Αναρτήθηκε στις:16-06-21 12:04

Συνέντευξη της Λίλης Λαμπρέλλη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Ακολούθησα την τεχνική των λαϊκών παραμυθάδων όταν αφηγούνται μαγικά παραμύθια με μυθική αγριότητα, δηλαδή παραμύθια που μιλάνε για το «ανείπωτο»



Με ρίζες στη Μυτιλήνη και στη Μικρασία, η Λίλη Λαμπρέλλη γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε νομικά και μουσική στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες. Μετανάστρια κατ’ εξακολούθηση, εργάστηκε ως δικηγόρος στην Αθήνα και στη συνέχεια ως μεταφράστρια στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο Λουξεμβούργο και στις Βρυξέλλες. Έχει γράψει βιβλία για παιδιά, νέους και ενήλικες. Από τον Μάρτιο του 1998 ασχολείται με την αφήγηση λαϊκών παραμυθιών προφορικής παράδοσης. Μυήθηκε στα παραμύθια από την ανθρωπολόγο Nicole Belmont και πολλούς παραμυθάδες: τον Αφρικανό Maurice Boycasse, τον Άραβα Hamadi, τον Βέλγο Stephane van Hoecke, τον Γάλλο Michel Hindenoch κ.ά. Όμως δάσκαλό της θεωρεί έναν από τους μεγαλύτερους Γάλλους αφηγητές, τον Henri Gougaud, και ανήκει στην ομάδα του. Το τελευταίο της βιβλίο, Έντεκα μέρες του Απρίλη 1826, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Πατάκη, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.


Πώς ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής του βιβλίου Έντεκα μέρες του Απρίλη 1826;


Η ιδέα ξεκίνησε από την αναζήτηση θέματος για τη συμμετοχή μου με ένα μικρό κείμενο στο συλλογικό βιβλίο 21 συν 1 συγγραφείς γράφουν – καλλιτέχνες εικονογραφούν για το 1821, από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος. Η πρόταση μου έγινε από τη Μαρίζα Ντεκάστρο και την ευγνωμονώ, γιατί μ’ έκανε να βουτήξω στα βαθιά της Ελληνικής Επανάστασης. Eπέλεξα τη μέρα της Εξόδου, γιατί από παιδί θεωρούσα συναρπαστική την ιστορία των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», χωρίς όμως να συνειδητοποιώ το μέγεθος του πάθους τους για ελευθερία και τις απίστευτες συνθήκες στέρησης της δεύτερης πολιορκίας (ή τρίτης, αν συνυπολογίσουμε και την πολιορκία του Αιτωλικού). Αφού, έπειτα από μια μικρή έρευνα, έγραψα το κείμενο των 450 λέξεων, μ’ έπιασε κάτι σαν εμμονή, μια ακράτητη λαχτάρα να θέλω να αναζητήσω κι άλλες πηγές για τις μέρες εκείνες και να γράψω κάτι μεγαλύτερο σε έκταση, χωρίς περιορισμό στο μέγεθος. Έτσι προέκυψε αυτό το μικρό βιβλίο.

Γιατί ήταν κρίσιμες αυτές οι έντεκα μέρες του Απρίλη 1826 για το Μεσολόγγι;


