Ε65: Παραδίδεται ολόκληρος ο αυτοκινητόδρομος – Νέα δεδομένα για Θεσσαλία, Δυτική Μακεδονία και Ήπειρο
Ακίνητα: Στο τραπέζι η διατήρηση του «παγώματος» ΦΠΑ στα νεόδμητα και το 2027
Ενεργή συμμετοχή του Παν. Ιωαννίνων στην 112η Σύνοδο Πρυτάνεων – Προτάσεις για φοιτητική μέριμνα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις και έμφυλη ισότητα
ΕΚΟ: Ασφαλής και αξιόπιστος ανεφοδιασμός των αερομεταφορών σε όλη την Ελλάδα
Σύνδεσμος Συρρακιωτών Πρέβεζας: Υπό την αιγίδα του ΥΠΠΟ η αναβίωση του πανηγυριού του Συρράκου
Ιατρικός Σύλλογος Άρτας: Συγκροτήθηκε σε σώμα το νέο Διοικητικό Συμβούλιο

Παρά τη σταδιακή έξοδο από την πολυετή οικονομική κρίση, η δομή των χρηματοοικονομικών στοιχείων των Ελλήνων παραμένει μία από τις πιο συντηρητικές στην Ευρωζώνη. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ (Ιανουάριος 2024), το 60% των περιουσιακών στοιχείων του πληθυσμού παραμένει συγκεντρωμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς και μετρητά. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ποσοστά εντός της νομισματικής ένωσης, γεγονός που αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στο «συλλογικό τραύμα» της περιόδου 2009-2018, όταν η ρευστότητα ταυτίστηκε απόλυτα με την επιβίωση και την ασφάλεια.
Ωστόσο, η κατανομή αυτών των αποταμιεύσεων αποκαλύπτει μια βαθιά κοινωνική ανισότητα. Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα δεδομένα από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ), το 71% των αποταμιευτών διατηρεί λιγότερα από 1.000 ευρώ στους λογαριασμούς του, ενώ το 84% των καταθετών έχει υπόλοιπα κάτω των 5.000 ευρώ. Στον αντίποδα, μόλις το 0,8% των αποταμιευτών (με υπόλοιπα άνω των 100.000 ευρώ) ελέγχει περίπου το 44% των συνολικών τραπεζικών καταθέσεων της χώρας.
Αν και ο συνολικός πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών ξεπέρασε το ένα τρισεκατομμύριο ευρώ το 2025, ένα μεγάλο μέρος αυτού του κεφαλαίου παραμένει «αδρανές», με αποτέλεσμα οι πολίτες να αυξάνουν την περιουσία τους με ρυθμούς σημαντικά χαμηλότερους από αυτούς που θα επέτρεπαν οι διεθνείς και εγχώριες αγορές.
Κύριο εμπόδιο για τον μέσο αποταμιευτή υπήρξε η συγκρατημένη στάση των εγχώριων τραπεζικών ιδρυμάτων να μετακυλήσουν άμεσα τις αυξήσεις των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στους καταθέτες. Όταν η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια από το 0% στο 4,5% κατά την περίοδο 2022-2023, τα εγχώρια επιτόκια αποταμίευσης προσαρμόστηκαν κατά μέσο όρο μόλις μεταξύ 0,5% και 1,1%, διευρύνοντας το επιτοκιακό περιθώριο (spread).
Η συνεπακόλουθη διάβρωση της αγοραστικής δύναμης επηρέασε άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, ο οποίος το 2022 άγγιξε το 9,65%, λειτούργησε ως ένας «αόρατος φόρος» στο κεφάλαιο. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η σωρευτική πραγματική απόδοση των καταθέσεων για την πενταετία ήταν αρνητική, αγγίζοντας το -17%.
Σε πρακτικούς όρους, ένα ποσό 10.000 ευρώ που βρισκόταν σε απλό τραπεζικό λογαριασμό το 2021, παρά την ελάχιστη ονομαστική αύξηση από τους τόκους, είχε το 2025 την αγοραστική δύναμη που θα αντιστοιχούσε σε μόλις 8.200 ευρώ στις αρχές της περιόδου.
Στον αντίποδα αυτής της στασιμότητας, η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά βίωσε μια περίοδο ιστορικής ανάκαμψης. Ο δείκτης FTSE / ATHEX Large Cap, ο οποίος περιλαμβάνει τις 25 μεγαλύτερες εταιρείες υψηλής ρευστότητας της χώρας, προσέφερε αποδόσεις που υπερκάλυψαν τον πληθωρισμό. Η άνοδος τροφοδοτήθηκε από την εξυγίανση του τραπεζικού κλάδου, τις εισροές από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης και τη διεθνή εμπιστοσύνη στις ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις. Το παρακάτω παράδειγμα είναι αποκαλυπτικό.
Η εποχή που τα μετρητά σε έναν κοινό τραπεζικό λογαριασμό αρκούσαν για την αντιμετώπιση της ακρίβειας έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η τάση αυτή επιβάλλει μια αναγκαία στροφή στον τρόπο με τον οποίο οι οικογένειες διαχειρίζονται τα οικονομικά τους. Σήμερα, η ψηφιακή τεχνολογία και τα σύγχρονα χρηματοοικονομικά εργαλεία εκδημοκρατίζουν την αγορά, ανοίγοντας τις κεφαλαιαγορές στους καθημερινούς πολίτες που επιδιώκουν μεγαλύτερες αποδόσεις για τα περιουσιακά τους στοιχεία.
Ο Γιώργος Καραγιώργος, επικεφαλής της Freedom24 στην Ελλάδα, υπογραμμίζει τη βασική στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί: «Θεμελιώδης αρχή για κάθε ιδιώτη επενδυτή σε μια ευμετάβλητη αγορά είναι η αποφυγή των παρορμητικών αντιδράσεων και η διατήρηση της ψυχραιμίας. Η ουσιαστική προστασία ενός χαρτοφυλακίου βασίζεται στη διαφοροποίηση και τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Απαιτείται μετάβαση από την παθητική αποταμίευση στη συστηματική διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, με στόχο τη θωράκιση της αγοραστικής δύναμης».
Εν κατακλείδι, η αποκλειστική εξάρτηση από την ασφάλεια των τραπεζικών καταθέσεων αποδεικνύεται ανεπαρκής σε ένα πληθωριστικό περιβάλλον. Η μετατόπιση από τη νοοτροπία του «αποταμιεύω παθητικά» στην προσέγγιση του «επενδύω ενεργά» αναδεικνύεται πλέον ως η πιο αποτελεσματική οδός για τις ελληνικές οικογένειες που επιθυμούν να προστατεύσουν τα χρήματά τους και να διασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη οικονομική τους σταθερότητα.
