Αναρτήθηκε στις:21-07-21 12:02

Κληματαριές, πλατάνια, φτέρες: Τα… δωρεάν κλιματιστικά!


Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*


Αρχές του καλοκαιριού είχα πάει σε μια δημόσια υπηρεσία. Εκεί εργάζεται κι ένας γνωστός μου, πέρασα να τον χαιρετήσω.

Δεν προλαβαίνω να τον καλημερίσω κι αρχίζει τη γκρίνια: «Τι καλοκαίρι κι αυτό φέτος! Μας έχει λιώσει η ζέστη! Θα πεθάνουμε!». Προσπάθησα να τον καθησυχάσω, ανένδοτος αυτός… «Τι να ηρεμήσω, ρε Βασίλη… Με τέτοια ζέστη σήμερα και ήρθαν να καθαρίσουν τα φίλτρα από τα κλιματιστικά! Είμαστε πάνω από μισή ώρα μες στη ζέστη! Θα σκάσουμε εδώ μέσα!».

Δεν άντεξα απ’ την αχαριστία του! Του είπα ότι, επειδή ακόμη κι ως φοιτητής εργαζόμουν τα καλοκαίρια σε αγροτικές δουλειές (μεροκάματα στην Κορινθία), ξέρω από πρώτο χέρι τι είναι η αφόρητη ζέστη που σε παραλύει. Τι να πουν οι άνθρωποι που εργάζονται επί δεκαετίες σε κατασκευαστικά έργα; Εξάλλου, αυτοί που καθαρίζουν τα φίλτρα των κλιματιστικών μας δεν είναι άνθρωποι;

Τέλος πάντων, ήταν μια πικρή αφορμή για να ξεκινήσει ένα ακόμη ταξίδι πίσω στον χρόνο…

Στη βρύση δόξαζαν τον Θεό


Ενώ ο μέσος σημερινός άνθρωπος γκρινιάζει με το παραμικρό, οι παλιοί αισθάνονταν τα πάντα ως θεία ευλογία:

«Η βρύση ήταν καλή μεριά για ξαπόστεια κι δροσολόημα, ήταν ευλογία. Να κάθονται οι ξωμάχοι, να ξαποσταίνουν κι να δοξάζουν το Θεό.

Βρύσες δεν ήταν μοναχά μέσα στα χωριά. Το νερό αναβράει όπου να ’ναι, όξω, δεν είνι παραγγελιά να τ’ βάλεις τ’ βρύση στου χουριό. Η ανάβρα όπου βρει αλαφρύ χώμα, σπάει (ανεβαίνει στην επιφάνεια) κι εκεί έφκιαναν βρύση, για να βγαίνει το νερό απ’ το κανούλι.

Άμα ήταν χαμ’λά, έφκιαναν μια γούβα κι το ‘παιρνες με κάνα κύπελλο. Αλλιώς, με τ’ χούφτα σου.

Τ’ βρύση κι π’ τ’ν άκουγες, δροσίζοσαν! Γλι γλι γλι το νεράκι… Πήγαινε του κατηφόρι κι πότ’ζι τα κήπια.

Στ’ς βρύσες έρχονταν κι τα π’λάκια κι έπ’ναν νερό κι δροσολοϊόνταν κι αυτά».

Στο καταράχι, όπου ανταμώνουν οι αέρηδες


Οι πρόγονοί μας, επινοητικοί όπως πάντα, φρόντιζαν να εξασφαλίσουν δροσιά με τα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους:

«Άμα ήσαν όξω, στ’ς οξωδ’λειές, κι έκανε πολλή ζέστα, κοίταγες να βρεις ένα παχύ (πυκνόφυλλο) δέντρο. Να κάτσεις σ’ ένα καταράχι, σ’ ένα διάσελο, στ’ς κορφές απ’ τ’ς ράχες, όπου ανταμώνουν οι αέρηδες (σχηματίζεται ρεύμα). Άμα κάτσεις σι μία τσιούκα (κορυφή), φ’σάει απού ‘δώ, φ’σ’άει από ’κεί κι σκορπάει το κάμα (ζέστη).

Αλλά έπρεπε να ‘χει κι κάνα δεντρί, για να μη σε βαρέσει ου ήλιους κατακούτελα κι σε πιάκει δείλια (υπνηλία), μπαϊλισιά (ηλίαση). Γιατί με ξίσκιπου κιφάλι κι στ’ν κορφή τ’ β’νού πάντα σ’ έπιανε το κάμα.

Ή αν ηύρισκες καμιά λακιά π’ τρέχει λίγο νιρό, πήγαινες κι κάθοσαν εκεί, κι έβρεχες κι τα μούτρα σου κι του κεφάλι σου. Αλλά έπρεπε να ‘χ’ς το νου σου, γιατί του καλουκαίρι ζυγώνουν (πλησιάζουν) κι τα φίδια στα νερά».

Οι ποταμιές


Ποταμιά (η) ονομάζεται η παραποτάμια έκταση, εκατέρωθεν της κοίτης του ποταμού. Πάντα εκεί φύονται κυρίως πλατάνια αλλά και άλλα δέντρα με πυκνό φύλλωμα που προσφέρουν δροσιά το καλοκαίρι.

«Στ’ς ποταμιές οι χωριάτες πήγαιναν για δροσιά, του ‘χαν για μεγάλο ξάχλιο (διασκέδαση), ήταν η γιορτή τ’ χωριού.

Στο Βίκο πήγαιναν πολλοί απ’ τα χωριά. Δεν ήταν σκέτη ποταμιά, είχε κι σιάδια. Θ’μάμαι ένας είχι κι τα πρόβατα ικεί, ξεχείμαζι.

Να τρέχει του νιρό, δροσιά μιγάλη. Ξυπολιόνταν, έβγαζαν τα τσιουρέπια κι λαντζαρούσαν (πλατσούριζαν) στα νιρά.

Έψεναν κι καμιά γίδα, κι κρομμύδι στουμπ’σμένου, έτρουγαν πίτες, κρεασόπ’τις κι γαλατόπ’τις. Θεού χαρά!».

