Αναρτήθηκε στις:26-05-21 12:13

Συνέντευξη του Αντριέν Μποσκ στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Η εναλλαγή μεταξύ της πραγματικότητας και της φαντασίας με συνοδεύει συνεχώς σε αυτό το μυθιστόρημα



Ο Αντριέν Μποσκ γεννήθηκε το 1986 στην Αβινιόν. Το 2014, το μυθιστόρημά του Constellation τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας, καθώς και με το Prix de la Vocation. Ιδρυτής των Éditions du Sous-sol, ο Αντριέν Μποσκ εργάζεται παράλληλα στις Εκδόσεις Seuil, των οποίων είναι αναπληρωτής διευθυντής. Το μυθιστόρημά του Καπιτέν, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Στερέωμα, σε μετάφραση Ανδρέα Παππά, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.


Πώς ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής του Καπιτέν;


Το βιβλίο γεννήθηκε αρχικά από μια ευρύτερη ιδέα τριών βιβλίων, τριών ταξιδιών, τριών προσωρινών κοινοτήτων που αφηγούνται την ιστορία του πεπρωμένου μιας εποχής. Η Μασσαλία και τα καράβια που εγκατέλειπαν την Ευρώπη, οι μετανάστες που έφευγαν από τη σκιά και τον θάνατο, ήταν εκεί μπροστά μου, όταν είδα μια φωτογραφία λειτούργησε ως έναυσμα, όπως το πορτρέτο μιας ομάδας επιβατών του πλοίου Καπιτέν Πολ Λεμέρλ. Ήταν απαραίτητο να προχωρήσει κανείς πέρα από αυτή τη φωτογραφία, για να ανακαλύψει τη ζωή που κρύβεται πίσω από αυτά τα ακινητοποιημένα πρόσωπα.

Έχετε πει ότι χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια έρευνας, ώστε να συγκεντρώσετε το υλικό σας. Ποια ήταν τα στάδια αυτής της έρευνας και τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε;


Απαίτησε μια δουλειά σε δύο φάσεις, την τεκμηρίωση και τη γραφή. Συσσωρεύτηκαν πολυάριθμες σημειώσεις για τους επιβάτες, το ιστορικό πλαίσιο, τις πόλεις απ’ όπου πέρασαν, τη Μασσαλία, το Οράν, την Καζαμπλάνκα, την κατάσταση στις Αντίλλες κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, την εξορία των καλλιτεχνών. Πρώτα έγινε η απαραίτητη τεκμηρίωση και έπειτα η έρευνα για να βρεθούν τα χαμένα ίχνη, οι τόποι, που αποτελούν μέρος του ταξιδιού και της ιστορίας – η αναζήτηση χαμένων φωτογραφιών του διάπλου ή τα ερείπια του στρατοπέδου συγκέντρωσης στη Μαρτινίκα… Και όταν αυτή η συσσωρευμένη τεκμηρίωση μπορεί να παραμεριστεί, μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο για τη γραφή.

Στις 24 Μαρτίου 1941 το πλοίο Καπιτέν Πολ Λεμέρλ (Capitaine-Paul-Lemerle) αποπλέει από τη Μασσαλία με προορισμό την Αμερική. Είναι ένα ταξίδι προς την ελευθερία, αλλά και την αυτοεξορία. Πώς βιώνουν τον εκπατρισμό οι ήρωές σας;