Οι τελευταίες εννέα μέρες πριν από την Έξοδο ήταν το κρεσέντο όλων των σκληρών δοκιμασιών της τελευταίας πολιορκίας και μιας ατέλειωτης σειράς συγκρούσεων στη λιμνοθάλασσα και κυρίως γύρω από τα τείχη του Φρουρίου. Αυτή η κορύφωση ξεκίνησε όταν άρχισε να χάνεται κάθε ελπίδα για εφοδιασμό σε στοιχειώδη τρόφιμα. Αφού φαγώθηκαν όλα τα βρώσιμα ζώα, ακόμα και τα «ακάθαρτα», όπως οι ποντικοί, υπήρξαν και μαρτυρίες για ανθρωποφαγία. Οι πιο οδυνηρές ήταν οι τελευταίες μέρες, ξεκινώντας από την Πέμπτη 8 Απριλίου, όταν ματαιώθηκε το σχέδιο εξόδου για το ίδιο βράδυ, λόγω της σφοδρής καταιγίδας που ανάγκασε τον Καραϊσκάκη να επιστρέψει άρρωστος με το στράτευμά του στη Δερβέκιστα. Την ίδια μέρα, προδόθηκε το σχέδιο εξόδου από έναν Βούλγαρο αιχμάλωτο, εργάτη των Τούρκων κι ένα βαφτισμένο Τουρκόπουλο, ψυχογιό του Τσόλκα και στρατιώτη στο σώμα του Ίσκου, που το ’σκασαν και πήδησαν στις τάφρους των εχθρών, λέγοντάς τους όλα όσα ήξεραν για τη δεινή κατάσταση των πολιορκημένων και την επικείμενη έξοδο. Την Παρασκευή το πρωί πάρθηκαν στο Μεσολόγγι ομόφωνα οι αποφάσεις για την άμεση σφαγή των αιχμαλώτων και την απελπισμένη Έξοδο στις 2 μετά τα μεσάνυχτα του Σαββάτου 10 Απριλίου προς Κυριακή 11. Στη συνέχεια, κοινώνησαν όλοι, ανταλλάσσοντας την ευχή: «Ο Θεός να μας ανταμώσει εις τον άλλον κόσμον», όμως ήλπιζαν ακόμα σε βοήθεια είτε από την ξηρά είτε από τη θάλασσα. Το Σάββατο, τελευταία μέρα πριν από τη νύχτα της Εξόδου, μετέφεραν στα πιο γερά σπίτια της πόλης τους γέροντες, τους αρρώστους και τους τραυματίες, μαζί με μεγάλες ποσότητες πυρίτιδας για άμυνα μέχρις εσχάτων και ανατίναξη. Σαν νύχτωσε, οι φαμελίτες αφιόνισαν τα μωρά τους και όταν ήρθε η συμφωνημένη ώρα κίνησαν για τη μάχη, ακολουθώντας τη φρουρά. Όλη τη νύχτα γινόταν σφαγή στην πεδιάδα και συνεχείς ανατινάξεις στην πόλη. Χάθηκαν πολλοί απ’ όλες τις μεριές. Οι δύο μέρες που ακολούθησαν ήταν ο επίλογος της Εξόδου. Η πόλη συνέχισε να καίγεται, ενώ όσοι μπόρεσαν κι έφτασαν στην κορφή του βουνού πήραν το δρόμο για τη Δερβέκιστα.

«Ήταν μια φορά μια πλωτή πόλη με τριάντα πύργους κι εφτά πύλες, χτισμένη ανάμεσα σε δυο λιμνοθάλασσες που γεννήθηκαν από δυο μεγάλους ποταμούς…» Έτσι σαν παραμύθι αρχίζει η ιστορία του αποκλεισμού του Μεσολογγίου;


Ναι, επειδή όλα όσα έγιναν εκείνες τις μέρες στο Μεσολόγγι παραπέμπουν σε ακραίες καταστάσεις μυθικού λόγου, ξεκίνησα την αφήγηση με μια μικρή αναφορά σε μνήμες από το δυσοίωνο μυθικό παρελθόν της περιοχής.

Και όλα αυτά μέσα από την αφήγηση ενός εφήβου, του Μάρκου του Γελεκτσή. Το ότι έζησε αυτός ο νέος τέτοιες καταστάσεις δεν τον επηρέασαν και τον καθόρισαν στη μετέπειτα ζωή του;


Ο Μάρκος είναι ο βασικός ήρωας της ιστορίας μου, προϊόν μυθοπλασίας αλλά συγχρόνως ένα παζλ από τα στοιχεία που έχουμε για τους νεαρούς Γελεκτσήδες, κυρίως εφήβους αλλά και μικρότερα παιδιά που ζούσαν εκείνη την εποχή στο Μεσολόγγι και ήθελαν με κάθε τρόπο να προστατέψουν την πόλη τους. Το βέβαιο είναι πως οι Γελεκτσήδες ήταν τόσο ριψοκίνδυνοι που σκοτωνόντουσαν ο ένας μετά τον άλλο και ήταν λιγοστοί όσοι είχαν την τύχη να είναι ακόμα ζωντανοί τη νύχτα της Εξόδου. Από αυτούς, οι ελάχιστοι που επέζησαν ήταν έφηβοι που οπλοφορούσαν και πολέμησαν μαζί με τους αγωνιστές της Φρουράς, δηλαδή παλικαράκια σαν τον Μάρκο που ίσως πολέμησαν πρώτη φορά σώμα με σώμα εκείνη τη νύχτα, κρατώντας γιαταγάνι, ενώ γύρω τους ο θάνατος θέριζε στα τυφλά οικογένεια, φίλους, εχθρούς. Μια τέτοια ακραία εμπειρία δεν μπορεί να μην καθορίσει τη μετέπειτα πορεία σου, θέλοντας και μη θέλοντας. Ανάλογα με τη δύναμη της ψυχής σου μπορεί να σε στείλει στο απόλυτο σκοτάδι ή στο απόλυτο φως. Ο ήρωάς μου ανδρώθηκε τη βραδιά της Εξόδου, έγινε «φαμελίτης», κατάφερε να σωθεί και να σώσει και τη μικρή του αδελφή χωρίς να χάσει ίχνος από τη γενναιότητα και την ανθρωπιά του, γιατί σαν όλους τους Γελεκτσήδες είχε την ορμή της ακραίας εφηβικής αφοβίας και αθωότητας, ήταν πλασμένος για την ελευθερία – όχι για την αρπαγή εξουσίας, για την αγάπη – όχι για την εκδίκηση.

