνήθως το εισιτήριο εισόδου του στα δώματα της κρατικής εξουσίας, ενώ στις διάφορες εκφάνσεις της ο φτωχός δεν είχε φωνή.
Βέβαια, με την γενίκευση της καθολικής ψηφοφορίας, και της εγκαθίδρυσης της αρχής της πλειοψηφίας, το νέο κριτήριο που διαμορφώθηκε, συν τω χρόνω, ήταν, περισσότερο, η «προσωπική αξία» του ηγέτη.
Ωστόσο στις περισσότερες χώρες ο εκλέκτορας λαός δείχνει να προτιμά τους πολιτευόμενους που επιδεικνύουν «δημοκρατική απλότητα» και χρησιμοποιούν αγοραίο τόνο, ανεχόμενος τη δημαγωγία, την χονδροειδή κολακεία, την ταπεινή προπαγάνδα, συγχωρώντας, περιέργως, την ασυνέπεια και τα ψεύδη τους.
«Το μόνο κριτήριο αξιολόγησης που απαιτείται προκειμένου να στρατολογηθεί κάποιος στον κόσμο της πολιτικής, είναι η συγκατάθεσή του να καλύπτεται με ύβρεις από τον αντίπαλό του», έγραψε κάποτε ο Γουλιέλμος Φερρέρο (Ιταλός ιστορικός 1871- 1943), ενώ όσα εν τω μεταξύ ελληνικά είτε αλλοδαπά συνέβησαν στην πολιτική, μάλλον επιβεβαιώνουν τα λεγόμενά του.
Την περασμένη Τετάρτη σε εκδήλωση στο Μουσείο Μπενάκη και την επομένη σε συνέντευξή της στην ΕΡΤ-1 η συμπατριώτισσα υπουργός διοικητικής ανασυγκρότησης κ. Όλγα Γεροβασίλη παρουσιάζοντας τους κυβερνητικούς στόχους της Εθνικής Στρατηγικής για τη Διοικητική Μεταρρύθμιση 2017 - 2019, υπεραμύνθηκε -και σωστά- της αξιολόγησης στον δημόσιο τομέα, υπερθεμάτισε σε διαβεβαιώσεις για επικείμενο μετασχηματισμό του σημερινού Δημοσίου σε σύγχρονο ψηφιακό Δημόσιο, αλλά και επέκρινε την παρατηρούμενη άρνηση της πλειονότητας των υψηλόβαθμων στελεχών του, των συνδικαλιστικών εκπροσώπων τους κ.λ.π, να την υπηρετήσουν (την αξιολόγηση).
Εδώ, όμως, εύλογα ανακύπτει το ερώτημα. Αν στο σημερινό πολιτικό σκηνικό, όπως έχει διαμορφωθεί τουλάχιστον τα τελευταία 40-50 χρόνια, η περίφημη «αξιολόγηση», ως θεσμός αξιοκρατικής επιλογής, με ευρύτερο πολιτικό-κοινωνικό πεδίο εφαρμογής της, θέλει για παράδειγμα: τον αστυνομικό να έχει ορισμένη σωματική διάπλαση, στοιχειώδη μόρφωση και κάποιο ανάστημα, τον εκπαιδευτικό του σχολείου να κατέχει το κατάλληλο δίπλωμα σπουδών, τον οδηγό οχήματος, τουλάχιστον με καλή όραση, πως γίνεται για τον βουλευτή, ο οποίος νομοθετεί και από την τάξη του προέρχονται οι κυβερνήτες, να μην απαιτεί να έχει κάποια θεμελιώδη ιδιότητα;
Με αυτή την έννοια, δεν είναι εξοργιστικό και ταυτόχρονα θλιβερό το φαινόμενο, στο όνομα μιας υγιούς, υποτίθεται, κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, να εκλέγονται ανίκανοι και αναρμόδιοι για να κυβερνήσουν τον τόπο;
Γιατί σε λίγες περιπτώσεις, ο πρώτος τυχών επαρχιακός δικηγορίσκος, ή γιατρός, ή έμπορος, ή κομματικός συνδικαλιστής, ή «τηλεπερσόνα», ή επώνυμος ποδοσφαιριστής (σ. σ, η αναφορά στις προαναφερθείσες επαγγελματικές ιδιότητες, είναι εντελώς τυχαία και δεν υπαινίσσεται συγκεκριμένα πρόσωπα) που έφερε μέσα του «το μικρόβιο της πολιτικής», εκλέχτηκε βουλευτής, ακόμη και με 2000-3000 σταυρούς και στη συνέχεια έγινε υπουργός;
Και είναι λίγα τα παραδείγματα, όπου χωρίς καμία προπαιδεία δημοσίου ανδρός, χωρίς ποτέ να έχει ατενίσει, από καθολική σκοπιά έστω και έναν τομέα της ζωής, πονηροί πολιτευτές έγιναν Υπουργοί, Υφυπουργοί, Γενικοί Γραμματείς Υπουργείων, ή προήχθησαν σε υψηλόβαθμους κρατικούς αξιωματούχους, έχοντας κυριολεκτικά μεσάνυχτα επί της αρμοδιότητάς του;
Ή μήπως έλειψαν ποτέ από το σύστημα οι Μανδαρίνοι της γραφειοκρατίας, που από συστάσεως του ελληνικού κράτους κρατάνε στα «βρωμερά νύχια της» όλη τη ζωή του πολίτη;
Αυτά, λοιπόν, τα εν επαρκεία αειθαλή άνθη του κακού, του κήπου του Δημοσίου, που ποτέ δεν σταμάτησαν, να αδικούν, να χαρίζονται και να εκμαυλίζονται. Οι καταχραστές, οι προδότες, οι λωποδύτες, οι εμπρηστές, οι ανυπόληπτοι και κωμικοί τύποι που πολλές φορές τους είδαμε και τους βλέπουμε να εκπροσωπούν το κράτος επειδή είχαν, έχουν και θα έχουν(;) το… προσόν της αφοσιώσεως στους «λαοπρόβλητους» της κυβερνητικής εξουσίας. Αυτοί, δυστυχώς, διαχρονικά καταδυναστεύουν έναν ολόκληρο λαό.