«Με το τίποτα φχαριστιόνταν!»


Παλιά Γιαννιώτισσα μολογάει:

«Το καλοκαίρι δε βαστιένταν η ζέστα. Έπρεπε να το φ’λάς το κεφάλι. Στο καταμεσήμερο δε σεργιάναγαν στο δρόμο. Κάθονταν στα σπίτια κι στ’ς οβορούς (αυλές), είχαν δέντρα.

Η ν’κοκυρά έρχ’νε νερά στον πλακοστρωμένο τον οβορό κι έρχονταν δροσιό. Φύσαγε κι λίγου αεράκι. Κι αρχίναγαν να κελαηδάν’ κι τα π’λιά.

“Α, μωρ’, γ’ναίκα”, έλεγε ο αφέντ’ς (σύζυγος), “βγάλε κάνα γκ’βά νιρό απ’ του μπ’γάδι, να βάλουμι μέσα τ’ γαράφα (καράφα) μι του τσίπ’ρου, ήρθα αποσταμένους (κουρασμένος)! Βάλε κι κάνα χυμον’κό (καρπούζι) στο γκ’βά. Έμασε η τσιούπρα κάνα κούμπλο (κορόμηλο) απ’ τ’ν κουμπλιά, να το δροσερέψουμε κι αυτό;

Η φτώχεια είχε τον τρόπο τ’ς να περάει καλά. Με το τίποτα φχαριστιόνταν. Μια στάλα τσίπ’ρο να ‘χαν οι άντρες ή δυο μπούνες (μούρα) να ‘χαν οι γ’ναίκες, δεν ήθελαν τίποτ’ άλλο!».

Καπέλα… μιας μέρας!


Επειδή όλοι οι χωρικοί ήταν και αγρότες, αυτό σήμαινε ότι το καλοκαίρι υπήρχαν πολλές δουλειές που γίνονταν κάτω απ’ τον καυτό ήλιο:

«Απ’ το Θερτή, π’ αρχίναγι ο θέρους, πάαιναμαν στα χουράφια να θερίσουμι. Αρχίναγαμαν προτού βαρέσει ου ήλιους. Κι άμα ήταν μακριά τα χωράφια, αφού δεν είχαμαν αμάξια κι πάαιναμαν περπατώντα, έπιανε η ζέστα πο’ ’φταναμαν στο χωράφι.

Τι να κάνουμι κι ιμείς... Έφκιαναμαν καπέλα με φτέρες, τά ‘βαναμαν για μία μέρα κι κοντά ξεραίνονταν οι φτέρις κι τ’ν άλλη τ’ μέρα έφκιαναμαν άλλου καπέλου μι χλουρές φτέρις, για να βαστάν’ τον ήλιο, να έχουμι κρυότη στου κιφάλι μας.

Όταν ήταν ο ήλιος καντήλι (κατακόρυφα από πάνω μας), 12-1 η ώρα το μεσημέρι, τι να βαστάξουν κι τα καπέλα μι τ’ς φτέρις... Ήταν πολλές μέρις π’ κράταγι η δ’λειά μέχρι το μεσημέρι. Στο θέρο, στο σκάλο ή στο καμάτι (όργωμα) πο’ ’σπερναμαν ρόκες (καλαμπόκια). Δεν είχαμαν ρολόια. Με τον ήλιο δούλευαμαν. Άμα ήταν μ’κρός ο ίσκιος, ήταν καταμεσήμερο. Καταχπάνω ο ήλιος. Άμα μεγάλωνε ο ίσκιος, ήταν γύρα τ’ς 3 το μεσημέρι.

Εμείς οι γ’ναίκις είχαμαν κι κάνα μαντήλι, σκέπη, φακιόλι. Εμείς οι νιότερες φόραγαμαν φακιόλια, άσπρα μαντήλια. Η σκέπη ήταν μαύρη, φόραγαν οι χήρες κι οι γριες.

Έκαναμαν λίγο μεσημέρι (δηλ. κάναμε μεσημεριανό διάλειμμα), έπιαναμαν τα ίσκια κι τ’ απόγεμα πάλι δούλευαμαν μέχρι να γείρει ου ήλιους».

Δεν υπήρχε άνθρωπος χωρίς σκέπη!


Στιλιστικές αλλά και ταξικές οι διαφοροποιήσεις, ανάλογα με το καπέλο, σύμφωνα με την αφήγηση συνομιλήτριάς μου:

«Στα παλιά τα Γιάννινα ήταν πολλά καπελάδ’κα πριν απ’ τον πόλεμο (ενν. 1940). Θ’μάμαι τ’ν καπελού τ’ς μάνας μ’, τ’ν έλεγαν Λιλή. Σαν όνειρο τ’ θ’μάμαι.

Πίλο το ‘λεγαν το καπέλο. Το θ’μάμαι κι αυτό. Έλιγι ου πατέρας μ’, “να ‘χετε υψηλό ήθος, για να σας βγάλει ο άλλος το καπέλο, να σας σέβεται”. Όποιος πάαινε βόλτα στο μώλο, σε χαιρέταγαν οι άλλοι βγάζοντας το καπέλο. Λίγο τ’ ανασήκωναν. Δεν έχ’ς ιδεί στα έργα (ενν. παλιές ταινίες); Όταν ήταν χρονιάρες μέρες, έλεγαν “Εις έτη πολλά!”. Κι έλεγε ο άλλος: “Το όμοιον!”.

Ο κοσμάκ’ς ο απλός έβγαζε τ’ν τραγιάσκα κι τ’ν κρατούσε στο χέρι ο μαύρος (δυστυχισμένος). Ή παλιά έβγαζαν το φέσι. Στα Γιάννενα λευτερώθ’καμαν 100 χρόνια απ’ τ’ν άλλη τ’ν Ελλάδα (ενν. 1913).

Μετά τ’ν απελευθέρωση οι εχούμενοι είχαν τ’ν τρίτσα, ψάθινο καπέλο, για το καλοκαίρι. Το χειμώνα φόραγαν ρεπούμπλικα, καπέλο από τσόχα βαριά.