Τι σήμαινε για τους Έλληνες να κρατήσουν το Μεσολόγγι με τον αγώνα τους;


Για τους Έλληνες είχε ζωτική σημασία να κρατήσουν το Μεσολόγγι, λόγω της στρατηγικής γεωγραφικής του θέσης – κεντρικό σημείο της δυτικής Στερεάς Ελλάδας και κόμβος για τη συνήθη διέλευση των τουρκαλβανικών ορδών από την Ήπειρο προς την Πελοπόννησο. Πάνω απ’ όλα, θεωρούσαν χρέος τους απέναντι στην πατρίδα να υπερασπιστούν την πόλη με κάθε θυσία για λόγους τιμής, γι’ αυτό και δεν δέχονταν σε καμιά περίπτωση να διαπραγματευτούν την παράδοσή τους, επειδή μετά τις μεγάλες νίκες που προηγήθηκαν, όλοι πίστευαν πως το Φρούριο του Μεσολογγίου ήταν απόρθητο κι ένιωθαν (όχι άδικα) πως, αν χαθεί, η Επανάσταση θα σβήσει.

Ποια ήταν η σημασία του Μεσολογγίου για τους Τούρκους;


Πιστεύω πως και οι Τούρκοι θεωρούσαν εξαιρετικά σημαντική για τους αντίστοιχους με τους Έλληνες λόγους τη στρατηγική θέση του Μεσολογγίου και ατιμωτικό να μην μπορούν να περάσουν «τον φράχτη», όπως χαρακτήρισε ο Ιμπραήμ τα τείχη του Φρουρίου, και να πάρουν το Μεσολόγγι, κατά μείζονα λόγο που ο Σουλτάνος απειλούσε τους ηγέτες του τουρκικού και του αιγυπτιακού στρατού με αποκεφαλισμό σε περίπτωση αποτυχίας.

Τα πρόσωπα εκτός από τον Μάρκο και τον Άγγελο είναι ιστορικά. Πού η πραγματικότητα συναντά τη φαντασία;


Όλα τα πρόσωπα είναι ιστορικά εκτός από τον Μάρκο και την οικογένειά του, και τον Άγγελο, αδελφό της Τασούλας που ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ηρωίδα της Κλείσοβας και από τα λίγα κορίτσια που γνωρίζουμε ότι συμμετείχαν στην ομάδα των Γελεκτσήδων. Στην ουσία όλα τα γεγονότα είναι ιστορικά, παρότι οι μαρτυρίες συχνά είναι αντικρουόμενες και είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς ποια εκδοχή είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα. Καθαρή μυθοπλασία είναι «η ματιά» του Μάρκου και ο τρόπος που «βίωσε» τα ιστορικά γεγονότα, δηλαδή η δική μου ματιά, ο δικός μου νόστος στην εποχή του παππού του παππού μου για να περιγράψω, μέσα από τις ολοζώντανες μαρτυρίες των αγωνιστών, γεγονότα που με συγκλόνισαν δυο αιώνες αργότερα.

Ο Κιουταχής και ο Ιμπραήμ Πασάς είχαν περικυκλώσει το Μεσολόγγι. Ταιριάζει η έκφραση «ούτε πουλί πετούμενο δεν μπορούσε να βγει χωρίς να κινδυνέψει»;


