Αναρτήθηκε στις:14-01-22 12:04

Τα καλύτερα καλλυντικά των προγόνων μας… ήταν τα νιάτα τους!


Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*


Όταν ήμουν παιδάκι, θυμάμαι που η μητέρα μου με έλουζε με αλισίβα και πράσινο σαπούνι. Μερικά χρόνια αργότερα, είχαμε και μοσκοσάπουνο…

Και πάλι αισθάνομαι τυχερός, γιατί οι παλαιότεροι δεν είχαν ούτε αυτά. Αλήθεια, πώς θα σας φαινόταν να δανείζεστε σαπούνι για να λουστείτε, και μάλιστα αυτό να χρησιμοποιείται και για το πλύσιμο των ρούχων;

«Στο κεφάλι λούζομασταν μαναχά…»


Εγκάρδια η υποδοχή από τις δίδυμες γλυκύτατες πληροφορήτριες δυο μέρες μετά την υποδοχή του νέου έτους:

«Καλωσόρ’σες, Βασίλη μ’! Να χαίρεσαι τ’ όνομά σου! Διάβα (πέρνα) μέσα! Ας είσαι ποδεμένος (ας φοράς παπούτσια). Μην ξυπολιόσαι…

Ούτε και ξέρω πόσο χρονών είμαι, κι εγώ κι η αδερφή μ’. Η ταυτότητα γράφει το ’30, αλλά ήμασταν γληγορότερα γινωμένες, το ’27, μπορεί και το ’26. Τ’ς γ’ναίκες μ’ αντικειασμό τ’ς έγραφαν (κατά προσέγγιση δήλωναν την ημερομηνία γέννησης), γιατί έλεγαν “Ε, σιγά… Οι γ’ναίκες ούτε φαντάροι θα πάν’, ούτε για δ’λειά παρέκεια (πιο μακριά), ούτε στο σκολειό…”, γι’ αυτό μάς έγραφαν όποτε ήθελαν.

Εμείς δεν είχαμαν ούτε σαπούνι να λουστούμε! Πάαινα στ’ν κακω-Αντρίαινα (θεία) και χάλευα (ζητούσα) το σαπούνι π’ λούζονταν… κι έπλενε και τα ρούχα! Ένα σαπούνι είχαμαν, και για το κεφάλι και για το κορμί και για τα ρούχα.

Μο’ ’δωνε (μου έδινε) η θειάκω το σαπούνι, μ’σολιωμένο κι αυτό, όχι σαπούνι κανονικό, πέτσες λιωμένες (υπολείμματα σαπουνιού) και μο’ ’λεγε “Να λουστείς και να μ’ το δώκ’ς πάλι!”. Λούζομαν και το ’δωνα πάλι πίσω το σαπούνι.

Λες μην ήθελε το κορμί σαπούνι; Στο κεφάλι λούζομασταν μαναχά, δε λούζομασταν στο κορμί (δεν κάναμε μπάνιο).

Από τι πάαινε η ψείρα γόνα (πολλαπλασιαζόταν)… Απ’ τ’ν απλυσιά! Έπλεναμαν το κεφάλι, τα χέρια και τα ποδάρια, γιατί δούλευαμαν κάθε μέρα στα χωράφια, ήλιο μ’ ήλιο! Όταν έβγαινε ο ήλιος, έπρεπε να ’μαστε… στον έργο! Έγερνε (έδυε) ο ήλιος και πάλι στο χωράφι ήμασταν, μέχρι το θάμπωμα (σούρουπο). Τώρα κοραϊδεύουν οι εργάτες στα χωράφια, τ’ς 3 το μεσημέρι σχολάν’, κι εμείς τότε τού ’χαμαν (αυτή την ώρα) για να φάμε.

Τώρα, μην τα ρωτάς! Θέλουμε τρία λοϊών σαμπουάνια… Αφρόλεξο (εννοεί αφρόλουτρο!) για το κορμί, άλλα… π’ πλένονται απ’κάτω, με το συμπάθειο… Είναι λοϊών των λοϊών τα σαμπουάνια! Χώρια τα μοσκοσάπ’να…».

Ο δάσκαλος έπλενε τα πόδια με μοσκοσάπουνο…


Τη σκυτάλη στις αφηγήσεις παίρνει αιωνόβια πληροφορήτρια, η λατρεμένη θεία Σόφω:

«Εγώ γεννήθ’κα το 1922, το Θερτή. Και τώρα… ρωτάν’ στ’ν τηλεόραση (εννοεί στα τηλεπαιγνίδια γνώσεων) ποιος είναι ο Θερτής και δεν ξέρουν. Ο Θεριστής ο μήνας, ο Ιούνιος, π’ τον λέμε τώρα.

Τότε που ‘μαν κοπέλα μ’κρή, το σαπούνι το πράσινο είχαμαν μαναχά. Αλισίβα με στάχτη και σαπούνι. Η αλισίβα γλιστράει (έχει λιπαρή ουσία). Αλλά δεν έπρεπε να βάλ’ς πολύ στάχτη, γιατί θα γένονταν αψιά πολύ και θα έσκαγε το μούτρο (πρόσωπο).

Άμα κανιά οικογένεια είχε μοσκοσάπ’νο, το κράταγε για κάνα μ’σαφίρη, δεν μας το ‘δωναν εμάς οι γονέοι για να πλυθούμε. Του ‘χαν για τ’ς μ’σαφ’ραίους για να ξεντροπιαστούν.

Αλλά θ’μάμαι τότε που ‘μαν στ’ δευτέρα τάξη στο δημοτικό, είχαμαν ένα δάσκαλο κι αυτός κάθονταν σ’ ένα δωμάτιο κολλητά στο σχολείο. Εκεί έμνησκε (έμενε) μαναχός του στ’ν αρχή, κοντά (αργότερα) ήρθε κι η γ’ναίκα του. Δε κόταγαμαν να ρωτήσουμε αν είχε παιδιά ο δάσκαλος. Και τον είχαμαν δυο χρόνια αυτόν, δευτέρα και τρίτη.

Αυτός είχε μοσκοσάπ’νο, έπλενε και τα ποδάρια μ’ αυτό. Εμείς, παιδάκια κούτσικα (μικρά) τότε, δεν ήγλεπαμαν μοσκοσάπ’νο.

Δεν ήταν τότε ούτε βρύσες όξω, ούτε νιφτήρες (η νιφτήρα!), ούτε νερό. Χάλευε (ζητούσε) απ’ τα παιδιά να τ’ ρίξουν νερό, να πλύνει τα ποδάρια του. Πού να τα πλύνει; Ούτε λεκάνη είχε ο άνθρωπος, κάθονταν όξω από το σκολείο, έπλενε τα ποδάρια του και το νερό έφευγε κάτω. Όξω στ’ν αυλή έφευγε το νερό. Ακούς, λεκάνη… Πού να τ’ν ηύρισκε, καλημέρα σου…

Έρ’χναμαν εμείς νερό στα ποδάρια τ’ δάσκαλου κι αυτός τά ‘πλενε με μοσκοσάπ’νο. Αυτό το πράμα γένονταν μέρα παρά μέρα. Εγώ το’ ’ρ’χνα πλειότερες (περισσότερες) φορές.