Τότε δεν υπήρχε άνθρωπος χωρίς σκέπη. Οι γ’ναίκες φόραγαν κι αυτές. Οι αρχόντ’σσες είχαν καπέλα. Οι άλλες οι γ’ναίκες, η φτώχεια, όπως κι γ’ναίκες στα χωριά, φόραγαν το φακιόλι. Οι νέες φόραγαν άσπρα φακιόλια, με ύφασμα σαν από τσαντήλα (πανί με το οποίο στράγγιζαν το γάλα και το φρεσκοπηγμένο τυρί) (αραιής ύφανσης, για να αερίζεται το κεφάλι). Φακιόλι κι ποδιά δεν έλειπαν από καμία γ’ναίκα».

Τα δέντρα ενοχλούν…


«Για ίσκια είχαμαν τ’ς συκαμινιές, είχαμαν κι μία κουτσουμπιά όξου απ’ του σπίτι. Κάνει καλόν ίσκιου.

Άμα ήθιλις δροσιά μιγάλη, έπριπι να πας μες στου λόγκου. Ιμείς ήμασταν τυχεροί, τουν είχαμαν σιμά του λόγκου κι πάαιναμαν ικεί του μεσημέρι, πο’ ’χει δροσιά για να μας κολλήσει ύπνους. Ούτι μύγες έχει στου λόγκου. Κι έχει κι ησυχία, μαναχά τα τσιτσίκια λαλάν’ (τραγουδάνε).

Αλλά ου κόσμους πάαιναν κι στα πλατάνια, άμα ήταν σιμά κάνα ρέμα ή κάνα πουτάμι. Τα πλατάνια είνι καλύτιρα, γιατί φέρουν αέρα. Στου λόγκου δε φ’σάει αέρας.

Άμα πάαιναμαν για δροσιά στο ποτάμι, είχαμαν κι τσ’κάλι (χάλκινο κύπελλο) για να γεμίσουμι τ’ βαρέλα κι να πιούμι κι ιμείς νιρό.

Δεν έπαιρναμαν νιρό μέσα απ’ του πουτάμι (κοίτη), πάαιναμαν σι κανέναν άμπ’λα (πηγή στο επίπεδο του εδάφους), ικεί π’ αμπλύζει του νιρό για να πάρουμι μι του τσ’κάλι κι να γιμώσουμι τ’ βαρέλα».


Αναπόφευκτη βέβαια η σύγκριση με το σήμερα… Από τότε που έχασε τη γυναίκα του, ο 92χρονος πληροφορητής μου μένει πλέον με την οικογένεια του γιου του. «Καλά ήμαν στο σπιτάκι μ’, εκεί ήταν καστέλι, διάσελο, φύσαγε αεράκ’ς. Αλλά τώρα είμ’ εδώ (ενν. στο σπίτι του γιου του), σα μ’σαφίρ’ς. Είχαν μία κουτσουπιά εδώ απόξω κι τ’ν έκοψαν από ρίζα! Ήθελα να ’ξερα, τι τ’ς έφταιγε το κλαρί κι τό ’κοψαν; Είχε κι καλό ίσκιο…», μου είπε με μελαγχολία ο ηλικιωμένος σε μια στιγμή που μείναμε οι δυο μας.

«Έπρεπε να το κόψουμε γιατί έπεφταν φύλλα, ειδικά το φθινόπωρο… δράμα!», ήταν το επιχείρημα των νεοτέρων όταν το έφερε η συζήτηση. Κατά τις 12 το μεσημέρι όμως, οπότε… έσφιξε η ζέστα, πρότειναν εγκλεισμό στο σπίτι:

-Πάμε καλύτερα μέσα, έχουμε κλιματιστικό!

Δροσιά κάτω απ’ τα ντούσκα


Καλός ο ίσκιος, αλλά ακόμη καλύτερα να υπάρχει κι ένα πεντανόστιμο φαγητό…

«Τα ντούσκα (δρύες) έχουν καλό ίσκιο, φ’τρώνουν πασχαλομάνσιες (αγριολούλουδο, αυτοφυείς νεραγκούλες), μυρολούλουδα, σουρλίνες (άγρια ραδίκια), γιούλια κι άλλα λουλουδάκια. Αλλά από κάτου απ’ του έλατου κι του πεύκου δε φ’τρώνει τίπουτα, γιατί το ρετσίνι είναι σαν κατράμι (επειδή είναι ρητινώδη, και το ρετσίνι που πέφτει στο έδαφος δεν αφήνει να φυτρώσουν άλλα φυτά, σαν να είναι καλυμμένο με πίσσα).

Στα Ζαγόρια του καλουκαίρι, άμα είχαν οξωδ’λειά (δηλ. εξωτερική, αγροτική περιουσία), το μεσημέρι πάαιναν στα κλαδερά (δάσος με ντούσκα) για δροσιά. Έβαναν καταή ένα φτα (πανί), από κάμποτο ή αλατζιά. Έκαναν κι τ’ς ποδιές απ’ τ’ς μπρατίμ’δες (άνευ αμοιβής σερβιτόρος στον γάμο) μ’ αυτό το φτα. Ε, μ’ αυτό π’ κάνουν τώρα τα τραπεζομάντ’λα.

Άπλωναν το φτα κι απάν’ έβαζαν το τεψί μι του μπριάμι ή πίτα. Δεν έλειπε η πίτα ποτέ!

Αφού έτρωγαν καλά, έρχ’ναν κι έναν ύπνου.

Κι σηκώνονταν πάλι για να πάν’ στον έργο! “Δεν τελείωσε ο έργος ακόμα!”, έλιγι η γιαγιά μ’».

Ο βαρύς ίσκιος της συκιάς και της καρυδιάς


Ο «βαρύς ίσκιος» είναι δύσκολο να να ερμηνευθεί λεξικογραφικά, έστω και με περιφραστικό τρόπο. Η βασική σημασία είναι ότι ο «βαρύς ίσκιος» (όπως πιστεύεται) προκαλεί κακή διάθεση, έως σοβαρά προβλήματα υγείας. Τον λόγο έχουν οι συνομιλητές/τριές μου:

«Η καρυά κι η συκιά έχουν βαρύν ίσκιου, περισσότιρου η συκιά. Έλιγαν οι παλιοί, να μην κοιμηθείς απ’κάτου απού συκιά ή καρυά.

