Αναρτήθηκε στις:03-12-16 12:44

Συνέντευξη του Ξενοφών Μαυραγάνη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Το διάβασμα, μορφώνει, ψυχαγωγεί, ανοίγει ορίζοντες, λυτρώνει

Ο Ξενοφών Ε. Μαυραγάνης, γεννήθηκε το 1940 στο Πλωμάρι Λέσβου, όπου και έμαθε γράμματα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάσθηκε ως δικηγόρος και δημοσιογράφος (Μακεδονία-Θεσσαλονίκη-Η Αυγή-Η Καθημερινή- Απογευματινή). Υπήρξε δημοτικός σύμβουλος Καλαμαριάς για 12 χρόνια και νομικός σύμβουλος του Κρατικού Θεάτρου βορείου Ελλάδος και της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας Θράκης. Εξέδωσε (εκτός των αναφερομένων) διηγήματα με τίτλο "Ο θείος μου ο Άγιος" 2009 Μυτιλήνη. Τα τελευταία χρόνια έχει εκδώσει τα έργα «Ψάρι με κεφάλι και ουρά», «Προς το παρόν υγιαίνω», «Ανασιμιά». Από τις εκδόσεις Νησίδες. Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Το ουζερί», εκδόσεις Νησίδες μίλησε στην εφημερίδα «Μαχητής», για το βιβλίο το αλλά και γενικότερα για το έργο του και τη λογοτεχνία.

ΕΡ. Πώς αρχίζει η συγγραφή μιας νέας ιστορίας;
ΑΠ. Από μια λέξη, ένα ερέθισμα, μια τυχαία κουβέντα, μια ανάμνηση.

ΕΡ. Ποια είναι η πηγή έμπνευσης για να γράψετε ένα βιβλίο;
ΑΠ. Είναι αυτή που είπα ακριβώς παραπάνω. Όλα όσα γράφω βρίσκονται μέσα μου, υποβόσκουν, υπνώττουν, αλλά δεν αναβλύζουν αν δεν τους δοθεί η ευκαιρία. Και η ευκαιρία δίνεται κάθε φορά που κάτι θα με κεντρίσει περισσότερο.

ΕΡ. Πόσο χρόνο κάνετε για να γράψετε μια νουβέλα ή ένα μυθιστόρημα; Υπάρχει κάποιο πλάνο ή σχέδιο;
ΑΠ. Ποτέ δεν έχω προσδιορίσει τον χρόνο. Υπάρχουν διηγήματα που γράφτηκαν σε ένα απόγευμα και άλλα που γράφτηκαν στην διάρκεια εβδομάδων ή μηνών. Για παράδειγμα «Το Ουζερί» χρειάστηκε ένα χρόνο περίπου για να πάρει την τελική του μορφή, αν και ήξερα από την πρώτη μέρα, που θα τελειώσει. Βάζοντας μπρος ένα κείμενό μου, απλώς σε λίγο καταλαβαίνω αν θα βγει ή όχι. Γιατί υπάρχουν αρκετά που έχουν μείνει ατελείωτα. Ίσως γιατί δεν ολοκληρώθηκαν μέσα μου.

ΕΡ. Πριν από λίγους μήνες εκδόθηκε το μυθιστόρημα «Το Ουζερί», από τις εκδόσεις Νησίδες και την Λέσχη Πλωμαρίου Βενιαμίν ο Λέσβιος. Ποιος ήταν ο λόγος που το γράψατε;
ΑΠ. Ήθελα να περιγράψω την ζωή σε μια κωμόπολη της επαρχίας στη δεκαετία του ’50. Μια δεκαετία που την θεωρώ καθοριστική για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Η μετεμφυλιακή περίοδος, μια επίπλαστη ευημερία ορισμένων που γρήγορα εξαφανίσθηκε, η φτώχεια και ο δρόμος της μετανάστευσης, η απέλπιδα προσπάθεια, λίγων δυστυχώς, να φέρουν την λήθη και την απάλειψη του εθνικού διχασμού, η εγκατάλειψη της επαρχίας. Το ουζερί, ήταν ένα μαγαζί που για πρώτη φορά άνοιξε στο Πλωμάρι της Λέσβου, κλασσικό τόπο ουζοπαραγωγής. Μέχρι τότε το ούζο το πίναμε στα καφενεία. Η δημιουργία του Ουζερί, ήταν μια έκφανση του δήθεν εκσυγχρονισμού, εξαθηναϊσμού θα έλεγα καλλίτερα της εκτός Αθηνών Ελλάδας. Δηλαδή μια απόλυτη μίμηση όσων συνέβαιναν στην πρωτεύουσα.

ΕΡ. Όλοι οι ήρωές σας μοιάζουν σαν τα πρόσωπα που ζουν δίπλα μας. Μήπως η εμπειρία βοηθά στο πλάσιμο των χαρακτήρων κατά τη γραφή;
ΑΠ. Μα είναι τα πρόσωπα που ζουν δίπλα μας. Μερικές πινελιές που προσθέτουν ή αφαιρούν στοιχεία της κάθε προσωπικότητας σύμφωνα με τις δικές μου μυθοπλαστικές παρεμβάσεις, δεν αλλοιώνουν την πραγματικότητα. Την εξωραΐζουν ή την παρουσιάζουν επί τα χείρω απλώς.