Είπα κάποτε τ’ πατέρα μ’ ότι ρίχνω νερό τ’ δάσκαλου και του ‘πα ότι είχε μοσκοσάπ’νο. Κι είπε ο μακαρίτ’ς ο πατέρας μ’ “Ε, έχουμε κι εμείς, αλλά το ’χουμε για κάνα μ’σαφίρη. Ο δάσκαλος έχει λεπτά και παίρει μοσκοσάπ’νο και για τα ποδάρια”...».

Στερεότυπα ανδρισμού


Ξεπερνάει τη δική μας λογική το γεγονός ότι το αρωματικό σαπούνι ήταν, όχι απλώς μεγάλη πολυτέλεια, αλλά σπατάλη, ενώ στην περίπτωση των ανδρών η χρήση του ήταν κατακριτέα:

«Ήταν και τότε μοσκοσάπ’νο, τα παλιά τα χρόνια, αλλά ήταν για τ’ς αρχόντ’ς. Οι αρχόντοι είχαν λεπτά.

Άμα καμία κονόμαγε κάνα μοσκοσάπ’νο, έλεγαν “αυτήνη μυρίζει μοσκοσάπ’νο”. Ξεχώρ’ζε. Δεν ήταν μαθημένοι ο κόσμος σε τέτοια πράματα. Να φέρει ένας μπακάλ’ς μοσκοσάπ’νο στο μαγαζί; Θα τον κορόιδευαν! “Τι είν’ ετούτο, ωρέ! Μοσκοσάπ’νο; Ζουρλός είσαι; Ποιος θα το πάρει;”. Τα μπακάλικα είχαν είδη ανάγκης: αλεύρι, ζάχαρη, ρύζι, μακαρόνια… Αυτά π’ τρώμε.

Φτώχεια μεγάλη ο κόσμος! “Εγώ δεν έχω τι να βάλω στ’ν τέντζερη (εννoεί υλικά για φαγητό φαγητό) και θ’ αγοράσω μοσκοσάπ’νο;”. Έτσι έλεγαν οι γ’ναίκες.

Δεν τα καταλαβαίν’ς εσύ αυτά, παιδί μ’... Ακόμα και ρούχα καινούργια δεν αγόραζαν. Φόραγε ο μικρότερος τ’ μεγαλύτερου αδερφού. Άμα ήταν 5-6 αδέρφια, τα μ’κρά τα παιδιά δε θ’ αγόραζαν ποτέ θ’κά τ’ς ρούχα!

Και να σ’ πω και τ’ άλλο, να γελάσεις… Άμα έβανε ένας άντρας… μυρωδιές ή πλένονταν με μοσκοσάπ’νο, θα τον παρεξήγαγαν! “Δε ντρέπεσαι εσύ, ωρέ; Άντρας είσ’ εσύ π’ μυρίζεις μοσκοσάπ’νο; Αυτά είναι για τ’ς γ’ναίκες!”. Άμα βρόμαγες ταμπάκο, ρακή ή σκόρδο και κρομμύδι… ήσαν καλός άντρας! Βαρβάτος!

Ε, χοντρός (άξεστος) κόσμος. Ζωκόπαγε (έζεχνε) ο τόπος, αλλά τα μοσκοσάπ’να τα παρεξήγαγαν (κατέκριναν».

Το σαπούνι είχε πάντα πράσινο χρώμα


Για τους παλιούς η λέξη σαπούνι ήταν ταυτισμένη με αυτό που φτιαχνόταν από λάδι ελιάς, είχε πράσινο χρώμα, χωρίς προσθήκη άλλου χρώματος ή αρώματος. Η γλυκύτατη συνομιλήτριά μου θυμάται:

«Σήμερα βήκαν απ’ ό,τι θέλ’ς. Μέχρι και… σαμπουάνια για το κορμί (αφρόλουτρα)!

Σαπούνι τότε ήταν μαναχά το πράσινο, δεν ήξεραμαν άλλο σχέδιο (τύπο). Αυτό είχαμαν για λούσιμο, και για το κεφάλι και για το κορμί, μ’κροί, μεγάλοι, όλοι.

Το σαπούνι τ’ αγόραζαμαν στο μπακάλη. Κι άμα δεν είχαμαν λεπτά, τό ‘δωναμαν (του δίναμε) αυγά. Είδος μ’ είδος (ανταλλακτική οικονομία). Δεν είχαμαν λεπτά εκειά τα χρόνια. Δεν κυκλοφόραγαν λεπτά. Απούθε να έπαιρναμαν λεπτά; Πούλαγαμαν κανιά πρατίνα (προβατίνα), αγόραζαμαν τα χρειαζούμενα: λάδι, σπίρτα, βαφές για να βάψουμε τα γνέματα (νήματα) για τα προικιά μας…

Πλάκες πράσινο σαπούνι... Από μια πλακούλα τ’ φορά, δυο το πολύ αγόραζαμαν κάθε φορά. Δεν είχαμαν λεπτά να πάρουμε πλειότερο (περισσότερο).

Τότε π’ σώνονταν το σαπούνι, δεν τ’ν πέταγαμαν τ’ν πετσαλούδα (απολειφάδι) μέχρι το τέλος. Τ’ν έβαναμαν στο νερό πο’ ’φκιαναμαν αλισίβα (σταχτόνερο ως φυσικό απορρυπαντικό). Τ’ς έβαναμαν μέσα στο καζάνι με τ’ν αλισίβα αυτές τ’ς πέτσες απ’ τα σαπούνια (αυτά που είχαν γίνει πολύ μικρά λόγω της χρήσης), για να λιώσουν ντιπ.

Καλό ήταν αυτό το σαπούνι για λούσιμο, για το κορμί (ενν. μπάνιο), αλλά για το κεφάλι γιόμ’ζε πιτυρήθρα…».

Το βρομοσάπουνο θεράπευε!


Αν και δεν ήταν καλλυντικό, αξίζει όμως να αναφερθεί ένα είδος σαπουνιού που είχε θεραπευτική δράση. Η βιομάρτυρας θυμάται:

«Το βρομοσάπ’νο ήταν σαπούνι για πληγές κι ήταν όπως είναι το ιώδιο (εννοεί τη σύστασή του). Ήμαν κάτω από 10 (γεννήθηκε το 1927), προτού τον Πόλεμο.

Είχα γρίπη και κάποιος χωριανός μο’ ’κανε μια ένεση, αλλά πήρε αέρα (δεν αφαιρέθηκε πλήρως ο αέρας της σύριγγας). Έκαμε γρουμπούλι και γαλάζιασε το κωλομέρι, μετά συγχωρήσεως, κι έτρεχε όμπυο (πύον) κι αίμα!

Πάει η μάνα μ’ στ’ν Άρτα κι ήφερε αυτό το σαπούνι. Το ’λεγαν βρομοσάπ’νο, τ’ς το’δωκε γιατρός αυτό. Δε βρόμαγε, ας το ‘λεγαν βρομοσάπ’νο.

Το θ’μάμαι καλά αυτό το βρομοσάπ’νο (ως προς το μέγεθος), αλλά άλλο χρώμα.

Μ’ έπλενε η μάνα μ’ στην πληγή μ’ αυτό το βρομοσάπ’νο και μ’ πέρασε.

