Αναρτήθηκε στις:06-09-17 11:10

Η Αγία Υπομονή


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Αργά τη γνωρίσαμε, καθώς τότε τη φανέρωσε ο Θεός στον σύγχρονο κόσμο εκείνη την εν Χριστώ Αυγούστα κι Αυτοκρατόρισσα Ρωμαίων την Παλαιολογίνα, την Ελένη Δραγάση ή Δραγάτση, που σφράγισε με την παρουσία και την ένθερμη βιωτή της τα τελευταία δραματικά χρόνια, πριν από την Άλωση της χιλιόχρονης κι ακμαίας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που άνθιζε σε όλους τους τομείς, με σπάνιας ταχύτητας, αυξητικούς ρυθμούς, τη στιγμή κατά την οποία η Δύση χειμαζόταν απ’ τον Μεσαίωνα.

Η εποχή κι η ζωή της, καταγεγραμμένη από συγχρόνους της ιστοριογράφους, παρουσιάζεται ανάγλυφα η μορφή της απεικονισμένη μαζί με τον σύζυγό της Αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ στον θρόνο της Βασιλεύουσας και τρία της από τα έξη αγόρια της, με την Υπεραγία Θεοτόκο να τους έχει υπό την σκέπη της και να τους ευλογεί. Τη σκηνή αυτή, υπό την Ύψιστη προστασία της Αειπαρθένου Μαρίας βρίσκεται σε Βυζαντινό χειρόγραφο του Μουσείου του Λούβρου.(Μήπως κι αυτό χάραξε την πορεία στα Ελγίνεια Μάρμαρα;).

Πάντως και σε μας τους Ορθοδόξους, γνήσιους απογόνους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και κληρονόμους της Αγίας, έχει μείνει η ανεκτίμητη τιμία κάρα της κι η σχετική αγιογραφία, με τον τίτλο «Αγία Υπομονή» για πρώτη φορά. Διατηρείται αποθησαυρισμένη στην Ιερά Μονή Οσίου Παταπίου, στο Λουτράκι.

Αυτή «την κλεινήν Βασιλίδαν», μαζί με τον υιό της, τον ένδοξο εθνομάρτυρα, τελευταίο Βυζαντινό Αυτοκράτορα, Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, κάθε φορά κι ειδικά στην ετήσια ιερή μνήμη της, στις 2 Μαΐου, ας την εγκωμιάσουμε. Για να ην ξεχνιέται η ημερομηνία, γίνεται σημαδιακή, καθώς επίτηδες συμπίπτει με την μνημόνευση της Πτώσης της κραταιάς κι ακλόνητης πέρα από χιλιετία, Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που είχε την δυστυχία να πέσει στα βέβηλα χέρια βαρβάρων κι απίστων ορδών, οι οποίες απελαύνουν από τις στέπες της Μογγολίας και το μόνο που ήξεραν, ήταν να ιππεύουν.

Πιθανώς η Ελένη είναι κόρη του εξελληνισθέντος αξιόλογου και ξακουστού Σέρβου ηγεμόνα του σημερινού βουλγαρικού τμήματος της Βορειοανατολικής Μακεδονίας, Κωνσταντίνου Δραγάση ή Δραγάτση, του οποίου το όνομα, τιμής ένεκεν, έφερε ο εγγονός του, Κωνσταντίνος, δίπλα στο οικογενειακό «Παλαιολόγος».

Η μητέρα της, φαίνεται να είναι Ελληνίδα. Έτσι κι η κόρη κατά πάσα πιθανότητα θεωρείται Ελληνίδα κι αποκλείεται να λογίζεται ως Σλαύα. Ο γνωστός Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός την αποκαλεί ξεκάθαρα κι ευθέως «Θράκα», από ένα παλαιό κι ένδοξο γένος των Θρακών.

Νυμφεύεται τον Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγο, περί το έτος 1390 μ.Χ. και το επόμενο έτος, 1391μ.Χ. στέφθηκε σε Αυτοκράτειρα με ξεχωριστές τιμές. Απέκτησε συνολικά οκτώ παιδιά, τα οποία αντιστοιχούσαν σε έξη αγόρια και δυο κορίτσια. Οι θυγατέρες της υπέκυψαν νωρίς στην παιδική θνησιμότητα, που μάστιζε τότε την ανθρωπότητα. Οι τρεις γιοί της ντύθηκαν το ράσο του μοναχού κι έτσι τελείωσαν την επίγειο ζωή τους, πλην του τέταρτου εξ αυτών, στη σειρά γέννησης, το λεγόμενο στερνοπαίδι ή «Βενιαμίν» ή χαϊδεμένο, που δύσκολα «πέταγε από την οικογενειακή φωλιά», του Κωνσταντίνου, που έμεινε μόνος κι αδιαφιλονίκητος διάδοχος.