Δεν είναι επομένως αξιολογικά οξύμωρο και πολιτικά, ηθικά, πολιτισμικά και κοινωνικά ανορθόδοξο, κάποιοι πολιτικάντηδες να αποβαίνουν ηγέτες, με την ευρεία σημασία του όρου, και ενεργοί παράγοντες στη διεύθυνση της δράσης της πατρίδας τους, επειδή δολίως ενεργούντες κατάφεραν να δεσπόσουν με οποιονδήποτε τρόπο, του νου και της θέλησης του «κυρίαρχου λαού»;
Αλλά τι πρέπει να κάνουμε για να θεραπεύσουμε τις πιο πάνω αδυναμίες, θα αναρωτηθεί κανείς; Μήπως να καταργήσουμε την αρχή της πλειοψηφίας, που αποτελεί την πεμπτουσία της Δημοκρατίας;
Η απάντηση, βέβαια, είναι προφανώς ΟΧΙ.
Ωστόσο, χωρίς την ανατροπή της αντίληψης ότι στη Δημοκρατία η πλειοψηφία, ανεξάρτητα από τη σύνθεσή της, πρέπει να κυβερνά, μπορεί η ασθένεια να ελεγχθεί, αν όχι να θεραπευτεί, με την, δια της κατάλληλης παιδείας, καλλιέργεια της δημοκρατικής συνείδησης του πολίτη. Γιατί κακά τα ψέματα, η Δημοκρατία είναι δυναμική και όχι στατική έννοια. Πρέπει να ξεκινάει εκ βαθέων, να έχει τις ρίζες της σε εσώτερες συναισθήσεις αναγκαιότητας και δεοντολογίας… Να ταυτίζεται με την αδιαίρετη και καθολική αντίληψη, ότι καλύπτει όλο τον χώρο της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής.
Ακόμη, πρέπει να καταστεί συνείδηση ότι η Δημοκρατία είναι μία διαρκής άσκηση για τον πολίτη, ότι έχει απεριόριστες δυνατότητες διευρύνσεως, αλλά και ακλόνητα θεμέλια, τα οποία αν καταλυθούν, μένει μόνο η πινακίδα της. Και τότε είναι που η ίδια στην ουσία καταλύεται.
Υπό αυτή την έννοια, στην υγιή κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν πρέπει να επιβραβεύονται με την ψήφο των πολιτών οι πιο πάνω προρρηθέντες τύποι υποψηφίων. Ούτε να τυχαίνουν της επιδοκιμασίας του λαού, οι πολιτικοί που με κάθε μέσον επιδιώκουν την αναρρίχηση ή την διατήρηση της εξουσία τους.
Αλλά δεν πρέπει να ενθαρρύνονται και οι αντιπολιτευόμενοι, που επιζητούν την κοινωνική αναταραχή η και την πρόκληση εθνικής καταστροφής, προκειμένου να επέλθει η πτώση των αντιπάλων τους και εντεύθεν η κατάκτηση της εξουσίας από. εκείνους.
Επανερχόμενος κανείς στο μείζον ζήτημα της «αξιολόγησης», για μια ακόμη φορά αναρωτιέται. Τελικά, είναι ή δεν είναι, σχήμα οξύμωρο, ο βουλευτής, ο κατ’ εξοχήν θεσμικός λειτουργός της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, να νομοθετεί την αξιολόγηση, αλλά ο ίδιος, να μην αξιολογείται, με τα πιο πάνω αυστηρότερα κριτήρια;