Με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με την προσωπική τους πορεία, την επιλογή συμμετοχής σε μια συλλογική περιπέτεια, σε μια προσωρινή κοινότητα, και έτσι αποκαλύπτουμε ένα σύνθετο κράμα αντικρουόμενων συμφερόντων. Οι Γερμανοί και οι Ανατολικοευρωπαίοι εξόριστοι ζουν σε αυτόν τον διάπλου τη δεύτερη ή τρίτη εξορία τους – έφυγαν από τη χώρα τους, έγιναν πρόσφυγες στη Γαλλία, φυλακίστηκαν στη συνέχεια στην αρχή του πολέμου κι έπειτα, κατά τη διάρκεια της κατοχής, ήταν άνθρωποι απογοητευμένοι, τρομοκρατημένοι και αρκετά παραιτημένοι, πολύ επιφυλακτικοί σε κάθε είδους αισιοδοξία. Οι Γάλλοι εξόριστοι, καλλιτέχνες ή Εβραίοι, που αντιμετωπίζουν την πρώτη τους δοκιμασία, μερικές φορές με χαρά και αυτοπεποίθηση, άλλες φορές με θλίψη ή νοσταλγία για αυτούς του άφησαν. Άλλοι, όπως οι οικονομικοί εξόριστοι, προσαρμόζονται και βιώνουν τον διάπλου ως μια οδυνηρή εμπειρία αλλά και ως μια διάσωση, περιφρονούν αυτούς που εξορίζονται παρά τη θέλησή τους, αισθάνονται για αυτούς ένα είδος ρατσισμού αναμεμειγμένο με περιφρόνηση. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ήθελα να περιγράψω και να αφηγηθώ αυτή την ιστορία λεπτομερώς, τη διαστρωμάτωση, τη γεωγραφία αυτού του σκάφους, αυτές τις ιδιαίτερες ιστορίες.

Ανάμεσα στους επιβάτες είναι και οι διάσημοι Κλοντ Λεβί-Στρος, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Βιφρέντο Λαμ, ο Βικτόρ Σερζ, η Άννα Ζέγκερς κ.ά. Πώς σχετίζεστε εσείς, ως αναγνώστης και ερευνητής, με το έργο των ηρώων σας; Υπάρχουν κάποιοι με τους οποίους αισθάνεστε ότι έχετε ιδιαίτερη σχέση;


Μερικές φορές είναι κάπως προβληματικό. Όσο περισσότερο παρουσιάζονται οι χαρακτήρες μέσα από τα κείμενά τους, τόσο λιγότερο προφανής είναι ο ρόλος του μυθιστοριογράφου, υπάρχει κίνδυνος να τους μιμηθεί, να αντιγράψει μια ιδέα από τη λογοτεχνία τους και την τέχνη τους. Και έπειτα, πώς να γράψει κανείς ένα μυθιστόρημα για έναν από τους χαρακτήρες που αποφάσισε τον θάνατο του μυθιστορήματος, όπως είναι ο Μπρετόν ή η Άννα Ζέγκερς, που δημιούργησε το μυθιστόρημα της εξορίας – όπως το Τράνζιτ. Το πεπρωμένο των ανωνύμων με ενδιαφέρει περισσότερο, αλλά μου φαίνεται ότι φωτίζονται καλύτερα, σε αντίθεση μερικές φορές με το πεπρωμένο των διασήμων. Γι’ αυτό, για να απαντήσω στην ερώτησή σας, θεωρώ ότι ο Κλοντ Λεβί-Στρος είναι ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, επειδή είναι επιφανής μόνο σε σχέση με όσα γνωρίσαμε μεταγενέστερα γι’ αυτόν, αλλά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είναι ένας ταπεινός μεταξύ των ταπεινών, του οποίου το πεπρωμένο δεν έχει ακόμη γραφτεί, που ονειρεύεται να γράψει ένα μυθιστόρημα, επιστρέφει από τη Βραζιλία, που φεύγει από τη ναζιστική Ευρώπη, πηγαίνει να διδάξει στη Νέα Υόρκη, έχει διαβάσει τον Μπρετόν, σέβεται τον Βικτόρ Σερζ, αλλά πρώτα απ’ όλα είναι ένας άνθρωπος που δεν είναι ακόμη αυτό θα γίνει στο μέλλον, και αυτός ο διάπλους του Καπιτέν Πολ Λεμέρλ σηματοδοτεί γι’ αυτόν ένα σημείο καμπής. Όταν διαβάζουμε το βιβλίο Θλιβεροί τροπικοί, αντιλαμβανόμαστε τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό το πέρασμα από τον έναν κόσμο στον άλλο.