Το Μεσολόγγι, μετά την κατάληψη από τους Τούρκους και τους Αιγύπτιους όλων των μικρονησίδων της λιμνοθάλασσας, αντιστάθηκε γενναία στη μάχη της Κλείσοβας, με 131 αγωνιστές απέναντι στους 3.000 Τούρκους που υποχώρησαν ύστερα από απώλειες και τον τραυματισμό του Κιουταχή και αμέσως αντικαταστάθηκαν από 3.000 Αιγύπτιους, που κατατροπώθηκαν ύστερα από πολλαπλάσιες απώλειες και τον θάνατο του Χουσεΐν πασά, γαμπρού του Ιμπραήμ. Δυστυχώς, η νίκη της Κλείσοβας, μία από τις σημαντικότερες νίκες της ευρωπαϊκής Ιστορίας, δεν απέτρεψε το γεγονός ότι ο Μιαούλης δεν μπορούσε πια να διασπάσει τον ενισχυμένο εχθρικό στόλο για να φέρει εφόδια από τη θάλασσα. Συγχρόνως, έχοντας τους δυο στρατούς να τους πολιορκούν όλο και πιο άγρια, όλο και πιο στενά από την ξηρά, οι κλεισμένοι στο Μεσολόγγι βρέθηκαν σε πάρα πολύ δύσκολη θέση. Το να βγει κάποιος έξω από το Φρούριο, και μάλιστα περνώντας υποχρεωτικά μέσα από τα στρατόπεδα των εχθρών, σήμαινε πως έπαιζε τη ζωή του κορόνα-γράμματα.

Ο Μιαούλης προσπαθούσε να σπάσει τον κλοιό. Αν ο Καραϊσκάκης κατάφερνε να περάσει το στράτευμά του, ποια θα ήταν η τύχη του Μεσολογγίου;


Από τα «Ενθυμήματα» του Κασομούλη, που ήταν γραμματικός του Στορνάρη και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων εκείνων των ημερών, γνωρίζουμε ότι ο Καραϊσκάκης, την Πέμπτη 8 Απριλίου, έφτασε πολύ κοντά στο Μεσολόγγι με 2.500 στρατιώτες, αλλά όταν μεγάλη και αιφνίδια καταιγίδα διέλυσε το στράτευμα και αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Δερβέκιστα, ζήτησε από τους οπλαρχηγούς του Μεσολογγίου, με μυστική αλληλογραφία, να περιμένουν λίγες μέρες ακόμα πριν κάνουν έφοδο εξόδου. Όμως καμιά αναβολή δεν μπορούσε να δοθεί γιατί οι άνθρωποι πέθαιναν από πείνα και, αν περίμεναν έστω και μια μέρα ακόμα, θα ήταν αδύνατο να τρέξουν πολεμώντας ως τα ριζά του Ζυγού, στη συνέχεια να σκαρφαλώσουν στην κορφή του βουνού και μετά να περπατήσουν ως τη Δερβέκιστα. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αν δεν σταματούσε το στράτευμα του Καραϊσκάκη η σφοδρή καταιγίδα εκείνης της μέρας και γινόταν η Έξοδος το ίδιο εκείνο βράδυ, η τύχη του Μεσολογγίου θα ήταν διαφορετική. Όχι μόνο θα είχαμε πολύ λιγότερες απώλειες, αλλά ίσως κρατούσαμε και το Φρούριο.

Οι αντοχές των Ελλήνων τελείωναν και αποφάσισαν να γίνει η έξοδος από την πόλη. Δεν ήταν επικίνδυνο αυτό το βήμα;


Σίγουρα ήταν πολύ επικίνδυνο, αλλά δεν είχαν άλλη επιλογή. Εξακόσιοι αγωνιστές της φρουράς ήταν τραυματίες ή άρρωστοι και επειδή δεν μπορούσαν να μετακινηθούν ήταν υποχρεωμένοι να μείνουν στην πόλη και να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων. Αλλά και οι υπόλοιποι ήταν τόσο εξαντλημένοι, που δεν είχαν πια κανένα περιθώριο να περιμένουν βοήθεια σε τρόφιμα ή ενισχύσεις. Έπρεπε να βγουν. Και βγήκαν σαλπίζοντας πρώτοι την έφοδο και υψώνοντας πρώτοι τις σημαίες τους. Για να μη διασπαστούν, ίσως από ένστικτο, τρέχοντας συσπείρωσαν τις δυνάμεις τους και οι τρεις κολόνες έγιναν μία, που σαν ανεμοστρόβιλος προχωρούσε ελικοειδώς χτυπώντας από τη μια τους Τούρκους κι από την άλλη τους Αιγύπτιους, όχι χωρίς απώλειες. Όσοι δεν μπορούσαν να τρέξουν γρήγορα κι έμεναν πίσω (κυρίως οικογένειες), σφαγιάζονταν ή πιάνονταν αιχμάλωτοι με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Οι περισσότεροι αγωνιστές χάθηκαν στην ενέδρα του Μουστάμπεη στα ριζά του Ζυγού.