Το ανώνυμο εγκώμιο της τριακονταπενταετούς ευλογημένης συζυγίας Μανουήλ κι Ελένης, σύγχρονο σύγγραμμα με αυτούς, γράφει: "Φιλόσοφος βασιλεύς, ο Αυτοκράτωρ Μανουήλ, εμφιλόσοφο βίο και λόγο η Αυτοκράτειρα Ελένη, απεδείχθησαν μυσταγωγικοί διδάσκαλοι της ακριβείας των δογμάτων της πίστεως, καταρτίζοντες τις ψυχές των παιδιών τους και του λαού, προς θείας ανατάσεις»

Εξάλλου, ο σύγχρονος κι αξιόπιστος ιστορικός κι ιστοριογράφος Δημήτριος Χρυσολωράς εξυμνεί την οσιότητα και τη δικαιοσύνη του αυτοκρατορικού ζεύγους. Και οι δύο, με αμοιβαία συγκατάθεση, ενδύθηκαν το μοναχικό σχήμα και τελείωσαν την επίγεια ζωή τους, ως μοναχοί.

Λίγο καιρό ο Μανουήλ ασκήθηκε ως μοναχός, με το όνομα Ματθαίος, κατά την κουρά του, καθώς τόσο του επέτρεψε ο Θεός, ενώ η Ελένη αξιώθηκε από τον Θεό, να μακροημερεύσει, αποκαλουμένη Υπομονή, όνομα που πήρε κατά την κουρά της, από το πλήθος των Χριστιανικών αρετών και μάλιστα την κυριότερη. Προσφυώς ο Κύριος είπε: «Ο υπομένων εις τέλος, νικά». Έτσι αυτή η ονοματοδοσία της περιλάμβανε την ευχή να την υλοποιήσει, όπως και την βίωσε στο πετσί της, αλλά και να γίνει υπόδειγμα προς μίμηση των άλλων πιστών.

Στην Ιερά Μονή της Αγίας, «Κυράς Μάρθας» αποδείχτηκε «κλέος αρετής», συνδέοντας με τις αρετές της πολυμάθειας, πολυπαιδείας και καλλιπαιδείας, θήραθεν και ειδικής κατάρτισης κατά Χριστό την τέλεια σωφροσύνη και διεκπεραιώνοντας στο έπακρο κάθε μοναχική διακονία κι άσκηση που αναλάμβανε.

Μία τριετία πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή το έτος 1450 κοιμήθηκε. Βλέπουμε ότι ευτύχησε την Πτώση να μην την δει, αν κι έζησε την περισσότερη αγωνία αυτής της τραγωδίας. Ο Γεννάδιος Σχολάριος, πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης, μετά την Άλωση, στο λόγο του: «Επί τη κοιμήσει της μητρός του Βασιλέως Κωνσταντίνου ΙΑ΄, Αγίας Υπομονής», γράφει:

Εκείνην την μακαρία Βασίλισσα, όταν την επισκεπτόταν κάποιος σοφός, έφευγε καταπτοημένος από την ιδική της πρωτοφανή σοφία που υπερέβαλλε κάθε ανθρώπινη κοσμική, γιατί αυτή πήγαζε από την θεία πανσοφία.

Όταν την συναντούσε κάποιος ασκητής, αποχωρούσε μετά την συνάντηση, καταντροπιασμένος για την ιδική του ένδεια της αρετής του, συγκρινομένης με τον ηθικό πλούτο της τρυφερής καρδιάς εκείνης, όσος βέβαια γινόταν έκδηλος.

Όταν την συναντούσε κάποιος συνετός άνθρωπος, κέρδιζε ασύμμετρα, καθώς προσέθετε στην ιδική του περισσότερη σύνεση. Όταν αντάλλασσε γνώμες μαζί της κάποιος νομοθέτης, αποκομίζονταν η εντύπωση ότι πρόκειται για σπάνιο δάσκαλο, που κατά παράφραση της σχετικής λαϊκής παροιμίας «κρατούσε νόμο».