Δεν του ’χαμαν σι καλό να κοιμάμαστι απ’κάτ’ απ’ τ’ συκιά. Άμα κοιμηθείς απ’κάτ’ απ’ τ’ συκιά, παθαίν’ς! Μπουρεί να σι βαρέσει κι ταμπλάς, να πάθ’ς ψύξη, κι να στραβώσει του τσιαούλι (το σαγόνι)».

«Ου ίσκιους αυτός είνι βαρύς, γιατί άμα κάτσεις απ’κάτου, σι πονάει του κιφάλι.

Όποιους πέσει απού συκιά, σκοτώνεται. Τ’ν έχει καταραμένη... ο Αδάμ μι του σύκου! Δεν του ξέρ’ς αυτό ισύ; Τουν έβαλι η Εύα κι έφαγι του σύκου. Γι’ αυτό είνι καταραμένη η συκιά! Απού τότι, μιτά τουν… κατακλυσμό!

Η καρυά έχει... πικρό ίσκιο. Καλόν ίσκιου έχει, αλλά είνι πικρός, όπως είνι πικρό του ζ’μί απ’ τ’ν καρύδα τ’ χλωρή π’ τ’ στουμπάς.

Τα παλιά τα χρόνια, είχαν ψάρια όλα τα κουτσοπόταμα, τα λαγκάδια.

Κι τ’ν άνοιξη, μόλις παίρουν τα νιρά κι ρηχώνουν, στύβουν (στερεύουν), όπως θέλ’ς γράψ’ του, κατηφορίζουν τα ψάρια, για να βρουν πουλύ νιρό.

Στο χωριό μ’ είχι ψάρια σ’ αυτά τα κουτσολάγκαδα, πέστρουφα, του καλύτιρου ψάρι.

Στούμπαγαν γαλατσίδα (φλόμο) κι χλωρές καρύδες μ’ όλο το κουκούλι (καρύδια μαζί με το κέλυφος) κι το ‘ρ’χναν μέσα στο βρούλι κι δηλητήριαζε τα ψάρια κι ψόφαγαν τα ψάρια κι τα ‘τρωγαμαν ιμείς.

Δεν είχαν δηλητήρια, δε μας πείραζαν, ήταν άβλαβα αυτά.

Αυτά π’ σ’ μολογογάου γένουνταν τα παλιά τα χρόνια, προτού τουν πόλιμου».

Κυνηγούσαν τον ίσκιο και τις βρύσες!


Συνεχίζονται οι απολαυστικές και δροσερές οι συζητήσεις με τους ηλικιωμένους… Καλοσυνάτη 86χρονη μολογάει:

«Παλιότερα, π’ δεν είχαμαν τα μέσα (ενν. ανέσεις) που ‘ναι σήμερα, αρκοντίσια πώς τα λέν’, κυνήγαγαμαν τον ίσκιο. Ε, να μην είμαστε κατά ηλιού. Μπροστά στο σπίτι ο καθένας είχε κλαριά, κι άγριγια κι ήμερα. Μπορεί να ‘ταν σκαμνιές (μουριές), αριές, πουρνάρια.

Αλλά είχαμαν και κρεβατίνες, κλήματα. Εμείς έχουμε κι τώρα κρεβατίνα, ζαμπέλα (μικρόρωγο μαύρο σταφύλι), για να βγάνουμε κι τσίπ’ρο.

Κάθομασταν απόξω στον ίσκιο, το ζύι μεσημέρι. Μέχρι να βάλει απόειο (απόγειο), δειλινιάτ’κο αέρα. Αυτό τ’ απόειο είνι καλοκαιρ’νός αέρας. Δεν είναι βοριάς, π’ κρατάει δέκα μέρες. Κι ο χειμαστής βοριάς είναι, δεν κρατάει πολύ, αλλά κάνει ζημιές. Πετάει τσίγκια (τσίγκους), στέγες…

Για τ’ ζέστα τ’ μεγάλη, είχαμαν κι τ’ς βρύσες. Άμα θερμαίνομασταν (παθαίναμε ηλίαση), έβρεχαμαν ένα μαντήλι με κρύο νερό, να μας αφήκει η θερμασιά.

Το καλοκαίρι άμα ήμασταν μέσα στα σπίτια, άφ’ναμαν αν’χτά πόρτες, παραθύρια, λάκα, τέντα (ορθάνοιχτα)! Αλλά υπούφερναμαν απ’ τ’ς μύγες κι απ’ τα κ’νούπια… Με τι να τα πολέμαγαμαν… Δεν ήταν τότε φάρμακα κι τέτοια (ενν. εντομοαπωθητικά). Ο σωσμός (σωτηρία) μας ήταν άμα τράβαγε αέρας, να γλιτώσουμε. Δε μπορούν να πετάξουν τα κ’νούπια. Αλλά έβαναμαν σ’ ένα μπακράτσι (σιδερένιος κουβάς) κότσιαλα (ξυλώδεις κορμούς καλαμποκιού), τα ‘καιγαμαν, κάπνιζαν αυτά κι έφευγαν τα κ’νούπια. Τα μπακράτσια τρύπαγαν απ’κάτου, ξεπατιάζονταν, γιατί τα ‘χαμαν να βγάνουμι νερό απ’ το π’γάδι».

Πάμε στο... φτερούσιο;


Παλαιότερα τα φτερούσια (μέρη όπου φύονταν φτέρες) ήταν δυσεύρετα, γιατί οι φτέρες ήταν πολύτιμες: χρησιμοποιούνταν ως στρώματα σε κρεβάτια, για καπέλα στον θερισμό, αλλά και για να φτιάχνουν ένα είδος σκίαστρου, αν η κληματαριά ήταν αραιά.

