Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας
ΚΛΑΡΤ: Τελευταία προβολή της χειμερινής σεζόν με την ταινία «Down by Law» του Jim Jarmusch
Spitogatos: Ανοδικά οι τιμές κατοικιών το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε όλη τη χώρα και στα μεγάλα αστικά κέντρα
Θεσπρωτία: Συνελήφθησαν για ρευματοκλοπή
Skroutz: Αύξηση 23% στις παραγγελίες και παραδόσεις μία ημέρα ταχύτερα το φετινό Πάσχα

Θέμα του σημερινού άρθρου είναι η διαμεσολάβηση και οι αλλαγές που αυτή έχει φέρει στα νομικά δρώμενα. Οι ιδιωτικές διαφορές πια λύνονται εξωδικαστικά μέσω της διαμεσολάβησης. Ως διαμεσολάβηση ορίζεται μια σύντομη και σύννομη διαρθρωμένη διαδικασία εκούσια, εχέμυθη και εμπιστευτική στην οποία παρίστανται τα εμπλεκόμενα μέρη μαζί με τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, και ένα τρίτο ουδέτερο πρόσωπο τον Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής με τις γνώσεις του και τις ειδικές τεχνικές και δεξιότητες του βοηθά τα μέρη να αναζητήσουν μια αμοιβαία αποδεκτή και επωφελή για τα ίδια λύση, η οποία αποτυπώνεται σε μια γραπτή συμφωνία. Η διαμεσολάβηση είναι μια διαδικασία γρήγορη και οικονομική. Μπορεί να έχει μία απόφαση ακόμη και σε μία ή δύο ημέρες και φυσικά με πολύ μικρότερο κόστος σε σχέση με μια δαπανηρή δικαστική διαμάχη.
Στην Άρτα, μέχρι στιγμής είναι τέσσερις οι διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές, πρόκειται για τους: Ιωάννη Αθ. Μεράντζα (δικηγόρος), Πολυξένη Ζ. Παπακίτσου (δικηγόρος), Ευριδίκη Γ. Συγίζη (δικηγόρος) και Σοφία Μιχ. Τσώλα (δικηγόρος). Τους συναντήσαμε και τους τέσσερις δικηγόρους- διαπιστευμένους διαμεσολαβητές και μας μίλησαν διεξοδικά για τη μέθοδο της διαμεσολάβησης, με απώτερο στόχο να ενημερώσουμε τους πολίτες της Άρτας για τη διαμεσολάβηση.
Η διαμεσολάβηση είναι μια μέθοδος εξωδικαστικής επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, στην οποία τα μέρη, με τη βοήθεια και συνδρομή του διαμεσολαβητή, δηλαδή, ενός τρίτου, ανεξάρτητου και ουδέτερου ως προς τα μέρη προσώπου, επιχειρούν να καταλήξουν μέσω της διαπραγμάτευσης μεταξύ τους, σε μία βιώσιμη και αμοιβαία ικανοποιητική διευθέτηση της διαφοράς τους.
Πιο απλά, με τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, ιδιωτικές διαφορές, μπορούν να λυθούν εξωδικαστικά χωρίς να είναι απαραίτητη η εισαγωγή της διαφοράς στο δικαστήριο.
Η διαμεσολάβηση ως εναλλακτικός τρόπος επίλυσης των διαφορών, χωρίς δηλαδή να προσφύγουν τα μέρη στο δικαστήριο θεσμοθετήθηκε με το νόμο 3898/2010, σε συμμόρφωση της Ελλάδας με Κοινοτική Οδηγία 52/2008, και από τότε ισχύει προαιρετικά.
Η διαδικασία της διαμεσολάβησης χρησιμοποιείται ήδη εδώ και δεκαετίες στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία, στην Ιταλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία.