Όταν αντάμωνε και συνομιλούσε μαζί της ένας φιλόδοξος δικαστής, νόμιζε κανείς ότι είχε ενώπιόν του αναλλοίωτη κι αυτούσια την Θεία Δίκη, ενώ ταυτόχρονα έπαιρνε δύναμη για το λειτούργημά του και γινόταν πιο αδέκαστος, γιατί η Αγία έμοιαζε με Κανόνα Δικαίου μιας ανώτερης νομοθετικής εξουσίας, που ήταν θεόσταλτη.

Όταν κάποιος θαρραλέος τη συναναστρεφόταν, ένιωθε νικημένος, αισθανόμενος έκπληξη από το μέγεθος της υπομονής, τον ανυπέρβλητο όγκο της σύνεσης και την απαράμιλλη σθεναρότητα του χαρακτήρα της. Όταν την πλησίαζε κάποιος φιλάνθρωπος, ενισχυόταν κι αποκτούσε πιο έντονο το χάρισμα της φιλανθρωπίας.

Όταν τη γνώριζε κάποιος ζηλωτής της πίστεως κι ευσεβείας, τότε ο ζήλος του θέριευε κι έφθανε στο αποκορύφωμα. Κάθε πονεμένος με το αντάμωμα μαζί της, άμβλυνε τον οξυμένο «πόνο» του και τον καταλάγιαζε.

Αυτά και πολλά άλλα είναι μερικά από τα στολίδια αξίας-της εξεζητημένης αγιασμένης προσωπικότητάς της, η οποία χαριτώθηκε ακόμη περισσότερο κι απ’ την επίγειο ζωή, στην ουράνια Ιερουσαλήμ για να θεωθεί και να αναβλύζει τα ιάματά της στους δεομένους και προσερχομένους στη Χάρη της..

«Η Αγία Δέσποινα», όπως συνηθίζει να την αποκαλεί ο Γεώργιος Φραντζής, συνέδεε την έννοια του μοναχικού της ονόματος, Υπομονή, με τον τρόπο αντιμετώπισης και των ευτυχισμένων στιγμών και των αντίξοων, καθώς ήταν άπειρες οι δυσκολίες, που σημάδευαν τη ζωή της Αγίας, κατά βίο, πράξη και όνομα της κουράς, σύμφωνα με το παρακάτω απόσπασμα από το απολυτίκιο της γιορτής της: «Τη υπομονή αυτής εκτήσατο της ψυχής αυτής».

Πρώτα το μοναχικό της όνομα, Υπομονή, πράγμα όχι συνηθισμένο για τις πρώην αρχόντισσες, που ήθελαν να ακολουθήσουν έναν άλλο τρόπο ζωής, το μοναχικό για παράδειγμα, όπως εδώ, γιατί σήμαινε ολοκληρωτική αντιστροφή της ζωής, η εφαρμογή της οποίας (υπομονής) απέβαινε δύσκολη, ενώ για την προκειμένη Αγία γίνονταν πηγή χαράς.

Η ιδιαιτερότητά μέσα στην απέραντη θεϊκή αγάπη, για το πλάσμα Του, που συνεπάγεται μια διαφορετική γραμμή ζωής, μας είλκυσε να τη γνωρίσουμε, καθώς τοποθετείται σε μια εποχή που σηματοδοτεί την αρχή του τέλους μιας εποχής καλπάζουσας ακμής, στην οποία αναφαίνεται η μοναδική βιωτή τη.

Απομένουμε εκστατικοί, σαγηνευμένοι κι αποσβολωμένοι από το ήθος, την πίστη, την αγωνιστικότητα, τον κόπο, τον πόνο, τον μόχθο, τις δοκιμασίες, τις ταπεινώσεις, τις θλίψεις, την εντιμότητα, την φιλανθρωπία, την ειλικρίνεια, την επιείκεια, την υπομονή. Αλήθεια, αυτά τα προσόντα, πόση ανάγκη τα έχουμε σήμερα, στην υλόφρονη εποχή μας!

Λοιπόν, με ολόθερμη πίστη, καταφεύγουμε στις πρεσβείες της, αποδίδοντας τον σύγχρονο εγκάρδιο χαιρετισμό: «Χαίρε, στέμμα χρυσοποίκιλτον σεμνοτάτης βιοτής, χαίρε, τήγμα θεομύριστον μετανοίας και ευχής, χαίρε. Μήτερ πανεύφημε».




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