«Τα παλιά τα χρόνια, π’ δεν είχαμαν λεφτά για ν’ αγοράσουμε τσίγκια ή νάιλα, έκοβαμαν φτέρες για να φρεντζώσουμε (καλύψουμε) τ’ν καλύβα, να μην περάει το κρύο. Άμα τράβαγε ένας αεράκ’ς πέραγι μέσα η δροσιά στα τσιόλια. Έβαζες τ’ φτέρες για να κλειεις τ’ πόρους.

Το Θερτή άμα οι γ’ναίκες δεν είχαν καλαμάτες (καλαματιανά μαντήλια), έβαναν απάνου στου κεφάλι φτέρες για κρυοτούλα. Όχι όπως τώρα π’ κάθεται ο κόσμος μέσα στα σπίτια… κι υποφέρει πόσο θα πάει η ζέστα (ενν. πόσο θα ανέβει η θερμοκρασία)… π’ τ’ράει (τηράει: βλέπει) στ’ν τηλεόραση. Αφού δε δ’λεύει κανένας τώρα όξω. Κάθεται μέσα και τ’ράει τ’ν τηλεόραση...

Οι άντρες φόραγαν καπελάκια, φκιασμένα με πανί, σκέτο. Κι από μέσα ένα χαρτόνι για να στέκει. Και το ‘βαναν στο κεφάλι. Και το φύλαγαν αυτό το καπέλο… σαν τ’ χήρα το κακό τ’ς (ενν. την τιμή!). Αφού δεν είχαν τίποτ’ άλλο, μωρέ Βασίλη μ’... Τι να έκανε ο κόσμος…

Ήταν οι πολέμοι, όλα τα κακά τότε. Έφευγε ο καθένας απ’ τ’ς 4 η ώρα το πρωί για να μην τον πάρει η ζέστα κι να μην πάει χαμένο ούτε ένα αστάχυ! Ήταν ένας εδώ κι πάαινε πίσω απ’ τ’ άλογο! Όπως πέραγε τ’ άλογο μέσα απ’ το λόγκο φορτωμένο με σιτάρι, έκρουγαν (ακουμπούσαν) από ’δώ κι από ’κεί τα κουντούρια (μεγάλα δέματα δημητριακών) κι κόβονταν τα στάχυα. Ήταν αγριεμένο (πολύ ξερό). Κι κόβονταν κι κάνα στάχυ. Αυτός πάαινε πίσω απ’ τ’ άλογο κι μάζωνε τα στάχυα στον τροβά, να μην πάν’ χαμένα, να τα πάει στο σπίτι κι αυτά».


Το ευλογημένο κλήμα


Αναπόσπαστο στοιχείο του παραδοσιακού σπιτιού θεωρείται η κρεβατίνα, δηλ. η κατασκευή πάνω στην οποία στηρίζεται η κληματαριά της αυλής…

«Βλοημένου του κλήμα. Να φ’τρώνει κι στα λιθάρια! Απόξου απ’ του σπίτι μας έχουμι τρία κλήματα: ζαμπέλα, αητονύχι (τραγανό ροζέ σταφύλι επιτραπέζιο) και μαυρούδι (επιτραπέζιο αλλά και για οινοποίηση).

Τ’ ζαμπέλα τ’ν έχουμι για να βγάζουμι τσίπ’ρου. Δεν το πίνουμι ιμείς, το ‘χουμι για κέρασμα και για φιλιές (δώρα). Αλλά τ’ ζαμπέλα τ’ν τρώμι κιόλα, γιατί μοσκοβολάει. Ιμένα μ’ αρέει μι ψουμί κι μι τυρί.

Αυτά τα τρία κλήματα ανταμώνουν (ενώνονται) στ’ν ίδια κρεβατίνα. Για να ‘χουμι σταφύλια, αλλά κι ίσκιο παραδέ (κυρίως). Είναι καλό να ‘χ’ς ένα κλήμα όξω στ’ μάντρα σου (αυλή). Τα ‘χουμι πουλλά χρόνια αυτά τα κλήματα.

Το καλοκαίρι έχει δροσιά μεγάλη άμα έχ’ς κρεβατίνα, δε μας περονιάζει ζέστα. Κι δε βαρεί ήλιος, αφού είμαστε απ’κάτου τα κλήματα.

Κανιά χρονιά, άμα τα πάρει αστένεια (φυτονόσος), φαγκρίζουν τα κλήματα, περονιάζει ο ήλιος ψ’λά μας, αφού πέφτουν τα ξερόφ’λλα. Για να μη μας βαρεί ου ήλιους, αφού έχει τέτοια φαλαγγάρα (κενό) το κλήμα, βάνουμι φτέρις ή κάνα χιράμι.

Το καλοκαίρι, άμα έχ’ς κι κλήμα απόξου, φ’σάει αεράκ’ς, μαΐστρος από μέσα (νότιος). Άμα έχει όστρια, ψένομαστε! Δε φ’σάει άχνα (παραμικρή πνοή) αεράκ’ς!».

Τα πρόβατα σταλίζουν... οι βοσκοί ροχαλίζουν!


Ας δούμε τώρα τι έκαναν οι παλιοί τσοπάνηδες στο κατακαλόκαιρο…

«Το καλοκαίρι, η πρατίνα δεν αντέχει τ’ν πολλή τ’ ζέστα. Κι θέλει να βοσκήσει όταν κρυώσει η ώρα, τότι π’ θα γείρει ο ήλιος.

Τα πρόβατα βόσκαγαν κι οι τζιοπαναραίοι γιόμ’ζαν τσιμπούκια μι καπνό. Είχαν κι τουν πρυγιόβουλου, ίσκνα κι στουρνάρι (υλικά για άναμμα φωτιάς) κι άναφταν τ’ν ίσκνα κι τ’ν έβαναν στου τσιμπούκι μι τουν καπνό κι καπίνιζαν.

