Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Ιωάννινα: Οδηγούσε αυτοκίνητο ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης
Συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο Αρταίων την Δευτέρα 20 Απριλίου
«Όραμα Δημιουργίας»: Πόρισμα–καταπέλτης για τον Συνεταιρισμό Αθαμανίου από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας

Η ιστορία αυτή είναι για κάποιους άβολη. Και για τους Γερμανούς που δεν θέλουν να θυμούνται τις υποχρεώσεις τους προς την Ελλάδα και για τους Έλληνες πολιτικούς που αποφεύγουν συστηματικά τις …κακοτοπιές. Βλέπετε, το ισοζύγιο των διμερών σχέσεων είναι ετεροβαρές. Η Γερμανία την περίοδο των μνημονίων απαίτησε από την χώρα μας να πληρώσει τα χρέη της στο ακέραιο, γιατί «οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται», πλην όμως η ίδια σφυρίζει αδιάφορα για το δικό της χρέος απέναντι στους Έλληνες, ηθικό και υλικό. Και το χρέος αυτό δεν προήλθε από την …καλοπέραση, ή από την αλόγιστη σπατάλη, όπως λέει ο αστικός μύθος για το ελληνικό, αλλά από την ίδια την καταστροφή της πατρίδας μας στην διάρκεια της αιματοβαμμένης Κατοχής. Οι Γερμανοί κατακτητές διέλυσαν τις υποδομές της Ελλάδας, άρπαξαν το κρατικό ταμείο, αφάνισαν ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού και υποθήκευσαν το μέλλον των επόμενων γενιών, αλλά σήμερα είναι οι ίδιοι που αρνούνται πεισματικά να αποκαταστήσουν, έστω και συμβολικά, την συμφορά που προκλήθηκε στο διάστημα 1941-44. Η αποσιώπηση του ζητήματος είναι ξεκάθαρα ζήτημα πολιτικής σκοπιμότητας και από τις δύο πλευρές.
Θεώρησα χρέος μου την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης που σήμερα αμβλύνεται ή και «νοθεύεται» με διάφορες αναθεωρητικές επινοήσεις, στην κατεύθυνση πάντα «εκλογίκευσης» των γερμανικών ωμοτήτων με την επίκληση των στρατιωτικών «αντιποίνων». Η συστηματική εξόντωση άμαχου πληθυσμού με οργανωμένες μεθόδους, όπως οι μαζικές εκτελέσεις ή ο λιμός της Αθήνα τον μαύρο χειμώνα του 1941-42 δεν αποτελούσαν «αντίποινα», αλλά μία μορφή συστηματικής γενοκτονίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας δεν υπήρχαν ρατσιστικά κίνητρα, αλλά πρόθεση τιμωρίας του ελληνικού λαού επειδή είχε το σθένος να αντισταθεί.
Χωρίς δεύτερη συζήτηση. Κι αποτελεί ντροπή ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις υπεκφεύγουν από αυτή τους την υποχρέωση, ενώ υπάρχει από τον Απρίλιο του 2019 ομόφωνη απόφαση της ελληνικής βουλής που τις καλεί να διεκδικήσουν τις επανορθώσεις. Δεν νομίζω ότι η σημερινή υπερχρεωμένη Ελλάδα, ουραγός στην Ευρώπη των «27» από πλευράς ατομικού εισοδήματος, έχει την πολυτέλεια να χαρίζει χρήματα στους Γερμανούς ή σε οποιουσδήποτε άλλους. Η διεκδίκηση των πολεμικών αποζημιώσεων, ειδικότερα δε του Κατοχικού Δανείου που αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας, είναι εθνικό καθήκον. Καθήκον απέναντι στην γενιά των προγόνων μας που πλήρωσαν το φρόνημα τους με αίμα, αλλά και προς την σύγχρονη γενιά των νέων Ελλήνων επιστημόνων που ξενιτεύονται επειδή η καθημαγμένη από τα (γερμανικής εμπνεύσεως)μνημόνια ελληνική οικονομία δεν μπορεί να τους προσφέρει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης.
Συνδυασμός και των δύο, μαζί με μία γενικότερη αδιαφορία για το παρελθόν που αποτελεί απόρροια της «λοβοτομής» την οποία προκάλεσε το σοκ της δημοσιονομικής μας τιμωρίας την περίοδο των μνημονίων. Σήμερα ο κόσμος, ειδικότερα οι νέες γενιές, δεν συγκινούνται ούτε από την πολιτική, ούτε από την μελέτη της ιστορίας. Είναι τέτοια η πίεση της καθημερινότητας και ο αγώνας για να εξασφαλιστεί το «μεροκάματο», ώστε όλα αυτά θεωρούνται άσκοπες πολυτέλειες. Την ίδια στιγμή οι «έχοντες και κατέχοντες» διαπνέονται από μία νοοτροπία κακώς εννοούμενου κοσμοπολιτισμού που δεν τους επιτρέπει να ενδιαφερθούν για τα εθνικά δίκαια. Η εποχή των μεγάλων ευεργετών και των μεγάλων δάσκαλων του γένους, δυστυχώς παρήλθε ανεπιστρεπτί…
Ότι η Γερμανία μεταπολεμικά, παρά τα θρυλούμενα, δεν «αποναζιστικοποιήθηκε», ότι ουδέποτε πλήρωσε τα πολεμικά χρέη της, ότι οι εγκληματίες πολέμου και οι Έλληνες συνεργάτες των Ναζί, οι περιβόητοι «δωσίλογοι», πλην ελαχίστων περιπτώσεων, δεν τιμωρήθηκαν και ότι η υπόθεση των αποζημιώσεων και του Κατοχικού Δανείου δεν αποτελεί «ξεπερασμένο ζήτημα», αλλά είναι υπαρκτή, νομικά μαχητή, και απαράγραπτη.
Ομολογώ ότι η υποδοχή του αναγνωστικού κοινού ήταν ασυνήθιστα θερμή για ένα τέτοιου είδους ιστορικό δοκίμιο. Η προσέλευση του απλού κόσμου στις παρουσιάσεις που έγιναν στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλες πόλεις, όπως και στη Κύπρο, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, γεγονός που υποδηλώνει πώς υπάρχει δίψα, αν μη τι άλλο για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Λίγο μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου, ένας αναγνώστης, μου έφερε στο γραφείο μου δύο σκληρόδετους τόμους από τα πρακτικά διοικητικού συμβουλίου της προπολεμικής και Κατοχικής Siemens που με βοήθησαν να εμπλουτίσω με σημαντικά ντοκουμέντα την έκδοση που παρουσιάζουμε την ερχόμενη Κυριακή με κεντρικό ομιλητή τον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλο. Η κίνηση αυτή που είχε τον χαρακτήρα ανιδιοτελούς συμβολής στον εθνικό σκοπό που υπηρετεί το βιβλίο με συγκίνησε ιδιαίτερα και ως άνθρωπο και φυσικά ως ερευνητή…
