Σύγχρονος φωτισμός και κλιματισμός στο Κλειστό Τ9 με χρηματοδότηση ύψους 181.000 ευρώ
Συνάντηση Γ. Στύλιου με τον Σύλλογο Εργαζομένων και τον διοικητή του Νοσοκομείου Άρτας – Στο επίκεντρο η ένταξη των νοσηλευτών στα ΒΑΕ
ΑΑΔΕ: Μετάθεση καταληκτικής προθεσμίας υποβολής φορολογικών δηλώσεων
«Πράσινο φως» για το Ολοκληρωμένο Πρόγραμμα Τουριστικής Προβολής της Περιφέρειας Ηπείρου
Ενεργειακή αναβάθμιση 584.469 ευρώ για το κτίριο της Διεύθυνσης Αστυνομίας Άρτας
Δύο συλλήψεις ανήλικων οδηγών δικύκλων
Κάθε καλοκαίρι ακούμε την ίδια πανηγυρική αφήγηση. Νέα ρεκόρ αφίξεων, νέα ρεκόρ εσόδων, γεμάτα αεροδρόμια, πληρότητες που αγγίζουν το 100%. Η Ελλάδα παρουσιάζεται ως ένας από τους κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς στον κόσμο και, πράγματι, ο τουρισμός αποτελεί τη βαριά βιομηχανία της χώρας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ, η άμεση συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία έφτασε τα 32,4 δισ. ευρώ το 2025, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 13% του ΑΕΠ, ενώ αν προστεθούν και οι έμμεσες επιδράσεις, το ποσοστό προσεγγίζει το 30%. Τα στοιχεία αυτά είναι εντυπωσιακά. Το ερώτημα όμως είναι άλλο.
Γιατί την ίδια στιγμή που η χώρα καταγράφει τουριστικά ρεκόρ, ο Έλληνας βλέπει το εισόδημά του να εξανεμίζεται. Το ενοίκιο αυξάνεται, οι τιμές στην εστίαση εκτοξεύονται, ακόμη και ένας απλός καφές ή ένα γεύμα σε πολλές περιοχές κοστίζει πλέον όσο θα κόστιζε σε μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η οικονομία έχει αρχίσει να προσαρμόζεται στις δυνατότητες του ξένου επισκέπτη και όχι του μόνιμου κατοίκου. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Δεν μπορεί μια χώρα να οργανώνει ολόκληρη την αγορά της με βάση το πορτοφόλι του τουρίστα και να αφήνει στο περιθώριο τον πολίτη που ζει, εργάζεται και φορολογείται εδώ δώδεκα μήνες τον χρόνο.
Η ακρίβεια δεν είναι πλέον ένα προσωρινό φαινόμενο. Έχει γίνει καθημερινότητα. Έχει περάσει, όπως λέει ο λαός, «στο πετσί του Έλληνα».
Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο τουρισμός δημιουργεί θέσεις εργασίας, φέρνει συνάλλαγμα, στηρίζει χιλιάδες επιχειρήσεις και κρατά ζωντανές ολόκληρες περιοχές της χώρας. Από τα ξενοδοχεία μέχρι την εστίαση, τις μεταφορές, το εμπόριο και την οικοδομή, εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες ζουν άμεσα ή έμμεσα από αυτόν.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο τουρισμός πρέπει να λειτουργεί ανεξέλεγκτα. Γιατί όταν μια οικονομία εξαρτάται υπερβολικά από έναν μόνο κλάδο, δημιουργούνται στρεβλώσεις.
Τα τελευταία χρόνια οι βραχυχρόνιες μισθώσεις έχουν περιορίσει σημαντικά τη διαθεσιμότητα κατοικιών σε πολλές πόλεις και νησιά. Οι τιμές των ενοικίων αυξήθηκαν, ενώ πολλοί εργαζόμενοι αδυνατούν να βρουν σπίτι ακόμη και στις περιοχές όπου εργάζονται.