ΕΡ. Στο βιβλίο σας αναφέρεστε σε ένα Ουζερί. Γιατί η Μυτιλήνη εξακολουθεί να είναι γνωστή για το περίφημο ούζο της;
ΑΠ. Η παραγωγή ούζου ξεκινά βασικά από το Πλωμάρι όπου ιδρύθηκε η πρώτη μονάδα το 1864. Ήταν έκτοτε ούζο κι ας το λέγαμε και ρακί. Με τα χρόνια αποκτήθηκε μια εμπειρία και εξειδίκευση που καθιέρωσε και την ονομασία προελεύσεως «Ούζο Πλωμαρίου». Και οι συνταγές που χρησιμοποιεί η κάθε μονάδα παραγωγής δεν αλλάζουν ποτέ, αλλά και δεν γνωστοποιούνται.

ΕΡ. Σε ποιο επίπεδο βρίσκεται σήμερα η παρασκευή Ούζου στο νησί της Λέσβου;
ΑΠ. Απ όσο ξέρω, στο Πλωμάρι τουλάχιστον βρίσκεται σε καλή κατάσταση, παρ’ όλα τα οικονομικά μέτρα της κρίσης. Λειτουργούν τέσσερις ποτοποιίες με τις δύο τουλάχιστον να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εξαγωγών σε ούζο.

ΕΡ. Η οικονομική κρίση επηρέασε και το αναγνωστικό κοινό. Συνεχίζει να διαβάζει ο μέσος αναγνώστης;
ΑΠ. Δεν νομίζω ότι το αναγνωστικό κοινό επηρεάσθηκε από την κρίση. Απλώς νομίζω ότι δεν υπάρχουν πολλοί εραστές της ανάγνωσης και ιδίως στα δύσκολα είδη της ποίησης και του διηγήματος. Οι περισσότεροι αγαπούν το μυθιστόρημα και μάλιστα το εύκολο και εύπεπτο.

ΕΡ. Είναι η γραφή μια μορφή τέχνης που θα μπορέσει να δημιουργήσει πυρήνες αντίστασης για να ξυπνήσει ο αναγνώστης και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα με άλλη ματιά;
ΑΠ. Θα το ήθελα, αλλά δεν πιστεύω πως υπάρχουν πολλοί, κι όταν λέμε πολλοί εννοούμε αριθμό ανθρώπων ικανό να δημιουργήσει κίνημα. Κοιτάξτε στη δικτατορία, το 1970 εκδόθηκαν τα «Δεκαοχτώ κείμενα» έργα σπουδαίων Ελλήνων συγγραφέων αντίθετων στη Χούντα. Και λέμε ότι σημείωσε πολλές επανεκδόσεις. Σωστά. Πόσες; Πέντε, δέκα; Δηλαδή υπήρξαν τότε περισσότεροι από δέκα χιλιάδες Έλληνες που τα διάβασαν; Πιθανόν. Δεν νομίζω όμως ότι δέκα χιλιάδες αναγνώστες είναι ικανοί να αλλάξουν την οπτική, των συμπολιτών μας.

ΕΡ. Ποια είναι η πνευματική κίνηση στην Θεσσαλονίκη, όπου διαμένετε μόνιμα;
ΑΠ. Σας συμπληρώνω με την άδειά σας, λέγοντας πως μοιράζω τον χρόνο μου ανάμεσα στην Θεσσαλονίκη και το Πλωμάρι, όπου περνώ περίπου επτά μήνες. Παρ’ όλ’ αυτά παρακολουθώ την πνευματική Θεσσαλονίκη, μετέχοντας σ’ αυτήν όποτε είμαι εκεί. Σημειώνω τις αξιόλογες δράσεις του αρχαιολογικού μουσείου, του Τελόγλειου Ιδρύματος, της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας και του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΜΘ. Φυσικά και του ΚΘΒΕ που παρουσιάζει τελευταία σημαντικές παραστάσεις.

ΕΡ. Σήμερα βλέπουμε πολλούς νέους συγγραφείς να εκδίδουν μυθιστορήματα και ποιήματα. Όλες αυτές οι εκδόσεις βοηθούν να αναδειχτούν νέοι συγγραφείς και να ακουστούν νέες ιδέες;
ΑΠ. Ναι σίγουρα αναδεικνύονται πολλοί νέοι ποιητές και συγγραφείς, που δυστυχώς δεν προλαβαίνεις να τους παρακολουθείς.

ΕΡ. Είστε από τους ανθρώπους που τους αρέσει να ονειρεύονται;
ΑΠ. Ασφαλώς, αν και λόγω ηλικίας οι «Πλόες ονείρου» που θάλεγε κι ο Κώστας Λαχάς, περιορίζονται αφού μικραίνει ο ορίζοντάς τους.

ΕΡ. Ασχολείστε με το διαδίκτυο; Ποια είναι η γνώμη σας για τα ηλεκτρονικά περιοδικά;
ΑΠ. Ενδιαφέροντα αλλά δύσκολα για πολλούς από μας να τα διαβάζουν. Για μας που συνηθίσαμε να πιάνουμε στο χέρι το χαρτί, το βιβλίο και να το απολαμβάνουμε είτε καθισμένοι στο γραφείο, είτε αναπαυόμενοι στην πολυθρόνα, δεν είναι εύκολη υπόθεση το ηλεκτρονικό ανάγνωσμα.

ΕΡ. Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες μας;
ΑΠ. Δεν θεωρώ εαυτόν ικανό να δίνει συμβουλές. Μόνο μπορώ να τους πω να διαβάζουν. Το διάβασμα, μορφώνει, ψυχαγωγεί, ανοίγει ορίζοντες, λυτρώνει.

img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