Αυτό το σαπούνι μ’ έσωσε!».

Μια νύφη θυμάται…


Σήμερα το μακιγιάζ της νύφης είναι μια διαδικασία χρονοβόρα και κοστοβόρα. Όμως αυτά παραγράφονται μπροστά στη λαμπερή εμφάνιση τη μέρα του γάμου.

Τα παλιά χρόνια τι γινόταν; Η συνομιλήτριά μου θυμάται σαν να ήταν χθες η μέρα που παντρεύτηκε:

«Πού τά ’ταν τα λούσια (καλλυντικά) τότε… Παντρεύ’κα το ’49, το Θερτή μήνα, τ’ς 19. Φόραγα μάλλινο φόρεμα! Μελάτο (σκούρο) κόκκινο!


Δεν είχαμαν λεπτά να πάρω δεύτερο φόρεμα! Αν είχα άσπρο φόρεμα… δε θα το φόραγα τ’ς άλλες τ’ς μέρες!

Μ’ αυτό το φόρεμα το καλό μεγάλωσα και τα παιδιά μ’, μονοφόρι…

Για το γάμο να σ’ μολοήσω τώρα…

Το μπριόλι ήταν σ’ ένα μπουκαλάκι τόσογια (τόσο δα), πώς έχουν τ’ αρώματα…

Τότε που ’ταν να στεφανωθούμε, ο άντρας μ’ είχε αγοράσει ένα μπουκάλι μπριόλι. Έβαλε στο κεφάλι για να μαλακώσουν τα μαλλιά και να στέκουν καλά.

Και κοντά (ύστερα) μ’ το ‘στ’λε (μου το έστειλε) εμένα να βάλω κι εγώ στα μαλλιά, στ΄ς κόσες (πλεξούδες), και τσιουμπέρι αποπάνω, όχι ξεσκούφωτη…

Είχα μια νύφη απ’ αδερφό, αλλ’ αυτήνη ήταν πολιτσιάνα (αστή, ζούσε στην πόλη), ήξερε κι από φκιασίδια.

Είχε ένα κραγιόνι κόκκινο και μο’ ’βαλε λίγο τότε π’ γίν’καν τα στέφανα στο σπίτι. Τότε γένονταν στο σπίτι τα στέφανα, έρθονταν ο παπάς και μας στεφάνωνε.

Μο’ ’βαλε, π’ λες, λίγο κραγιόνι η νύφη μ’, αλλά δεν τού ’θελα, μο’ ’ρχονταν ότι ήμαν σκιόρμα (κακάσχημη).

Όταν μπήκα στο δωμάτιο π’ θα γένονταν τα στέφανα, τα σφούγγ’σα τα χείλια μ’ με το χέρι μ’! Δεν ήθελα να ’μαι βαμμένη!

Σαν κι (μήπως) είχα καθρέφτη να ιδώ αν ξεβάφτ’κα καλά… Αν αλείφ’κα και παρέκεια ποιος ξέρει (αν πασαλείφτηκε με το κραγιόν)! Του ’χαν σε κακό ειδικά για τ’ς φτωχές να βάφονται. Θα το μολόγαγαν! Η νύφη είχε βαμμένα χείλια…

Τρία φ’στάνια μαναχά είχα στ’ν προίκα! Α, και τα… κομπουνεζόνια!

Να σ’ πω τ’ν αμαρτία μ’, παιδάκι μ’, έχω κάτι παρδαλές καλαμάτες (καλαματιανά μαντήλια) και…. θα τ’ς φάει η φωτιά! Άμα πεθάνω, θα τ’ς κάψουν!

Είμαι γριά… Ν’ αλλαξοφορεθούμε εμείς οι γριές να βάλουμε καλά ρούχα; Πού να τα βάλουμε; Πέρασαν τα χρόνια κι έμ’ναν τα ρούχα από τότε που ’μασταν νιότερες…».

Αντιπυτιριδικά από τη φύση!


Μεγάλο πρόβλημα η πιτυρίδα, οπότε κι αντίστοιχες οι λύσεις εκ των ενόντων:

«Τι να έκαναμαν κι εμείς, αφού ήταν το κεφάλι… σαν να του ‘χες ρίξει αλεύρι!

Έκοβαμαν σκίντα (σχίνο), τ’ν έβραζαμαν σε μία κατσαρόλα, άδειαζαμαν αυτό το νερό σε μία νιφτήρα (τσίγκινος νιπτήρας μικρής χωρητικότητας) και λούζαμασταν στο κεφάλι.

Έβραζαμαν και σμυρτιά για τ’ν πιτυρήθρα. Ήταν κι αυτήνη καλή. Και μοσκοβόλαγε το κεφάλι μας.

Έβαναμαν και σαπούνι άμα είχαμαν νερό από σκίντα ή από σμυρτιά. Αλλά μ’ αυτό το νερό καθάρ’ζε το κεφάλι μας, γένονταν λαμπίκο! Καθρέφτ’ς!

Αυτά είχαμαν εμείς, δεν είχαμαν σαμπουάνια και τέτοια πράματα πο’ ’χουμε σήμερα…».

Δαφνόλαδο για λάμψη μαλλιών


Η γυναικεία φιλαρέσκεια έβρισκε τρόπο να εκδηλωθεί, έστω και με υποτυπώδη καλλυντικά, εν προκειμένω στην περιποίηση των μαλλιών:

«Οι νιες είχαν γερά τα μαλλιά. Κι είχαν όλες μακριά μαλλιά, κόσιες (πλεξούδες) μέχρι τον ουρέτσικα (κόκκυγα, δηλ. το κάτω σημείο του κορμιού) ή τα τύλιγαν στο κεφάλι, σα στεφάνι.

Αλλά έβαναν και δαφνόλαδο, ιδίως οι μεγαλύτερες οι γ’ναίκες. Πώς γένονταν αυτό; Έπαιρναν δαφνοκούκουτσα (καρπό δάφνης), τα στουμπάν’ζαν (κοπάνιζαν) στο γουδί, στα Γιάννενα τό ‘λεγαμαν χαβάνι. Αφού στουμπάν’ζαν το δαφνοκούκουτσο, έβγανε λίγο λάδι. Κι έρ’χναν μέσα σ’ αυτό λάδι κανονικό (ελαιόλαδο), τ’ άφ’ναν να ξαποστάσει (να γίνει ομογενοποίηση των υλικών). Αλλά έπρεπε να ξέρ’ς πόσα δαφνοκούκουτσα και πόσο λάδι να βάλ’ς, για να μη μυρίζει και λαδίλα το κεφάλι απ’ τ’ς γ’ναίκες!

Αφού ήταν έτοιμο το δαφνόλαδο, τό ‘βαναν οι γ’ναίκες στα μαλλιά, να γυαλίσουν και να δυναμώσουν απ’ το λάδι. Αλλά δεν είχαν ούτε βαμπάκι, με κάνα πατσιαβούρι, κάνα παλιό ύφασμα έβαναν το δαφνόλαδο στα μαλλιά.

Αυτά π’ σ’ μολογάω ήταν για τον κοσμάκη, γιατί οι αρχόντοι είχαν τ’ δ’κή τ’ς τ’ν πόρεψη, είχαν παράδες, ταξιδεύονταν, αγόραζαν και φκιασίδια…».