Οι σκηνές της Εξόδου ήταν απερίγραπτες. Οι Έλληνες πολέμησαν μέχρι τελευταίας ρανίδας του αίματός τους. Γι’ αυτό και απαθανατίστηκαν αυτές οι στιγμές στην τέχνη;


Ακριβώς, απερίγραπτες, και επειδή δεν υπήρχαν λόγια να περιγραφούν μίλησαν γι’ αυτές οι καλλιτέχνες, Έλληνες και Ευρωπαίοι, κυρίως με τον χρωστήρα τους και τον ποιητικό τους λόγο.

Γιατί έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση στη Δύση αυτός ο αγώνας;


Η Δύση ήξερε από επαναστάσεις, μια και προηγήθηκε η Αμερικανική Επανάσταση και στη συνέχεια η Γαλλική, όμως έμειναν άφωνοι από τις ακραίες συνθήκες στέρησης των εντός των τειχών αγωνιστών και αμάχων του Μεσολογγίου και την εμμονή τους να μην παραδίδονται, προτιμώντας τον θάνατο. Επίσης, ήταν σοκαριστική για τη Δύση η άγρια θανάτωση όσων αγωνιστών πιάστηκαν ζωντανοί (περίπου 150), η ασέβεια απέναντι στις σορούς των Ελλήνων που έπεσαν στη μάχη (τρεις χιλιάδες αυτιά αγωνιστών στάλθηκαν στον Σουλτάνο), και κυρίως η σφαγή ή η αιχμαλωσία και στη συνέχεια η πώληση στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής πολλών χιλιάδων γυναικόπαιδων. Το βέβαιο είναι ότι μετά την πτώση του Μεσολογγίου, εκεί που όλοι πίστευαν πως η Επανάσταση έσβηνε, φούντωσε ένα νέο κύμα φιλελληνισμού που οδήγησε στη νίκη του Ναυαρίνου και άνοιξε τον δρόμο προς την Απελευθέρωση.

Πώς καταφέρατε να διαβάζεται το μυθιστόρημα με κομμένη ανάσα;


Όπως τόσο εύστοχα είπατε, οι σκηνές της Εξόδου αλλά και των ακραίων καταστάσεων των ημερών που προηγήθηκαν και ακολούθησαν είναι δύσκολο να περιγραφούν. Εγώ ακολούθησα την τεχνική των λαϊκών παραμυθάδων όταν αφηγούνται μαγικά παραμύθια με μυθική αγριότητα, δηλαδή παραμύθια που μιλάνε για το «ανείπωτο». Ο βασικός κανόνας είναι ότι ο αφηγητής μιλά σαν αυτόπτης μάρτυρας, που όμως δεν κάνει λεπτομερείς περιγραφές αλλά εστιάζει στη δράση. Ο λόγος του είναι αφαιρετικός –σχεδόν ποιητικός– χωρίς τίποτα το πομπώδες, τίποτα το ξιπασμένο. Περιγράφει τη δράση των γενναίων με τη δύναμη της απλότητας και την τρυφερή καλοσύνη που τους χαρακτηρίζει. Ήμουν εκεί ολόψυχα, είδα και προσπάθησα να περιγράψω με λίγες πινελιές τους ήρωες και τις ηρωίδες να προχωρούν ίσια εμπρός σαν επικοί ήρωες μαγικών παραμυθιών που δεν υποχωρούν ποτέ. Τους είδα να ορμούν στη μάχη σφίγγοντας ανάμεσα στα δόντια τους τον οβολό για να μπουν στη βάρκα του Χάρου και, αν χρειαστεί, να περάσουν πέρα. Κάποιοι επέστρεψαν, άλλοι –οι περισσότεροι– δεν επέστρεψαν, αλλά όλοι μπήκαν στον Αχέροντα ποταμό.

Φέτος γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από το 1821. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η επέτειος;


Διακόσια χρόνια είναι κάτι πολύ κοντινό σε σχέση με την πανάρχαιη Ιστορία του τόπου μας. Πρέπει να σώσουμε όλα όσα έγιναν στην Ελληνική Επανάσταση (καλά και κακά) από τη λήθη. Ας θυμόμαστε πόσο αποτροπιαστικές και καταστροφικές είναι οι εμφύλιες έριδες και ας κρατάμε ζωντανή τη δύναμη να μην παραδινόμαστε, δηλαδή την ελεύθερή μας βούληση – ως έθνος και κυρίως ο καθένας μας ως άτομο, γιατί τα άτομα φτιάχνουν το έθνος. Κανείς πολιορκητής (στρατός, κατάσταση, άνθρωπος) δεν δικαιούται την παράδοσή μας. Το κόστος της ελευθερίας είναι μεγάλο, αλλά τ’ αξίζει.

diastixo.gr


img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