Γιατί ο νόμος 3898/2010 τροποποιήθηκε με το ν. 4512/2018 και με τον ν. 4640/2019 με μια από τις βασικότερες τροποποιήσεις να είναι η υποχρεωτική προσφυγή στη διαμεσολάβηση για κάποιες υποθέσεις πριν αυτές φτάσουν στο δικαστήριο. Επιπροσθέτως στη διαμεσολάβηση μπορούν να υπαχθούν προαιρετικά, αρκετές υποθέσεις, σε κάθε στάδιο της δικής.
Με τη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να επιλυθούν όλες οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, τους (άρθρο 3 παρ.1 του νόμου 4640/2019) και συμφωνήσουν να υπαχθούν στη διαδικασία αυτή.
Ενδεικτικά, τέτοιες διαφορές μπορεί να είναι οικογενειακές, όπως η επιμέλεια, η γονική μέριμνα, η διατροφή, διαφορές από σχέσεις οροφοκτησίας, εργατικές διαφορές, διαφορές για αξιώσεις ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητας, κληρονομικές διαφορές, υποθέσεις αστικής ιατρικής ευθύνης, διαφορές μεταξύ οργανισμών συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και χρηστών, χρέους, αποζημιώσεως και πολλές άλλες.
Το υποχρεωτικό στάδιο προς το παρόν αφορά υποθέσεις οικογενειακές (εκτός από διαζύγια, ακύρωση γάμου κλπ), εκείνες που το αντικείμενο της διαφοράς τους ξεπερνά το ποσό των 30.000,00 ευρώ, καθώς και αρκετές υποθέσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ενώ για όλες τις υπόλοιπες διαδικασίες, εφόσον οι διάδικοι έχουν εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς, η διαμεσολάβηση είναι προαιρετική.
Πιο απλά, πλέον, για αρκετές υποθέσεις που απασχολούν τον πολίτη είναι υποχρεωτική η υπαγωγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, ενώ αρκετές υποθέσεις μπορούν να υπαχθούν στη διαμεσολάβηση προαιρετικά.
Για τις διαφορές που υπάγονται στην υποχρεωτικότητα θα πρέπει να λάβει χώρα επιπλέον υποχρεωτικά ως προστάδιο μία αρχική συνεδρία (ΥΑΣ), ενώπιον ενός διαμεσολαβητή κοινής αποδοχής των μερών, διαπιστευμένου από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Σε περίπτωση διαφωνίας των μερών ως προς την επιλογή του διαμεσολαβητή, ο διαμεσολαβητής επιλέγεται κατά απόλυτα αμερόληπτο τρόπο και συγκεκριμένα σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας του Ειδικού Μητρώου διαπιστευμένων διαμεσολαβητών που τηρείται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης ηλεκτρονικά.
Εφόσον τα μέρη που παρασταθούν στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία, αποφασίσουν να συνεχίσουν τη διαδικασία και να επιλύσουν τη διαφορά τους με διαμεσολάβηση, συντάσσεται έγγραφο συμφωνίας υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση και ακολουθείται η διαδικασία. Εφόσον όμως τα μέρη , ή ένα από αυτά, δεν επιθυμεί τη διαμεσολάβηση και επιθυμεί την δικαστική διεκδίκηση, μπορεί να ακολουθήσει την δικαστική οδό.