Λιθάρι για τις φτέρνες


Η μητέρα μου καταθέτει τη δική της μαρτυρία:

«Εμείς δούλευαμαν στα χωράφια, απ’ το πρωγάκι μέχρι να γείρει (ήλιος) ο ήλιος, να πάει στο καλό του. Σκάλο, θέρο, σκάψιμο τα κήπια… Κι άντρες και γ’ναίκες τ’ς ίδιες δ’λειές έκαναμαν. Δεν ξεχώρ’ζαμαν αντρίκειες και γυναικείες δ’λειές. Η γ’ναίκα… τ’ν ήταν μπροστά απ’ τον άντρα στο χωράφι. Νύχτα έκανε τ’ς δ’λειές, να ζυμώσει, να μαειρέψει… Και πρωί πρωί στο χωράφι!

Τα χέρια μας ήταν ροζιασμένα, απ’ το τσαπί, απ’ το σκαλιστήρι. Οι απαλάμες μας είχαν ρόζια, κι ας ήμασταν και γ’ναίκες.

Καλά, για τ’ς φτέρνες μην τα ρωτάς! Ήταν σκασμένες απ’ τ’ν ξυπολησιά, όπως είναι… τα ποδάρια τ’ς χελώνα! Αλλά έτσι ήταν όλοι τότε.

Τα ποδάρια μας λερώνονταν πολύ, γιατί δεν είχαμαν παπούτσια, κάλτσες ν’ αλλάξουμε. Για να βγάλουμε τ’ λέρα, είχαμαν λιθάρι καλό να γρατσ’νάει (να είναι τραχύ), για να βγάλει τ’ σκόρτσα (βρομιά). Αλλιώς, πώς νά ‘καναμαν… Ν’ άφ’ναμαν τ’ λέρα στα ποδάρια;

Γιατί εμείς οι γ’ναίκες φόραγαμαν χρονικής φ’στάνια και φούστες. Παντελόνι δε φόραγε καμία, ούτε τα κοπελάκια. Παρεξήγαγαν τότε…

Για τ’ς σκασμένες φτέρνες έβαναμαν και κηραλοιφή… Κόβουμε κερί, το βάνουμε σ’ ένα καφόμπρικο μαζί με λάδι, να πάρει ένα χόχλο (μέχρι να χοχλάξει) και τ’ άδειαζαμαν σε μία κούπα. Άμα κρυώσει, πήζει. Ε, απ’ αυτήνη τ’ν κηραλοιφή άλειφαμαν τ’ς φτέρνες. ‘Ν’ (την) είχαμαν και για κάνα κάψιμο (έγκαυμα).

Για τα καψίματα είχαμαν και τ’ ασβεστόλαδο. Παίρ’ς ένα πλοχεράκι (μισή χούφτα)… ασβέστη άσβεστη (σκόνη ασβέστη), έβαναμαν ένα ποτήρι νερό, ανακάτωναμαν και τ’ν άφ’ναμαν τ’ν ασβέστη στον πάτο να κατασταλιάσει. Κάθονταν η ασβέστη στον πάτο και το νεράκι πο’ ’βγαινε αχπάνω, τ’ άδειαζαμαν σ’ ένα πιάτο, έβαναμαν και λίγο λάδι, το τσιακλάταγαμαν (ανακατεύαμε γρήγορα) κι έπηζε, γένονταν αλοιφή καλή για τα καψίματα. Έθρεφε (επουλωνόταν) η πληγή».

Οι γυναίκες είχαν… αντρικά φρύδια!


Πώς να περιποιηθεί μια γυναίκα τον εαυτό της, όταν τον περισσότερο χρόνο τον περνούσε στην κουζίνα; Η συνομιλήτριά μου τα λέει… έξω απ’ τα δόντια!

«Οι γ’ναίκες το πρώτο πράμα που ‘χαν έγνοια ήταν για μαειρέψουν για το σπίτι. Έπρεπε το φαΐ να ‘ναι έτοιμο τ’ν ώρα π’ θα ‘ρθει ο άντρας! Να περιμένει ο άντρας το φαΐ; Α πα πα! Ουου! Θα τ’ς πέταγε όλα τα τεψιά καταή! Του ‘χα δει με τα μάτια μ’ εγώ αυτό, τότε που ‘μαν μ’κρή!

Οι Γιαννιώτες θεωρούνταν… βαριοί άντρες! Μην τ’ς βάλουν κάτω οι γ’ναίκες. Όλο διαταγές ήταν οι άντρες.

Και φαΐ μαειρεμένο κάθε μέρα! Ε, δεν κρατιόνταν (διατηρούνταν) κιόλα τα φαϊά, ιδίως το καλοκαίρι.

Η γ’ναίκα τι ν’ αδειάσει (ευκαιρήσει) να βαφτεί και να βγάλει τα φρύδια… Είχαν τ’ς φουρνέλες (χτιστές εστίες μαγειρέματος που λειτουργούσαν με ξύλα ή κάρβουνα). Γιομάτη γάνες η κουζίνα! Και να μην έχ’ς και νερό. Μας κ’βάλαγαν οι νερουλάδες απ’ τ’ λίμνη. Βρύσες πολλές δεν είχαμαν εδώ στα Γιάννενα, να ‘χουμε τρεχούμενο νερό. Ε, όσοι ήταν εχούμενοι, είχαν π’γάδια και στέρνες.

Έπρεπε να τα ‘χ’ς ολοένα καθαρά μέσα στο σπίτι. Στ’ν πάστρα (καθαριότητα) στ’ς άντρες… δεν τ’ς κόβει και πολύ, για φαΐ τ’ς νοιάζει.

-Βγάλε, μωρ’, τα τσιουρέπια, να σ’ τα πλύνω…

-Μια χαρά είν’ τα τσιουρέπια! Δεν έχουν τίπουτα! Μια βδομάδα τα ‘χω!

Ε, μια βδομάδα τα ‘χαν, δεν τα ‘χαν και… κάνα μήνα!

Μπογιές και μολύβια δεν είχαν. Το φρύδι το ‘βαφαν με κάρ’νο κι έφκιαναν κάτι φρύδια… παρασήμειωμα! Δεν είχαν τσιμπίδες για να βγάλουν τα φρύδια. Αγρίευαν οι γ’ναίκες. Φαίνονταν… σαν άντρες με φρύδια μεγάλα. Κι έβαφαν με κάρ’νο αποπάνω απ’ τα φρύδια, ζωήρευαν το φρύδι! Αλλά, σου ’πα, γένονταν παρασήμειωμα! Σαν καραμούζες! Προσωπίδες!

Αχ, μωρ’ παιδί μ’, γέλασα κι εγώ τώρα π’ τα θ’μήθ’κα…».

Οι σημερινές γυναίκες μαυρίζουν… σαν τηγάνια!


Την αξία του λευκού γυναικείου δέρματος εκθειάζει η ίδια ηλικιωμένη πληροφορήτρια:

«Τα παλιά τα χρόνια ήθελαν αφράτες γ’ναίκες, άσπρες σαν τ’ φραντζόλα, χιονάτες. Είναι χιονάτη αυτή η τσιούπρα, έλεγαν. Αφρατιές πο’ ’χει... Είναι μοσκένια (απ’ το μόσχος, δηλ. ευωδιαστή).