Παράλληλα, σε πολλούς τουριστικούς προορισμούς οι επιχειρήσεις προσαρμόζουν τις τιμές τους στα οικονομικά δεδομένα των επισκεπτών. Το αποτέλεσμα είναι ο μόνιμος κάτοικος να πληρώνει όλο και ακριβότερα ακόμη και βασικά αγαθά ή υπηρεσίες.
Ουσιαστικά δημιουργούνται δύο οικονομίες. Μία για όσους έρχονται για λίγες ημέρες διακοπών και μία για όσους προσπαθούν να ζήσουν ολόκληρο τον χρόνο.
Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ισπανία, μία από τις μεγαλύτερες τουριστικές δυνάμεις παγκοσμίως, οι αντιδράσεις των κατοίκων έχουν ενταθεί. Οι μαζικές κινητοποιήσεις σε πόλεις όπως η Βαρκελώνη, η Μαγιόρκα και τα Κανάρια Νησιά δεν στρέφονται εναντίον των τουριστών ως ανθρώπων.
Στρέφονται απέναντι σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που εκτοξεύει τα ενοίκια, περιορίζει τη διαθέσιμη κατοικία, επιβαρύνει τις υποδομές και μετατρέπει ολόκληρες γειτονιές σε τουριστικά πάρκα. Η ισπανική κυβέρνηση και αρκετές τοπικές αρχές έχουν ήδη προχωρήσει σε περιορισμούς των βραχυχρόνιων μισθώσεων και σε αυστηρότερους ελέγχους, αναγνωρίζοντας ότι η ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη έχει κοινωνικό κόστος.
Στην Ελλάδα δεν πρέπει να φτάσουμε στο σημείο όπου οι πολίτες θα αισθάνονται ξένοι στον τόπο τους. Δεν φταίει ο τουρίστας που επιλέγει τη χώρα μας.
Η ευθύνη ανήκει στην πολιτεία, η οποία οφείλει να διαμορφώσει κανόνες ώστε τα οφέλη του τουρισμού να διαχέονται στην κοινωνία και όχι να συσσωρεύονται σε λίγους.
Χρειάζεται πολιτική που να προστατεύει την κατοικία, να συγκρατεί την ακρίβεια, να ενισχύει τις δημόσιες υποδομές και να διασφαλίζει ότι η τουριστική ανάπτυξη δεν θα γίνεται εις βάρος της ποιότητας ζωής των κατοίκων.
Η Ελλάδα χρειάζεται τον τουρισμό. Όμως χρειάζεται ακόμη περισσότερο τους ανθρώπους που ζουν εδώ.
Δεν μπορεί να μετατρέπεται κάθε γειτονιά σε τουριστικό κατάλυμα, κάθε παραλία σε επιχειρηματική εκμετάλλευση και κάθε προϊόν σε είδος πολυτελείας επειδή μπορεί να το πληρώσει ο επισκέπτης.
Η επιτυχία του τουρισμού δεν μπορεί να μετριέται μόνο με αφίξεις και έσοδα. Πρέπει να μετριέται και με το αν ο Έλληνας μπορεί να πληρώσει το ενοίκιό του, να πιει έναν καφέ χωρίς να σκέφτεται το κόστος, να κάνει διακοπές στη χώρα του, εν ολίγοις να αισθάνεται ότι μπορεί να ζει αξιοπρεπώς στην καθημερινότητά του.
Γιατί μια χώρα που προσφέρει τα πάντα στους επισκέπτες της, αλλά αφήνει τους πολίτες της να παλεύουν καθημερινά με την ακρίβεια, δεν μπορεί να θεωρεί ότι έχει πετύχει. Η πραγματική επιτυχία θα έρθει όταν ο τουρισμός συνεχίσει να αποτελεί μοχλό ανάπτυξης, χωρίς όμως να γίνεται αιτία κοινωνικής πίεσης και οικονομικού αποκλεισμού για τους ίδιους τους Έλληνες.