Το έργο του διαμεσολαβητή είναι να βοηθήσει τα µέρη να επιλύσουν τη μεταξύ τους διαφορά. Βάσει του διευκολυντικού µοντέλου το οποίο ακολουθούµε στην Ελλάδα σύµφωνα και µε την Κοινοτική Οδηγία 52/2008, ο διαµεσολαβητής διευκολύνει τα µέρη να επικοινωνήσουν, να εντοπίσουν τα προς διευθέτηση ζητήµατα και να βρουν µία κοινά αποδεκτή λύση, χωρίς ο ίδιος να υποβάλλει προτάσεις. Ο διαμεσολαβητής, ο οποίος κατόπιν εξετάσεων έχει διαπιστευθεί απο το Υπουργείο Δικαιοσύνης, είναι ένα ουδέτερο τρίτο µέρος που και τα δύο µέρη µπορούν να εµπιστευθούν ώστε να τους βοηθήσει να φτάσουν σε µία συµφωνία. Στη διαμεσολάβηση δεν ακολουθούνται οι κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως γίνεται στο δικαστήριο. Σκοπός της διαµεσολάβησης είναι να καταλήξουν τα ίδια τα µέρη σε µια συµφωνία και όχι να τους δοθεί µια συµφωνία από κάποιον τρίτο. Αυτή η δυνατότητα των µερών να διαµορφώνουν από κοινού τους όρους της µεταξύ τους συµφωνίας αποτελεί και το µεγαλύτερο πλεονέκτηµα της διαµεσολάβησης.
• Ουδετερότητα. Ο διαµεσολαβητής είναι υποχρεωµένος να παραµένει ουδέτερος ως προς το αποτέλεσµα της διαµεσολάβησης και δεν επιτρέπεται να κατευθύνει τα µέρη και να τους επιβάλλει τη λύση που ο ίδιος προκρίνει. Δύναται να διατυπώνει την προσωπική του άποψη, η οποία δεν είναι δεσµευτική, µόνο εφόσον όλα τα µέρη το επιθυµούν.
Όταν βρεθεί η λύση που θα είναι ικανοποιητική για όλους, η συµφωνία συντάσσεται σε γραπτό κείµενο, µε µορφή στην οποία συµφωνούν τα µέρη. Έτσι, χωρίς να παραβλέπεται κατά το δυνατόν ο εκούσιος χαρακτήρας της όλης διαδικασίας της διαµεσολάβησης, επιτυγχάνεται η άµεση εκτέλεση της συµφωνίας χωρίς την εµπλοκή σε άλλες δικαστικές διαδικασίες. Το πρακτικό διαμεσολάβησης δύναται να κατατεθεί στο αρμόδιο δικαστήριο και αποτελεί τίτλο εκτελεστό.
• Εκούσια διαδικασία. Κανείς δεν υποχρεώνει τα μέρη να επιλύσουν τη διαφορά τους με διαμεσολάβηση. Μόνο η αρχική συνεδρία είναι υποχρεωτική. Αν διαφανεί ότι η υπόθεση δεν μπορεί να λυθεί με τον τρόπο αυτό, η διαμεσολάβηση σταματά και τα μέρη θα λύσουν τη διαφορά τους με άλλο τρόπο, πχ στο δικαστήριο. Οιοδήποτε µέρος δύναται να αποχωρήσει, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, χωρίς µάλιστα να απαιτείται η δικαιολόγηση της αποχώρησής του. Είναι βέβαιο ότι οι πιθανότητες να τηρήσουν τα μέρη μία συμφωνία που τα ίδια έχουν καταλήξει ύστερα από στάθμιση των συμφερόντων και των αναγκών τους, είναι πολύ περισσότερες από το αν είχε επιβληθεί σε αυτά από κάποιον τρίτο, πχ από ο δικαστή.
• Εμπιστευτικότητα. Η διαδικασία της διαµεσολάβησης έχει εµπιστευτικό χαρακτήρα. Ο διαμεσολαβητής αλλά και όλα τα μέρη που συμμετέχουν στη διαδικασία υπογράφουν έγγραφο, πριν ξεκινήσει η διαμεσολάβηση, με το οποίο δεσμεύονται ότι όσα ειπωθούν κατά τη διαδικασία δε θα κοινοποιηθούν σε τρίτους. Οι ιδιωτικές συνεδρίες είναι απολύτως εμπιστευτικές εν αντιθέσει με τα δικαστήρια όπου η συνεδρίαση είναι δημόσια και οι όποιες αποφάσεις συν τοις άλλοις μπορούν να αποτελέσουν νομικό προηγούμενο. Επίσης, κανείς δεν εξετάζεται ως µάρτυρας ενώπιον των Δικαστηρίων, εκτός αν αυτό επιβάλλεται για λόγους δηµόσιας τάξης, για την προστασία της ανηλικότητας ή της σωµατικής ακεραιότητας και ψυχικής υγείας φυσικού προσώπου.