Για τ’ς άσπρες τ’ς γ’ναίκες έλεγαν ότι ήταν από καλή ράτσα, θα έκαναν κι ζηλευτά παιδιά.

Άμα ήταν καμία μαύρη, έλεγαμαν “Αυτή είναι μαύρη, σα μάγισσα”. Γι’ αυτό λέει κι το τραγούδι “Μαύρη κι άραχνη να γένεις, που περνάς και δε μας κρένεις (μιλάς)”.

Ήταν κουσούρι άμα ήταν καμία μαύρη. “Ούι, τι είν’ αυτό το σκιόρμα (κακάσχημη σα φάντασμα) π’ μας ήφερε του πιδί μας! Πού του ‘βρε (το βρήκε), μωρ’, αυτό το καφοτήγανο (τηγάνι για βράσιμο μεγάλης ποσότητας καφέ); Αυτήνη είναι γύφτ’σσα”!

Αλλά σήμερα άλλαξαν τα πράματα… Οι γ’ναίκες θέλουν να μαυρίσουν, να γένουν ντ’γάνια! Βάνουν κι λάδια για μαυρίσουν (εννοεί αντηλιακά)! Γκαΐλες (κουρούνες)!

Κι τα μαλλιά… πλατς στα μούτρα! Τι να μαγειρέψεις άμα δεν είσαι χτεν’σμένη; Τι να φάει ο άντρας; Τρίχες;

Έλεγε η γιαγιά μ’:

-Κοπέλες, άμα μαειρεύετε, να φοράτε ίσια (κατευθείαν) το φακιόλι. Γιατί άμα βρει ο άντρας τρίχα, θα σας σιχαθεί».


Καραμπογιά για μαύρα μαλλιά…


Από καταβολής κόσμου, η γυναίκα προσπαθούσε να γίνει ωραιότερη, χρησιμοποιώντας τα διαθέσιμα υλικά της κάθε εποχής:

«Τα παλιά παλιά τα χρόνια, όλες οι γ’ναίκες φόραγαν μαντήλι, μαντηλοδένονταν, είχαν μαντηλοδεσιά. Δε φαίνονταν τα μαλλιά. Επί Τουρκίας (ενν. Τουρκοκρατίας) τώρα, αυτά π’ σ’ μολογάω. Αλλά και κατόπι (αργότερα). Οι Τουρκάλες στα Γιάννενα έβαναν σουλμά (ιδιοπαρασκευασμένη αλοιφή, κρέμα προσώπου) και κνα (το κνα ή και η οκνά: η χένα), αλλά αυτά τά ’μαθαν και οι Ελληνίδες.

Η γ’ναίκα θέλει να φαίνεται όμορφη, ολοένα ηύρισκαν κατιτί να φκιάσουν. Οι γ’ναίκες τήραγαν να σιαχτούν, να φαίνονται νιότερες. Το λέει και το τραγούδι… “Για δες μαλλιά, για δες μαλλιά, βαμμένα με καραμπογιά”.

Οι γ’ναίκες άμα ήγλεπαν καμιά τρίχα άσπρη, λαχταρούσαν! Έπρεπε ίσια (κατευθείαν) να τ’ν κρύψουν τ’ν άσπρη τρίχα, για να μην τ’ς λέν’ οι άλλοι “γριές”! Κόσευαν ίσια (έτρεχαν κατευθείαν) στο μπακάλη, ν’ αγοράσουν καραμπογιά, να βάλουν στα μαλλιά!

Αλλά, οι έρμες, δεν ήξεραν καλά αυτήνη τ’ν τέχνη (το μακιγιάζ). Έβαναν πολλή καραμπογιά, όσο τ’ς κατέβαινε (όσο θεωρούσαν σωστό), και μαύριζε μέχρι και το πετσί τ’ς! Αγρίευαν, μαύριζαν σα μάισσες! Γένονταν παρασήμειωμα! Φαίνονταν από ‘δώ και πέρα (από μακριά) ότι τα ‘χαν βαμμένα τα μαλλιά, ιδίως αυτές που ‘ταν σιτεμένες! Γιατί ξεχώρ’ζαν τα μούτρα… Τα μαύρα μαλλιά θέλουν και… χλωρασιά το μούτρο (σαν το φρέσκο χορτάρι), να ‘ναι χλωρό το μούτρο, να μην είναι ζαρωμένο. Κατάλαβες, χ’σό (χρυσό) μ’;».

Οξυζενέ και χαμομήλι για τις ξανθιές…


«Παλιά οι γ’ναίκες, άμα δεν τ’ς άρεγαν τα μαλλιά τ’ς τι χρώμα είχαν, έκαναν τερτίπια άλλα. Έβραζαν χαμομήλι στο κατσαρόλι και λούζονταν… Μ’ ένα λούσιμο ξάν’γαν λίγο το χρώμα. Με δυο λουσίματα γένονταν ξανθά, μελένια τα μαλλιά. Με τρία λουσίματα γένονταν ξασπρισμένες ντιπ.

Άμα είχαν λεπτά οι γ’ναίκες, πάαιναν στο φαρμακοτρίφτη, στο φαρμακείο, για ν’ αγοράσουν οξυζενέ. Τό ‘βαναν κι αυτό στα μαλλιά, με το λούσιμο. Και δε φαίνονταν κι οι άσπρες οι τρίχες. Τ’ς άρεγε καλύτερα να βάλουν οξυζενέ στα μαλλιά για να… φέγγουν! Κι αλήθεια, φαίνονταν νιότερες με το ξανθό το μαλλί. Το μαύρο το χρώμα απ’ τ’ν καραμπογιά τ’ς αγρίευε. Αυτά τά ‘καναν οι τσιούπρες, τ’ς άρεγε να ‘ναι ξανθωπές

Ε, οι πλούσιοι, είπαμαν, έκαναν τα… ξωρέξια, τα στολίσματα».

Οι σιασιούδες δεν ήταν για σπίτι...


Παλαιάς κοπής Ηπειρώτισσα υποστηρίζει με σθένος την άποψή της:

«Εγώ το μούτρο μ’ δεν το ’γγιζα ποτέ. Είμαι 87 χρονών γ’ναίκα κι δεν έβαλα στα μούτρα μ’ τέτοια πράματα. Να παραλλάξω τον εαυτό μ’; Μπα… Όχι!

Αλλά τότε που ‘μουν κοπέλα, έγλεπα τ’ς άλλες κοπέλες πο’ ’βαφαν τα μαλλιά. Άμα ήθελε καμία να τα βάψει μαύρα, έβραζε καρυόφυλλα (φύλλα καρυδιάς) κι τα ‘λουζε μ’ αυτό. Έβαναν κι δαφνόλαδο για να γυαλίζουν.

Ε, να σ’ πω τ’ν αλήθεια, τα μαύρα τα μαλλιά δεν είχαν τράβηξη (πέραση). Άμα ήταν καμία με μαύρα μαλλιά, “Αυτή ιτς (καθόλου) καλή δεν είναι! Μαύρη, σα γκάζιακας, σαν κ’ρούνα!