Κι έλιγαν κι κ’βέντις κι τραγούδαγαν κιόλα! “Τούρκοι, κρατάτε τ’ άλογα, λίγο να ξανασάνουν. Να χαιρετήσω τα βουνά και τις κοντοραχούλες. Ν’ αφήσω διάτα στα παιδιά και στους καπεταναίους. Να χαιρετήσω και μια νια, χρόνια την αγαπάω”. Τέτοια τραγούδια τραγούδαγαν κι βάρ’γαν (έπαιζαν) κι τ’ φλοέρα. Όσα βάρ’γι η φλοέρα, δεν παίζουντι ούλα τα τραγούδια μι τ’ φλοέρα.

Τουν Οκτώμβριου π’ στρίβουν οι ρόκες (ωριμάζουν), έπαιρναν ροκόφ’λλα, απ’ του ρόκα, κι αυτό του ‘χαν για χαρτί, για να στρίβουν τσιγάρες. “Έλα να φκιάσουμι τσιγάρις”, έλιγαν».

Η τσιατούρα


Η δουλειά του παραδοσιακού βοσκού είναι πολύ δύσκολη για πολλούς λόγους. Ο βασικότερος; Είναι πάντα εκτεθειμένος στις καιρικές συνθήκες...

«Οι τζιομπαναραίοι, για να μην τ’ς βαρεί ντάλα ο ήλιος, έφκιαναν κάτι σαν τσιατούρα (πρόχειρη αχυροκαλύβα). Έμπ’χναν μεγάλα ξύλα μακριά, τα τσίτωναν (έμπηγαν) λίγου στου χώμα, κι τ’ αντάμωναν (ένωναν) στ’ν κορφή. Ανάμεσα στα ξύλα έβαναν κι άλλα λιανότερα, λιανοκλάδια, κι ικεί έπλεγαν τ’ άχυρου σιγά σιγά. Έβαζαν μιγάλις τούφις απού άχυρο, στ’ν κορφή πουλύ κι χαμ’λότερα λιγότερου. Εκεί π’ δεν ανταμώνουνταν καλά τα ξύλα, έβαναν κι άλλα κλαδούρια, κι πάλι άχυρου κι πάλι άχυρου, κι έτσι σκιπάζουνταν όλη η καλύβα μι άχυρου. Κι είχαν δρουσιά του καλουκαίρι.

Αυτή η δ’λειά γένουνταν τότε π’ φύλαγαν τ’ αμπέλια. Γιατί στου Καπέσοβο γένουνταν αργά τα σταφύλια, μέχρι τ’ς 15 Οκτωμβρίου. Μέχρι τότι κρατούσε, ήταν καλός καιρός, αλλά ύστερα έπιαναν τα πρωτοβρόχια κι τα κρύα, αλλαξοκαίριαζε»!

Οι βλάχοι κοιμάνταν κατά ηλιού!


Ας μεταφερθούμε τώρα μέσω της αφήγησης στα μονίμως δροσερά Τζουμέρκα:

«Οι βλάχοι στα β’νά του καλουκαίρι έσφαζαν πρατίνες κι τ’ς έψεναν μονοσούφλι, στ’ σούφλα π’ λέμι. Κι είχαν στρώματα απ’ τα κλωναροέλατα, σκούπες (κλαδιά). Οι σκούπες ήταν φρέσκιες, καθαρές. Αυτές είχαν κι για τραπεζομάντηλα. Κι για χαρτουπιτσέτα είχαν του χέρι, του μανίκι απ’ του σακάκι, απ’ τουν αναγκώνα κι κάτου. Σφούγγαγαν τα μ’στάκια! Γιατί είχαν μ’στάκια οι άντρις κι γένουνταν άσπρα απ’ του ξύγκι, σα να ’ταν χιόνι!

Αν έκανι κρύου, ακόμα κι του καλουκαίρι, ιπειδής κάνει κρύου στα β’νά, οι βλάχοι κοιμάνταν κατά ηλιού, σα γελάδια! Τα γελάδια στουν ήλιου κοιμάνται.

Του μεσ’μέρι π’ π’ρώνει (πυρώνει: καίει) ου ήλιους, κάθουμασταν στ’ απόσκιου. Τα πρόβατα στάλιζαν στουν ίσκιου. Τα γίδια κοιμάνται κι αυτά στουν ήλιου. Άμα τα γίδια μαζωχτούν στουν ίσκιου, βρέχει. Το ξέταζαμαν (παρατηρούσαμε) πουλύ αυτό.

Στα ζερβά, τ’ ανήλια, κάνει ουλουένα κρύα, δε ζεσταίνει ου καιρός. Άμα ένα χουριό είνι στου προυσήλιου, είνι καλά όλα, ό,τι κι να ’χ’ς, ημεραίνει ό,τι έχ’ς. Άμα έχ’ς ένα ντοματόκηπου στου προσηλιακό, κι ρίξεις κι φ’σκί (φουσκί: κοπριά) γίδιο, γιδοφούσκι, θα φας ντουμάτις γλύκισμα!

Το ζερβό (ανήλιο, δυτικό) αντέχει καλά απού δίψα, βαστάει. Γένουντι θηριότιρα, Βασίλη μ’, τα πωρ’κά στου ζιρβό, πιο φουσκουτά, αλλά δεν είνι νόστ’μα, αφού δεν τα βλέπει ου ήλιους. Είνι σα να έχ’ς μια λιανή κοπέλα στ’ν αγκαλιά, είνι νόστ’μη, κι να ’χ’ς κι μία γιομάτη, χουντρή. Για να του βαρέσουμι κι λίγου στου καλαμπούρι…

Τι να πούμι… Πέρασαν τα χρόνια μας… Τότι π’ μπόρ’γα (μπόρεγα: μπορούσα) είχα μιγάλου κουπάδι, ήμαν τζιουπάνους. Τώρα π’ γέρασα κι δεν έχου ούτι ένα αρνί, ραγίζομαι (καταθλίβομαι)! Λέου, να πάου ν’ αγουράσου τέσσιρα αρνάκια, έτσι να τα ’χου…».

Βασική μέριμνα ο ίσκιος


Τη σκυτάλη της αφήγησης παίρνει η σύζυγος του παραδοσιακού κτηνοτρόφου:

«Ό,τι ύπαρχε (υπήρχε)... Έπριπι να φκιάσεις ίσκιου (σκίαστρο). Αν δεν είχε ο τόπος ελάτια ή πλατάνια, έφκιανες φκιαστόν (τεχνητό) στάλο για τα πράματα (πρόβατα).