Η αφήγηση διανθίζεται με αποσπάσματα από την αλληλογραφία ή τα έργα των ηρώων σας, που δίνουν στην αφήγηση τον χαρακτήρα ντοκουμέντου. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν και πολλά στοιχεία μυθοπλασίας. Ποια όρια θέσατε ανάμεσα στην ιστορική αλήθεια και την επινόηση;

Η εναλλαγή μεταξύ της πραγματικότητας και της φαντασίας με συνοδεύει συνεχώς σε αυτό το μυθιστόρημα. Ας πούμε ότι η πιο ακριβής παρομοίωση θα ήταν αυτή ενός φυτού που αναπτύσσεται με τη βοήθεια ενός στηρίγματος – τα γεγονότα, η ιστορική πραγματικότητα, η τεκμηρίωση είναι το στήριγμα, και έτσι το μυθιστόρημα αναπτύσσεται κοντά στα γεγονότα, χωρίς να απομακρύνεται πολύ μακριά επειδή είναι πάντα προσκολλημένο σε αυτό το στήριγμα, μερικές φορές στριφογυρίζει γύρω από αυτό, πότε πότε απομακρύνεται ή και κολλάει πάνω του…

Στην αφήγησή σας μπαίνετε και εσείς ως συγγραφικό υποκείμενο. Οι σκέψεις σας, οι αμφιβολίες σας, οι ενθουσιασμοί, οι αναγνώσεις σας. Πώς διαπλέκονται όλα αυτά τα στοιχεία και πώς πετύχατε την εντυπωσιακή ισορροπία ανάμεσά τους;


Συχνά παρεμβαίνω την τελευταία στιγμή της γραφής – είτε ως παρουσία, για να επιλύσω έναν τρόπο να μπω μέσα στο βιβλίο, είτε ως στιγμή ρήξης στη ροή, ως ρήξη της ανάγνωσης της μυθοπλασίας, και αυτή η τριβή μού αρέσει, διότι η διήγηση αποκλίνει από το ιστορικό μυθιστόρημα και το τοποθετεί σε μια διαφορετική κατηγορία. Σε αυτό το βιβλίο, εκείνο που αναδύεται μέσα από τα κεφάλαια σε πρώτο πρόσωπο είναι η βαθιά σχέση αυτής της ιστορίας με τη φωτογραφία, η αναζήτηση χαμένων εικόνων, το γεγονός ότι το μυθιστόρημα εκκινεί με την απουσία εικόνων και σχεδόν ολοκληρώνεται μέσω της πληθώρας των πληροφοριών.

Ο Τεν Τεν επανέρχεται συχνά στην αφήγηση. Παρότι πολύ νέος, φαίνεται να έχετε ιδιαίτερη σχέση με τα κόμικς του Ερζέ. Τι σας γοητεύει ιδιαίτερα στις περιπέτειες του Τεν Τεν;


Δεν είμαι φίλος του Τεν Τεν. Όμως, μερικές από τις εικόνες κατά τη συγγραφή αυτού του βιβλίου θύμιζαν τις αναγνώσεις των τόμων του Τεν Τεν και ήθελα να τις βάλω στο βιβλίο, όπως ο Ναός του Ήλιου ή η Αναζήτηση του Μονόκερου. Υπήρχε ένα είδος ηθικού διδάγματος σε αυτά τα κινούμενα σχέδια που ταίριαζαν με τη δική μου αίσθηση, όταν βρήκα αυτές τις χαμένες φωτογραφίες χάρη σε μια σειρά τυχαίων γεγονότων, ότι δηλαδή τελικά ο θησαυρός δεν βρίσκεται απαραίτητα στο τέλος του κόσμου, αλλά μερικές φορές στην άκρη του δρόμου, όπως στην ιστορία του Tεν Τεν και του καπετάνιου Χάντοκ που αναχωρούν για μια σειρά περιπέτειες σε όλο τον κόσμο και τελικά ανακαλύπτουν το μυστικό και τον θησαυρό που συνδέει τις περγαμηνές στο υπόγειο στον Πύργο του Μολινσάρ.

Το ταξίδι του Καπιτέν Πολ Λεμέρλ έχει κάποιες αναλογίες με το ταξίδι του Ματαρόα, ενός πλοίου που το 1945 μετέφερε 150 νέους υπότροφους του γαλλικού κράτους, πολλούς απ’ αυτούς αριστερούς, μακριά από την Ελλάδα του εμφυλίου πολέμου και τους κινδύνους της. Ανάμεσά τους ονόματα που σφράγισαν τον 20ό αιώνα και διέπρεψαν στη Γαλλία: Ιάνης Ξενάκης, Κορνήλιος Καστοριάδης, Γιώργος Κανδύλης κ.ά. Πώς πιστεύετε ότι συνέβαλε στη διάδοση των ιδεών και τον γόνιμο διάλογο μεταξύ των πολιτισμών το ταξίδι του Καπιτέν Πολ Λεμέρλ;