Οι κοπέλες οι πολλές ήθελαν να ‘χουν ξανθά μαλλιά, είχαν κοτσίδες. Για να γένουν ξανθά τα μαλλιά, έβραζαν χαμομήλι κι λούζονταν μ’ αυτό. Ένα-δυο λουσίματα. Άμα τα ‘θελαν πολύ ξανθά, τρία-τέσσερα λουσίματα! Κι έπρεπε να μάσεις χαμομήλι με τ’ς χούφτες το καλοκαίρι, να βάλ’ς… στο σακί, για να ‘χ’ς το χειμώνα, να λούζεσαι…

Κι έπρεπε να μη σε δει κάνας π’ λούζεσαι με χαμομήλι! “-Ακούς, μωρ’, πότε γίν’κε η Βασίλου ξανθιά; -Α, καλά… Βράζει του χαμουμήλι μι τ’ς ουκάδις…”. “Δεν είναι θ’κά τ’ς, μωρ’ τα μαλλιά (εννοεί φυσικό χρώμα)! Τα λούζει με χαμομήλι! Ξέρ’ς τι σιασιούδω (από το ρ. σιάζω, δηλ. περιποιείται πολύ τον εαυτό της, είναι φιλάρεσκη). Γ’ναίκα είν’ αυτή, να τ’ράξει φαμίλια; Αυτή είναι σιασιούδω, το σιάσιμο τ’ράει όλη μέρα. Όλο πατσιουλιά κι σουλ’μάδες είναι”… Τέτοια άκ’γες…».

Οι παστρικές πλένονταν συνεχώς…


Όταν μια γυναίκα ήταν σχολαστικά καθαρή, αυτό ήταν όχι απλώς ύποπτο, αλλά σήμαινε αυτομάτως… το αρχαιότερο επάγγελμα στον κόσμο:

«Θ’μάμαι ήταν κάτι γ’ναίκες εδώ στα Γιάννενα, μην τα ρωτάς! Ουου! Όλη τ’ν ώρα σιάζονταν, έχυναν το λεγένι (λεκάνη) με το νερό όξω στο δρόμο. Πλατς! Όξω στο δρόμο τα λεγένια και ζωκόπαγαν οι φτωχογειτονιές βρομόνερα!

Οι παστρικές πλένονταν όλη τ’ν ώρα γιατί είχαν… μουσαφιρλίκια! Οι παστρικές πλένονταν κάθε μέρα, αλλά είχαν και φκιασίδια: κοκκινάδι για το χείλι και για τα μούτρα, για το μάγ’λο. Μυρωδ’κά, πατσουλιά….

Ήταν άντρες μπερμπάντ’δες π’ πάαιναν στ’ς παστρικές. Ε, καλά… Ήταν κι άλλοι π’ δεν είχαν γ’ναίκα, οι μπεκιάρηδες (εργένηδες, μοναχικοί). Πάαιναν κι αυτοί.

Οι παστρικές είχαν ολοένα πελατεία, δεν τ’ς έλειπαν οι… μ’σαφ’ραίοι. “Α, μωρ’, αυτή δεν προλαβαίνει να φάει… Όλο σερ’κοί μπαινοβγαίνουν στο σπίτι! Ούι… Πώς τ’ς κάνει καλά, μωρ’… Δεν έχει χορτασμό…”, έλεγαν.

Πολλές έκαναν απ’ ανάγκη αυτή τ’ δ’λειά, γιατί δεν είχαν στον ήλιο μοίρα! Άλλες είχαν και μπαστιά (μπάσταρδα, νόθα παιδιά), έφερναν γύρα… Και τά ‘βγαναν απόξω όταν έρθονταν οι άντρες. “Άει, σύρε να παίξεις, μωρέ λιαν’σμένο! Έχω δ’λειά…”. Έρχονταν ο άντρας, έβγαιναν όξω τα καψόπαιδα, τα ρημαγμένα. Και τα κορόιδευαν τ’ άλλα τα παιδιά, τα μεγαλύτερα, που ‘ταν πονηρεμένα… Τ’ς έλεγαν “Άει, ωρέ, βήκες να παίξεις; Τι κάνει η μάνα σου;”. Φαρμάκι αυτές οι κ’βέντες…».

Ρούχο που ξέβαφε… για make-up!


«Ρώταγαμαν τ’ μακαρίτ’σσα τ’ν κυραμάνα (γιαγιά), “Πήγαινες, εσύ, στα παν’γύρια, μωρ’ κυραμάνα; Στολίζοσαν;”. Κι μας έλεγε “Σηκώνομαν νύχτα κι αφού μάζωνα στρούσες (μάζευα φορτώματα, χορτάρι), του ‘φερνα στ’ν αποθήκη, γύρναγα στο σπίτι, έβανα το καλό το φ’στάνι το δαμασκό…”. “Τι χρώμα ήταν, μωρ’ κυραμάνα;”, “Κροκί”, μας έλεγε. Έβανε μαντήλι σταμπωτό, μαύρο, κι το ‘δενε τσιαντάρ’κο (δενόταν ψηλά στο πίσω μέρος του κεφαλιού των γυναικών), σαν πέπλο λεβέντ’κο! Δεν το ‘δενε όποια κι όποια τσιαντάρ’κο!

Η κυραμάνα, μας έλεγε, έβανε και λίγο απ’ το ρούχο το κόκκινο, πανί π’ ξέβαφε. Το ‘βρεχε το πανί, αυτό ξέβαφε κι τό ‘βανε στο μάγ’λο, να φαίνεται λίγο κόκκινο, να ροδίζει, όχι πολύ βαμμένη σαν καραμούζα (κακάσχημη).

“Μωρ’ κυραμάνα, σ’ αγάπαγε ο παππούς;”. Κι μας είπε: “Ουου! Πολύ! Κάποτε έπιακε βροχή κι με πήρε στ’ν αγκαλιά ο παππούς σας, για να μη βρεχτώ”. H γιαγιά μ’ ήταν μικροκαμωμένη, δεν ήταν αλνταμπούζα (πελώρια), άνταμη (άσχημη).

Άμα δεν είχαν κοκκινάδι ούτε κόκκινο ύφασμα… τσίμπαγαν τα μάγ’λα τ’ς για να κοκκινίζουν! “Α, αυτή τσιμπιέται άμα είναι να βγει απ’ το σπίτι”, έλεγαν.

“Αρώματα τι είχαταν, μωρ’ κυραμάνα;”. “Για εμάς δεν είχαμαν μυρωδ’κά”. Γκιούλιση (ροδόνερο) είχαν. Αλλά στα σεντούκια πο’ ’βαζαν τα ρούχα, έβαζαν άλλα… Μοσκοκύδωνο κι μήλο δεν έλειπαν… Έβαναν βασιλικό, λεβάντα κι άλλα μυριστ’κά. Για το στόμα, ματσιάλαγαν (μασούσαν) μοσχοκάρφι (γαρύφαλλο), για να σιάζει τα χνώτα.

Τώρα τι θ’μήθ’κα… Κάποτε ήταν μια κακιά πεθερά κι δεν αγάπαγε τ’ν νύφη. Κι τ’ς είπε, για να σ’ αγαπάει ο άντρας σου, να τρως χλωρά ρεβίθια. Αλλά αυτά μυρίζουν άσχημα. Αλλά κάποια φιλενάδα τ’ς κατάλαβε π’ μυρίζουν τα χνότα τ’ς κι τ’ς είπε να τρώει μοσκοκάρφι (γαρύφαλλο) για να μοσκοβολάει το στόμα».