Έκοβες φούρκες, ξύλα, μεγάλες τέμπλες, τεμπλάρια, κι έβανις αποπάνου φτέρις ή έλατα ή πλατάνια, κλαριά απού πλάτανου μι πλατανόφ’λλα, για να κρατάν’ τουν ήλιου απάνου.

Του μεσημέρι στάλιζαν ικεί μέχρι να ’ρθει τ’ απόγεμα για να σκαρίσουν, να πάν’ για βοσκή.

Τα παλιά τα χρόνια, τα ’βγαναμαν του βράδυ, στο μεσονύχτι. Τρώγαμαν κι ιμείς λίγου ψωμότυρου κι έβγαναμαν για σκάρου τα πρόβατα, να βουσκήσουν λιγάκι μι τ’ δρουσιά.

Τότι δεν είχαμαν λιφτά για να τα ταΐσουμι μι καρπό (ζωοτροφή)! Δεν ύπαρχε καρπός! Καρτέρ’γαμαν να έρθει ένα καράβι στ’ν Πρέβεζα, να φέρει καλαμπόκι κι κριθάρι, να φοδιαστούν οι αποθήκες τ’ς τραπέζης (ενν. Αγροτικής). Δεν είχαμαν λιπτά, για ν’ αγοράσουμι μαναχοί μας.

Είχαμαν καρτέλες ο καθένας, όλοι είχαμαν απού ένα τέτοιου φύλλου στ’ν τράπεζα. Ικεί τα χρέουνε».

Τα δεντροκρέβατα


Μια ευρηματική λύση, την οποία θυμάμαι ως εικόνα της παιδικής μου ηλικίας, ήταν τα κρεβάτια που έφτιαχναν οι χωρικοί το καλοκαίρι είτε κάτω από ένα δέντρο είτε πάνω σ’ αυτό:

«Εκειά τα χρόνια, οι γουνέοι μας κάθονταν στο ποτάμι το καλοκαίρι, για να βοσκάν’ τα πράματα (γιδοπρόβατα). Είχε κι εκεί ζέστα το μεσημέρι. Θ’μάμαι ήταν ένας γεροντάκ’ς κι είχε φκιάσει κρεβάτι όξου, απ’κάτου από ένα κλαρί, αλλά όχι ύψου μεγάλο.

Πώς του ‘χι φκιάσει; Έμπ’ξι τέσσιρις φούρκες, έβαλε σταυρωτά κι τεμπλάρια, ξύλα λιανά, όχι ματέρια. Πώς αλλιώς θα έστεκαν οι φτέρες;

Αχπάνου είχε βάλει φτέρις χλωρές. Κι απάνου έβαλι ένα σάισμα (χράμι). Εκεί κοιμάνταν τα μεσημέρια κι τ’ νύχτα.

Άμα σ’ μολοήσω τι έπαθε ένα βράδυ… Κοιμάνταν ξενουσιασμένος (σε βαθύ ύπνο, δεν καταλάβαινε τίποτα) κι νειρεύονταν. Είειδε στον ύπνο του ότι πάει ένα αγριόγ’ρουνο να τουν δαγκώσει…

Κι αυτός έλιγι “Γουτς, γουτς…”, για να προγκήσει (διώξει) το γ’ρούνι. Γιατί τα ‘γλεπε στο είνορο αυτά.

Λίγου λίγου, πέρα κι πέρα στου κρεβάτι, έφευγε ακόμα (προχωρούσε προς την άκρη)… Δεν ήνιωθε (καταλάβαινε) τίποτα! Έφευγε πέρα! “Γουτς… Γουτς…”. Τ’ δίνει μία… κι έπεσε καταή! Τότι ξύπνησι! Κόντεψε να σκοτωθεί… για να γλιτώσει απ’ του γ’ρούνι!».


Στον καιρό του πολέμου…


Στη διάρκεια της Κατοχής ο κόσμος δεν έμενε στα χωριά. Τόσο οι κάτοικοι όσο και τα ζώα τους κρύβονταν στο δάσος, για να γλιτώσουν από τις θηριωδίες των κατακτητών. Συνομιλητής μου θυμάται τη σκληρή αυτή εποχή:

«Από ανάγκη ο κόσμος έφκιαναν κρεβάτια όξω, θηρία κρεβάτια, να ‘χει χώρο να παίρει 5-6 ανθρώπ’ς. Κι μπορεί να ‘βαναν κι αποπάνω στέη, φτέρες για να ‘χει καλό ίσκιο, να κοιμάσαι το μεσημέρι και να φ’σάει αεράκι, απόγειο.

Ανέβαιναν με σκάλα σ’ αυτά τα κρεβάτια κι κατέβαιναν σιγά σιγά, για να μην τσακ’στούν.

Ο πατέρας μ’ ο μακαρίτ’ς ήταν σουφλερός, επιτήδειος (πολυμήχανος, επιδέξιος), σοφίζονταν πολλά πράματα.

Το καλοκαίρι του ’43, που ‘ταν ο πόλεμος, για να γλιτώσουμε π’ γένονταν χαμός απ’ τα τ’φέκια, πήγαμαν κείθε στα Παλιοκόνακα (τοποθεσία εκτός χωριού), εκεί κάθομασταν με τα πράματα. Θ’μάμαι πολύ καλά που ‘ταν το ’43.

Ο πατέρας μ’ είχε φκιάσει ένα κρεβάτι έπαιρνε 5 άτομα, αλλά έβαλε κι αποπάνω σκεπή με στέη από βρίζα.Στέη είναι τ’ άχυρο π’ μένει απ’ τ’ βρίζα (σίκαλη.