• Εκτελεστότητα της συμφωνίας. Η άµεση εκτέλεση της συµφωνίας χωρίς την εµπλοκή σε άλλες δικαστικές διαδικασίες. Οποιοδήποτε από τα μέρη μπορεί να καταθέσει το πρακτικό διαμεσολάβησης στο αρμόδιο δικαστήριο, ώστε αυτό να αποτελέσει τίτλο εκτελεστό.
• Εξοικονομώντας χρήματα / Πιο γρήγορα : Στο σύνολό της η διαμεσολάβηση κοστίζει πολύ λιγότερο απ΄οτι θα κόστιζε η εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο. Εν αντιθέσει με τη δικαστική οδό, μια διαφορά εφόσον υπαχθεί στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορεί να λυθεί εντός λίγων ωρών ή ημερών. Αντίθετα, η ίδια διαφορά εφόσον ακολουθηθεί η δικαστική οδός, χρειάζεται μήνες ή και έτη εως ότου επιλυθεί, ενώ σχεδόν πάντοτε το ένα απο τα δύο αντίδικα μέρη θα είναι ηττημένο. Οι σχέσεις των μερών (προσωπικές /επαγγελματικές/ επιχειρηματικές) διατηρούνται. Σχέσεις οι οποίες μετά το πέρας μιας αντιδικίας θα μπορούσαν να χαθούν, με τη διαμεσολάβηση μπορούν να διατηρηθούν ακόμα και να εξελιχθούν. Η διαμεσολάβηση είναι μια διαδικασία γρήγορη και οικονομική. Μπορεί να έχει μία απόφαση ακόμη και σε μία ή δύο ημέρες και φυσικά με πολύ μικρότερο κόστος σε σχέση με μια δαπανηρή δικαστική διαμάχη αφού δεν απαιτείται η πληρωμή δικαστικού ενσήμου και τέλους απογράφου.
Καθοριστικός είναι ο ρόλος του πληρεξουσίου δικηγόρου (νομικού παραστάτη). Αρχικά ο δικηγόρος οφείλει να ενηµερώσει τον εντολέα του για την υπαγωγή της διαφοράς ή µέρος αυτής στη διαδικασία της διαµεσολάβησης. Αν επιλεχθεί η διαμεσολάβηση ως τρόπος επίλυσης της διαφοράς τα μέρη παρίστανται υποχρεωτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας (από το προκαταρκτικό στάδιο εως την υπογραφή της συμφωνίας) με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Έτσι διασφαλίζεται η πληρέστερη ανάδειξη των συμφερόντων τους και η νομιμότητα της συμφωνίας.
Η Διαμεσολάβηση φυσικά και δεν αντικαθιστά τον θεσμό των Δικαστηρίων, ο οποίος ανήκει στη ραχοκοκαλιά της Δημοκρατίας αλλά τον συμπληρώνει. Με απόλυτο σεβασμό προς όλους τους φορείς της Δικαιοσύνης δίνεται μια ευκαιρία στα μέρη να πάρουν τη δύναμη στα χέρια τους. Και αυτή είναι και η δυναμική της Διαμεσολάβησης. Το γεγονός ότι κάποιος δεν έχει να «χάσει» κάτι εάν πάει στη Διαμεσολάβηση, διότι ακόμη αν δεν επέλθει συμφωνία τότε ακολουθεί την δικονομική οδό των Δικαστηρίων. Σε δεκάδες χώρες του εξωτερικού χρησιμοποιείται η διαμεσολάβηση με μεγάλη συχνότητα σε ιδιωτικές και εταιρικές υποθέσεις με θεαματικά ποσοστά επιτυχίας που αγγίζουν το 90%!