Σκοπίμως λανθασμένη η συνταγή καλλυντικών…


Αυστηρώς ασχολίαστη από εμένα η «καυστική» μαρτυρία από πληροφορήτρια των Ιωαννίνων σχετικά με τον γυναικείο ανταγωνισμό για την ομορφιά:

«Οι γ’ναίκες έλεγαν η μία στ’ν άλλη γιατροσόφια, πατσουλιά για το μούτρο, για τα μαλλιά… Αλλά πολλές ήταν ζ’λιάρες και κακόψ’χες κι ήθελαν να κάμουν κακό άμα ήταν καμιά ομορφούλα και τ’ς έδωναν λάθος συνταγές (για παρασκευή υποτυπωδών καλλυντικών), για ν’ ασχημύνουν οι άλλες οι γ’ναίκες. Αυτές οι γ’ναίκες πο’ ’διναν λάθος συνταγές ζήλευαν και τ’ς άντρες τ’ς. Κι έλεγαν, να μην είναι οι άλλες οι γ’ναίκες ομορφότερες, για να μην… ξενοκοιτάει ο άντρας!

“Έχω εγώ μια συνταγή, να γέν’ς λουλούδι!”, έλεγαν. Κι έδωναν λάθος βότανα. Γιόμ’ζαν σπυριά τα μούτρα (των ανταγωνιστριών), παρασημειώνονταν (παραμορφώνονταν). Ή σφίγγονταν, τραβιόνταν τα μούτρα και γένονταν… σαν καραμούζες!

Κι άμα τ’ς ήγλεπαν οι άλλες οι γ’ναίκες (αυτές που έδιναν σκοπίμως λανθασμένη δοσολογία), έκαναν τ’ς ανήξερες. Ήλεγαν “Ούι, μωρή μαυρομοιροπούλα! Πώς αφύσικινες (έγινες αφύσικα άσχημη) έτσι; Τι έβαλες στα μούτρα; Κάτ’ρο από μ’κρό παιδί έβαλες;”. “Με κοροϊδεύ’ς! Έφκιασα εκείνη τ’ν αλοιφή π’ μου ‘πες εσύ!” (έλεγε η παθούσα).

Η άλλη έκανε τ’ν καλή… “Α, θα λάθεψες στα βοτάνια… Ποιος ξέρει τι μπανταλομάρα (ανοησία) έκαμες… Εγώ βάνω τέτοια αλοιφή κι είναι τα μούτρα μ’… ήλιος και φεγγάρι”. Και γέλαγε κάτω απ’ τ’ μύτη πο’ ’κανε τ’ ζ’μιά…».


«Δε βγαίνουν οι νιες μπροστά στις γριές!»


Μια ογδονταδυάχρονη ορεσίβια είναι κατηγορηματική στο θέμα των καλλυντικών:

«Να βαφτούν οι γ’ναίκες στα μούτρα; Α πα πα! Όχι! Εδώ και σαράντα χρόνια, και πενήντα ακόμα, δεν έβανε καμίνια γ’ναίκα βαφή στα μούτρα.

Είχαν ούλες μαντήλια στο κεφάλι, και γριγιές και νιες. Εγώ από δέκα χρονών πάαινα στ’ν εκκλησιά με το μαντήλι, κεφαλομάντ’λο. Και καρφίτσες γύρα-γύρα, κάρφωναμαν (στερεώναμε) το μαντήλι στο κεφάλι στα μαλλιά.

Τότε έλαμπαν οι γ’ναίκες! Τώρα πατσιαβούρες γίν’καν οι γ’ναίκες! Γλέπ’ς εσύ μια κοπέλα σωστή; Βάφονται και σιάζονται… Άμα δε βαφτούν, δε γλέπονται!

Η σειρά η θ’κή μας, π’ γεννήθ’κα το ’40, δεν βάφομαστε, στα χωριά. Άφ’ το παρέκεια (άφησε, μη συζητάς τι γίνεται πιο μακριά, ενν. στις πόλεις). Άμα δε βαφτούν, δε βγαίνουν ντιπ απ’ το σπίτι. Κι οι γριγιές βάφονται στ’ς πόλεις! Τ’ράν’ (τηράνε: προσπαθούν) να φέρουν τα νιάτα πίσω, αλλά τα χρόνια περάν’, τα νιάτα δεν έρθονται πίσω, ό,τι και να κάμουν…

Γ’ναίκες στ’ν ηλικία τ’ θ’κή μου και να λάμπουν! Να λες, είν’ ετούτη η γ’ναίκα 75-80 χρονών, και να μην π’στεύ’ς. Κι αν κουμανταρ’στούν (περιποιηθούν στοιχειωδώς), να φορεθούν (να βάλουν καλά ρούχα), δε βγαίνουν οι νιες μπροστά στ’ς γριές!

Εγώ άμα κουμανταρ’στού, άμα φορεθού, φέρε μ’ εσύ μια τριαντάρα. Όχι να βαφτού. Θα είμαι πιο καλύτερη εγώ απ’ τ’ν τριαντάρα!

Τα μούτρα μ’ φεγγάρι (πανέμορφα), κι ας μην έβαλα φκιασίδι. Δε χρειάζεται βαφή…».

«Ακούς βάψιμο και φκιασίδια…»


Υπερήλικη αφηγήτρια μιλάει με αφοπλιστικό ρεαλισμό:

«Οι παλιακές οι γ’ναίκες δεν είχαν αδειά (χρόνο) ούτε ν’ αλλάξουν! Στη λημέρα τ’ θ’κή μου (στην ημέρα μου, την εποχή μου), οι γ’ναίκες άλλαζαν στ’ς 8 μέρες, γιατί δεν είχαμαν ρούχα, με τι θ’ άλλαζαμαν;

Έστελνε η Ούντρα ρούχα, δέματα και σφίγγομασταν (τρέχαμε) να πάρουμε… Ρούχα, παντελόνια, τσιάντες… Τσιάντες γυναικείες ήθελαμαν εμείς; Τ’ς έπαιρναν κι έπαιζαν τα λιανοπαίδια (μικρά παιδιά).

Τι να βάψουμε τα μαλλιά… Δε θ’μάμαι καμία γ’ναίκα να βάφει τα μαλλιά.

Άμα έρθουν τα χρόνια, θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά… καταρρεύει ο άνθρωπος! Δε γλέπ’ς εμένα; Τήρα (κοίτα) εμένα! Κοντεύει να κοπεί ο λαιμός μ’. Τα νεύρα φαίνονται σαν τ’ χελώνα!

Ο λαιμός μ’ γιόμ’σε ζάρες, σαν τα κύματα τ’ς θάλασσα! Τα μάτια πααίνουν μέσα!

Ο λύκος άμα γεράσει, ρεζίλι των σκυλιών γένεται (παροιμιώδης φράση)! Βγαίνει στ’ς ράχες και ουρλιόται νηστ’κός! Ουουου (μίμηση ουρλιαχτού λύκου)! Δεν έχει δόντια να φάει γκόρπες, γίδες, να τ’ς κόψει το λαρύγγι να τ’ς φάει. Και τα σκ’λιά τον κοραϊδεύουν και τον παίρουν τ’ κυνήγου (τον καταδιώκουν)!