Αυτό το κρεβάτι μάς χώραγε και τ’ς 5, εγώ, τ’ αδέρφια μ’ κι η βάβω (γιαγιά). Οι γονέοι μ’ πηγαινοέρχονταν στο χωριό για να πάρουμε λίγο ψωμί, αλλά δεν κάθομασταν εδώ στο χωριό, γιατί ήταν η πλασιά (εναλλασσόμενη καλλιέργεια) στα Παλιοκόνακα. Πρωιμιά.

Το κρεβάτι ήταν σαν καλύβα, ήταν σκεπασμένο αποπάνω και γύρα-γύρα, έμπαινες από μπροστά. Άντεχε και τ’ βροχή, αφού ήταν σκεπασμένο με βρίζα.

Και αντί για στρώμα είχαμαν φτέρες κι ένα χιράμι από λινάρι.

Κάνα μέτρο ήταν απ’ τον πάτο (έδαφος), δεν ήταν πολύ ψ’λό, έφτανες χωρίς σκάλα ν’ ανεβείς».

Έσκαγε ο τζίτζικας απ’ τη ζέστη!


Αλήθεια, πὠς ἠταν τὀτε ένα ταξἰδι με το λεωφορείο καλοκαιριάτικα; Ευγενέστατος χρονομάρτυρας εξιστορεί:

«Το ’49 ήμαν 15 χρονών, τότε πρωτοπήγα στ’ν Αθήνα. Άρτα-Αθήνα 12 ώρες, έφ’γα απ’ τ’ν Άρτα το πρωί στ’ς 6 η ώρα, απ’ τ’ν πλατεία Κιλκίς, για να πάμε στ’ν Κουμουνδούρου, εκεί πάαινε το ΚΤΕΛ τ’ς Άρτης κι ξεφόρτωνι.

Αύγουστος μήνας, 25 Αυγούστου. Οι μ’σοί καπίν’ζαν μέσα στου λεφουρείου! Τι λεφωρείου… Καρνάβαλους!

Καπίν’ζαν λαθραίου τσιγάρου (στριφτό), με τ’ν τσιαραντάνα (δερμάτινη σακούλα για καπνό). Έκανε ζέστα πουλλή, έσκαγε ο τσίτσικας! Αλλά εμείς δε ζεσταίνομασταν κι πολύ, γιατί δεν υπήρχε τότε χοντρός. Νηστ’κοί ήμασταν όλοι απ’ τα χωριά, γλαβίτσια (σα λεπτές βέργες).

Ήταν σκληρός ο κόσμους τότε. Είχε ανάγκη ο βλάχος απ’ τ’ ζέστα το ’49; Πέρασε τόση κακουχία με τ’ς πολέμους, η ζέστα θα τον πείραζε; Τήραγε να φτάσει στ’ν Αθήνα, να τον συμμάσει κάνα πιδί, να πιει ένα ποτήρι νερό κρύο. Έτσι ήταν η ζωή τότε…

Στο λεφωρείο είχαν τα παραθύρια αν’χτά, αλλά τι δροσιά να φέρει τον Αύγουστου του παραθύρι; Ποιος ρώταγε (ενδιαφερόταν) για ζέστα; Δε μας έγνοιαζε τότε. Τήραγε ο άλλος να φτάσει στ’ν Αθήνα, το μεγάλο το χωριό. Ακόμη δεν έχει γένει κράτος (ενν. μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο).

Το ‘ζησα στο τομάρι μ’ αυτό π’ σ’ λέου... Η πρώτη φορά π’ πήγα στ’ν Αθήνα. Ήθελα να πάω στο Ναυτικό, σε μία σχολή ναυτικών δοκίμων, αλλά επειδή έγειρε (έδυσε) ο ήλιος τότε πο’ ’φτασα, δε με δέχτ’καν γιατί ήμαν εκπρόθεσμος. Κι τ’ν άλλη μέρα, τ’ς 26 του μηνός, πήγα κι παρακάλεσα κι με δέχ’καν. Δε με δέχ’καν τ’ν πρώτη μέρα, αφού άργησε το λεφωρείο.

Εγώ δεν ήξερα να σταματήσω στο Σκαραμαγκά, αφού δεν είχα ματαπάει στ’ν Αθήνα. Πήγα στ’ν πλατεία Κουμουνδούρου, ήρθε ένας συγγενής μ’ και με πήρε και πήγαμαν μαζί στο Σκαραμαγκά…

Αλλά εντέλει δε με κράτ’σαν στο Ναυτικό, γιατί μο’ ’βγαλαν πλάκες (ακτινογραφίες) κι είδαν ότι είχα παλιά πλεμονία.

Παραπονιόνται τώρα ου κόσμους για τ’ ζέστα… Εγώ δούλευα στ’ς κολόνες (ενν. ΔΕΗ), ακόμα κι του καλουκαίρι τα μεσημέρια! Έβαναμαν κολόνες με τα χέρια κι δεν είχαμαν κι γάντια. Κι να βρομάει η πίσσα…».


**

Η ύπαρξη του κλιματιστικού θεωρείται αυτονόητη για τους περισσότερους, με τεχνικά χαρακτηριστικά ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες των καταναλωτών. Κι όμως, και πάλι κανείς δεν ευχαριστιέται. Όπως μου είπε κουνώντας μελαγχολικά το κεφάλι ένας σεβάσμιος ηλικιωμένος:

«Τώρα ολούθε τσακώνονται ο κόσμος με τ’ αρκουντίσιου! Κι στα σπίτια κι στ’ αμάξια… Έτσι κάνουν κι τα πιδιά μ’ κι τ’ αγγόνια μ’… “Μην τ’ ανοί’ς πουλύ! Ζήβα το (κλείσ’ το)! Ιγώ δεν του θέλου… Πούντιασα”! Άλλους του θέλει πουλύ γιατί ζεσταίνεται. Δεν ξέρουν ου κόσμους τι τ’ς φταίει για να τσακωθούν όλη τ’ν ώρα…».


*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, κλασικός φιλόλογος, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Κάτσε να σου μολογήσω – Ηπειρώτικες ιστορίες από το παρελθόν που μιλούν στο παρόν» (εκδ. Αλεξάνδρεια).


Email: vasilis.malisiovas@gmail.com

LinkedIn: Vasilis Malisiovas



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