• Αμεροληψία. Ο διαµεσολαβητής υποχρεούται να ενεργεί έναντι των µερών κατά τρόπο απαλλαγµένο από προσωπικές προτιµήσεις, πεποιθήσεις και προκαταλήψεις και να µεριµνά για την ισότιµη συµµετοχή και διευκόλυνση όλων των µερών στο πλαίσιο της διαµεσολάβησης.
• Εχεμύθεια. Ο διαµεσολαβητής υποχρεούται να τηρεί απόρρητες τις πληροφορίες που έχουν προκύψει από τη διαµεσολάβηση ή σε σχέση µε αυτήν, συµπεριλαµβανοµένου του γεγονότος ότι πρόκειται να διεξαχθεί ή έχει διεξαχθεί διαµεσολάβηση, εκτός αν υποχρεούται να πράξει διαφορετικά από διάταξη νόµου ή για λόγους δηµόσιας τάξης ή τα µέρη συναινούν ρητά στην αποκάλυψη των πληροφοριών. Ο διαµεσολαβητής διέπεται από επαγγελµατικό απόρρητο.
$$Ισχύς του πρακτικού διαµεσολάβησης##
Όταν βρεθεί η λύση που θα είναι ικανοποιητική για όλους, η συµφωνία συντάσσεται σε γραπτό κείµενο, µε µορφή στην οποία συµφωνούν τα µέρη. Έτσι, χωρίς να παραβλέπεται κατά το δυνατόν ο εκούσιος χαρακτήρας της όλης διαδικασίας της διαµεσολάβησης, επιτυγχάνεται η άµεση εκτέλεση της συµφωνίας χωρίς την εµπλοκή σε άλλες δικαστικές διαδικασίες. Το πρακτικό διαμεσολάβησης δύναται να κατατεθεί στο αρμόδιο δικαστήριο και αποτελεί τίτλο εκτελεστό.
$$Γιατί να επιλέξω διαμεσολάβηση;##
• Εκούσια διαδικασία. Κανείς δεν υποχρεώνει τα μέρη να επιλύσουν τη διαφορά τους με διαμεσολάβηση. Μόνο η αρχική συνεδρία είναι υποχρεωτική. Αν διαφανεί ότι η υπόθεση δεν μπορεί να λυθεί με τον τρόπο αυτό, η διαμεσολάβηση σταματά και τα μέρη θα λύσουν τη διαφορά τους με άλλο τρόπο, πχ στο δικαστήριο. Οιοδήποτε µέρος δύναται να αποχωρήσει, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, χωρίς µάλιστα να απαιτείται η δικαιολόγηση της αποχώρησής του. Είναι βέβαιο ότι οι πιθανότητες να τηρήσουν τα μέρη μία συμφωνία που τα ίδια έχουν καταλήξει ύστερα από στάθμιση των συμφερόντων και των αναγκών τους, είναι πολύ περισσότερες από το αν είχε επιβληθεί σε αυτά από κάποιον τρίτο, πχ από ο δικαστή.
• Εμπιστευτικότητα. Η διαδικασία της διαµεσολάβησης έχει εµπιστευτικό χαρακτήρα. Ο διαμεσολαβητής αλλά και όλα τα μέρη που συμμετέχουν στη διαδικασία υπογράφουν έγγραφο, πριν ξεκινήσει η διαμεσολάβηση, με το οποίο δεσμεύονται ότι όσα ειπωθούν κατά τη διαδικασία δε θα κοινοποιηθούν σε τρίτους. Οι ιδιωτικές συνεδρίες είναι απολύτως εμπιστευτικές εν αντιθέσει με τα δικαστήρια όπου η συνεδρίαση είναι δημόσια και οι όποιες αποφάσεις συν τοις άλλοις μπορούν να αποτελέσουν νομικό προηγούμενο. Επίσης, κανείς δεν εξετάζεται ως µάρτυρας ενώπιον των Δικαστηρίων, εκτός αν αυτό επιβάλλεται για λόγους δηµόσιας τάξης, για την προστασία της ανηλικότητας ή της σωµατικής ακεραιότητας και ψυχικής υγείας φυσικού προσώπου.