Γριά να βαφτεί;!! Ποια; Η Λιάκαινα; Η (θεία) κακω-Αντρίαινα; Η κακω-Βασίλω; Η Κώσταινα τ’ Θοδωρή; Η κακω-Γάκαινα;

Οι γ’ναίκες σήμερα; Α, καλά… Σαν τ’ς πρατίνες (προβατίνες)! Πότε λάιες (ενν. με μαύρα μαλλιά), πότε άσπρες...».

Να ’σαν τα νιάτα δυο φορές…


Υπέρτατη αξία για τους παλαιότερους ήταν και είναι (πολύ περισσότερο τώρα…) η νεότητα: «Τι να τα κάμ’ς τα φκιασίδια, άμα δεν έχ’ς νιάτα; Άει, πέσε (πες) μ’ εσύ… Και λεπτά να μην έχ’ς ν’ αγοράσεις καλά ρούχα, πάλι φαίνονται τα νιάτα! “Το καλό τ’ άλογο φαίνεται κάτω απ’ το παλιοσάμαρο”, έλεγαν οι παλιοί. Λάμπουν τα νιάτα!

Ποιον να κοραϊδέψει μία ηλικιωμένη π’ βάφεται; “Δε μαρτ’ράει η γίδα, μαρτ’ράν’ τα κέρατά τ’ς” (παροιμιώδης φράση, καθώς οι δακτύλιοι στα κέρατα της κατσίκας δηλώνουν την ηλικία της!). Και να βάλει κραγιόνια και να βάψει τα νύχια, δε ματαγένεται κουτσικούλα (μικρούλα)!».

Άλλη ηλικιωμένη αφηγείται με τρομερό αυτοσαρκασμό:

«Του νιου τού πρέπουν τα νιάτα, του γέρου η αρμάτα… Ο νιος έχει τα νιάτα του, δεν θέλει τίποτα, όχι! Έχει στολίδι τα νιάτα του. Ο γέροντας, ο έρμος, τι να κάνει; Έχει τ’ν αρμάτα (στολισμός): ρούχα, στολίδια. Βάνει τζιοβαϊρ’κά (κοσμήματα), ακριβά υφάσματα, ρολόια, αρώματα…

Δεν τα ξέρει ο νιος αυτά, αλλά δεν τα ‘χει κι ανάγκη. Τι τα θέλει… Πού μας ένοιαζε, νέοι, πώς θα βγούμε… Ένα φ’στανάκι τσίτι και φαινόμασταν λουλούδια! Τώρα να βάλουμε ακριβό παλιτό, ακριβό ταγιέρ και κάμποσα χ’σαφ’κά κι ένα… καζάνι κρέμες στα μούτρα για να βγούμε όξω! Για να φαίνομαστε τάχα νιότερες. Αλλά δε γελιέται ο κόσμος, ούτε και τα χρόνια κρύβονται με τ’ν αρμάτα…».

Το οινόπνευμα… έτσουζε και παραέτσουζε!


Ας δούμε, τέλος, και ποια ήταν η μόνη περίπτωση που χρησιμοποιούνταν υποτυπώδη καλλυντικά για τους άντρες. Ογδονταοχτάχρονος παλαίμαχος κουρέας θυμάται τι χρησιμοποιούσαν για την περιποίηση των πελατών τους:

«Εγώ έμαθα 16 χρονών να κουρεύω, σ’ ένα μπαρμπέρη παλιό, αλλά αυτός πάαινε για κυνήγι κι άφ’νε εμένα στο ποδάρι του (τον αντικαθιστούσα).

Είχε μπαρμπέρ’κο στο χωριό και τ’ς κούρευε. Πέντε μπαρμπέρ’κα στο χωριό κι είχαν δ’λειά όλα.

Στ’ν αρχή είχαμαν οινόπνευμα μαναχά. Στα μούτρα τ’ πελάτη έβαναμαν οινόπνευμα, άμα ξύρ’ζαμαν κάποιον. Όχι καθαρό, το συνηθισμένο, αυτό το μπλε (φωτιστικό). Μωρ’, τον έτσουζε και τον παραέτσουζε, αλλά τι να έκανε ο έρμος… Ε, δεν έβαναμαν και πολύ.

Ύστερα απ’ το οινόπνευμα έβαζαμαν κρέμα… Εύα, σ’ ένα μπλε βαζάκι (εννοεί πασίγνωστη κρέμα, που όμως έχει άλλο όνομα!) και τελειώνοντας πούδρα. Στα μούτρα, στο πρόσωπο τ’ πελάτη άμα τον ξούρ’ζαμαν. Είναι δοχεία ξεμοτοχνιάρ’κα (ειδικά) γι’ αυτό.

Άμα τον κούρευαμαν τον πελάτη, έβαζαμαν πούδρα στο λαιμό.

Όταν αποτελειώναμαν το κούρεμα, έβαζαμαν και μπριγιόλη στα μαλλιά. Όπως το λάδι ήταν αυτό, αλλά είχε μυρωδιά καλή, μοσκοβόλαγε, για να μυρίζουν καλά τα μαλλιά.

Στα τελευταία βήκαν και οι… κολόνες (κολόνιες). Ήταν κατασκευασμένες σε μπουκαλάκια κούτσικα. Για να μυρίζει καλά το πρόσωπο άμα ξούρ΄ζαμαν τον πελάτη.

Σαμπουάνια και τέτοια πράματα δεν είχαμαν. Έρθονταν λουσμένος! Ε, άλλος λουσμένος, άλλος όχι…

Ήταν ένας… στ’ς 4 μήνες έρθονταν να κουρευτεί. Τζιοπάνος ήταν, είχε πρόβατα πολλά. Κι όργωνε με τ’ άλογα. Κάποτε είχε έρθει με τ’ς αλαιμαριές (περιλαίμια αλόγων) απόξω απ’ το κουρείο! Κι όταν έβγανε το καπέλο… μύρ’ζε ξ’νίλας. Το καπέλο δεν το ‘βγανε ποτέ απ’ το κεφάλι του! Το ‘βγανε τότε π’ θα κουρεύονταν κι όταν κοιμάνταν!».

**

«Σήμερα το ’χουν όλοι σιάδι! Ισιότητα! Άντρες, γ’ναίκες, παιδιά... Μέχρι κι οι γριές βάφονται και φοράν’ παρδαλούδια!», μου είπε μια ηλικιωμένη πληροφορήτρια.

Έχει δίκιο, και με το παραπάνω. Και βέβαια η περιποίηση δεν αφορά μόνο το γυναικείο φύλο… Πολλές ώριμες γυναίκες πλέον χρησιμοποιούν την ίδια βαφή μαλλιών με τους άντρες τους, ενώ νεαροί δανείζονται από τις συντρόφους τους το σπρέι αποτρίχωσης…

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, κλασικός φιλόλογος, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Κάτσε να σου μολογήσω – Ηπειρώτικες ιστορίες από το παρελθόν που μιλούν στο παρόν» (εκδ. Αλεξάνδρεια).



Email: vasilis.malisiovas@gmail.com


LinkedIn: Vasilis Malisiovas



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