Έμαθα μέσω αυτής της ιστορίας ότι σε κάθε χώρα αναχωρούσαν παρόμοια πλοία, που αποτελούν μέρος της Ιστορίας της χώρας τους. Θα μπορούσα να ενδιαφερθώ για άλλα καράβια που έφυγαν από τη Λισαβόνα, όπως αυτό στο οποίο συνταξιδεύουν ο σκηνοθέτης Ζαν Ρενουάρ και ο συγγραφέας Σεντ-Εξιπερί, και που κατά τη διάρκεια του διάπλου φαντάζονται την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του δεύτερου Νυκτερινή πτήση. Η περίπτωση του πλοίου Καπιτέν Πολ Λεμέρλ είναι διαφορετική, κατά τη διάρκεια αυτού του διάπλου αυτοσχεδιάζεται ένα είδος λαϊκού πανεπιστημίου, φιλίες και συνεργασίες γεννώνται, σαν όλα αυτά που είχε προσπαθήσει να καταστρέψει η βαρβαρότητα, μέσα από μια φοβερή ειρωνεία της τύχης ξαναβρίσκονται, αναμειγνύονται, επιζούν, και έτσι αυτή η τέχνη που ονομάζεται «εκφυλισμένη», η νέγρικη τέχνη, προστατεύεται όταν έρχονται σε επαφή ο ένας με τον άλλο. Χωρίς αυτή την αναγκαστική αναχώρηση, ο Αντρέ Μπρετόν θα είχε συναντήσει τον ποιητή Eμέ Σεζέρ;

Τι καρπούς έφερε η συνάντηση του Μπρετόν με τον Λαμ, με τον Εμέ Σεζέρ, η συνάντηση του σουρεαλισμού με τη négritude;


Πολύ σημαντικούς. Ο Σεζέρ ανακαλύπτεται από τον Μπρετόν όταν το πλοίο κάνει σκάλα στη Μαρτινίκα, κι έπειτα από αυτή τη συνάντηση δεν θα σταματήσει ποτέ να διαδίδει τη φωνή του Σεζέρ, μέσω της μετάφρασης του έργου του Τετράδια μιας επιστροφής στη γενέθλια γη, σαν έναν συνεχή διάλογο. Μια βόλτα στο δάσος του Αμπσαλόν της Μαρτινίκας θα επηρεάσει για πάντα το έργο του ζωγράφου Λαμ, κατά μια έννοια δηλαδή δέχεται τις επιρροές των Αντιλλών, και έτσι θα βρει την έμπνευση για το μεγάλο έργο του: Η ζούγκλα.

Έχετε μεγάλη πείρα στον χώρο των εκδόσεων. Πώς βλέπετε την κατάσταση στον χώρο του βιβλίου στη Γαλλία, στις συνθήκες της πανδημίας;


Είναι μια περίεργη περίοδος. Ταυτόχρονα τρομακτική, καθώς διαπιστώνουμε για τον υπόλοιπο πολιτισμό ότι είναι παγωμένος, σταματημένος, διέρχεται μια περίοδο μεγάλων δυσκολιών, σε αντίθεση με το βιβλίο, που γίνεται και πάλι αναγκαιότητα σε περιόδους κρίσης. Ο χώρος του βιβλίου είναι ένας προστατευόμενος χώρος, που αιωρείται σε αυτόν τον κόσμο αποστασιοποίησης και περιορισμών. Πιστεύω ότι σε αυτή την περίοδο που η οθόνη εισβάλλει στα πάντα, στη δουλειά μας, στη ζωή μας, τα βιβλία αποδεικνύονται ένα καταφύγιο μεγάλης νεωτερικότητας, πολύ μακριά από τις ηλίθιες απόψεις που τα θάβουν πρόωρα. Στη Γαλλία, εκτός από τις περιόδους καραντίνας, το βιβλίο γνωρίζει μια δεύτερη ζωή, με πρώτα τα μυθιστορήματα και τα μικρά ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία.

Πώς νιώθετε που το βιβλίο σας μεταφράστηκε και στην ελληνική γλώσσα;


Είναι μεγάλη τύχη και ευτυχία.

diastixo.gr


img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