• Εκτελεστότητα της συμφωνίας. Η άµεση εκτέλεση της συµφωνίας χωρίς την εµπλοκή σε άλλες δικαστικές διαδικασίες. Οποιοδήποτε από τα μέρη μπορεί να καταθέσει το πρακτικό διαμεσολάβησης στο αρμόδιο δικαστήριο, ώστε αυτό να αποτελέσει τίτλο εκτελεστό.
• Εξοικονομώντας χρήματα / Πιο γρήγορα : Στο σύνολό της η διαμεσολάβηση κοστίζει πολύ λιγότερο απ΄οτι θα κόστιζε η εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο. Εν αντιθέσει με τη δικαστική οδό, μια διαφορά εφόσον υπαχθεί στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορεί να λυθεί εντός λίγων ωρών ή ημερών. Αντίθετα, η ίδια διαφορά εφόσον ακολουθηθεί η δικαστική οδός, χρειάζεται μήνες ή και έτη εως ότου επιλυθεί, ενώ σχεδόν πάντοτε το ένα απο τα δύο αντίδικα μέρη θα είναι ηττημένο. Οι σχέσεις των μερών (προσωπικές /επαγγελματικές/ επιχειρηματικές) διατηρούνται. Σχέσεις οι οποίες μετά το πέρας μιας αντιδικίας θα μπορούσαν να χαθούν, με τη διαμεσολάβηση μπορούν να διατηρηθούν ακόμα και να εξελιχθούν. Η διαμεσολάβηση είναι μια διαδικασία γρήγορη και οικονομική. Μπορεί να έχει μία απόφαση ακόμη και σε μία ή δύο ημέρες και φυσικά με πολύ μικρότερο κόστος σε σχέση με μια δαπανηρή δικαστική διαμάχη αφού δεν απαιτείται η πληρωμή δικαστικού ενσήμου και τέλους απογράφου.
$$Ο ρόλος του δικηγόρου στη διαμεσολάβηση##
Καθοριστικός είναι ο ρόλος του πληρεξουσίου δικηγόρου (νομικού παραστάτη). Αρχικά ο δικηγόρος οφείλει να ενηµερώσει τον εντολέα του για την υπαγωγή της διαφοράς ή µέρος αυτής στη διαδικασία της διαµεσολάβησης. Αν επιλεχθεί η διαμεσολάβηση ως τρόπος επίλυσης της διαφοράς τα μέρη παρίστανται υποχρεωτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας (από το προκαταρκτικό στάδιο εως την υπογραφή της συμφωνίας) με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Έτσι διασφαλίζεται η πληρέστερη ανάδειξη των συμφερόντων τους και η νομιμότητα της συμφωνίας.
Η Διαμεσολάβηση φυσικά και δεν αντικαθιστά τον θεσμό των Δικαστηρίων, ο οποίος ανήκει στη ραχοκοκαλιά της Δημοκρατίας αλλά τον συμπληρώνει. Με απόλυτο σεβασμό προς όλους τους φορείς της Δικαιοσύνης δίνεται μια ευκαιρία στα μέρη να πάρουν τη δύναμη στα χέρια τους. Και αυτή είναι και η δυναμική της Διαμεσολάβησης. Το γεγονός ότι κάποιος δεν έχει να «χάσει» κάτι εάν πάει στη Διαμεσολάβηση, διότι ακόμη αν δεν επέλθει συμφωνία τότε ακολουθεί την δικονομική οδό των Δικαστηρίων. Σε δεκάδες χώρες του εξωτερικού χρησιμοποιείται η διαμεσολάβηση με μεγάλη συχνότητα σε ιδιωτικές και εταιρικές υποθέσεις με θεαματικά ποσοστά επιτυχίας που αγγίζουν το 90%!
