Αναρτήθηκε στις:30-06-21 11:37

Βδέλλα: Το αιμοβόρο φάρμακο… διά πάσαν νόσον!


Κείμενο-φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*


«Μου έγινε βδέλλα», «Μου κολλάει σαν βδέλλα». Όλοι γνωρίζουν τι σημαίνουν αυτές οι δύο φράσεις, ότι κάποιος δηλαδή είναι προσκολλημένος πάνω μας, δεν μας αφήνει να ανασάνουμε.

Αυτή είναι η μεταφορική σημασία. Υπάρχει όμως και η κυριολεκτική, που τη θυμούνται σαν να ήταν χθες οι πολύτιμοι χρονομάρτυρές μου, οι οποίοι ανακαλούν στη μνήμη τους τη βδέλλα σαν γιατρικό αλλά και σαν μάστιγα!

Από τον βάλτο… στο κουρείο!


Η βδέλλα, το κυριολεκτικά αιμοδιψές είδος σκουληκιού που ζει σε βάλτους, χρησιμοποιούνταν μέχρι περίπου τα μέσα του προηγούμενου αιώνα ως ένα πρακτικό μέσο για την αντιμετώπιση της υπέρτασης αλλά και άλλων ασθενειών. Οι βάλτοι γεμάτοι από βδέλλες, οπότε η αφαίμαξη γινόταν είτε εκούσια είτε ακούσια…

Παλαιότερα, δίπλα απ’ το Πέραμα Ιωαννίνων είχε πολλά έλη, όπως επίσης και στα χωριά Λαψίστα, Πρωτόπαπα, Πετσάλι, κάποτε παραλίμνιες περιοχές (πριν από την αποξήρανση). Οι Περάτες (κάτοικοι Περάματος) έμπαιναν στα έλη ξυπόλυτοι αλλά και χωρίς παντελόνια, έτσι ώστε να προσελκύσουν βδέλλες στα πόδια τους, τις οποίες στη συνέχεια αφαιρούσαν και, για να τις μεταφέρουν, τις έβαζαν σε γυάλινα μπουκάλια, εξαιρετικά σπάνια τότε, και τις πουλούσαν στα Γιάννενα.

Περισσότερες βδέλλες όμως συγκέντρωναν πάνω τους τα πάρα πολλά βοοειδή που υπήρχαν τότε στην περιοχή. Ηλικιωμένη αφηγήτρια μολογάει: «Εκεί βόσκαγαν πολλά γελάδια. Τα ποδάρια τ’ς ήταν γιομάτα βδέλλες. Τ’ς έπαιρναν οι χωριάτες κι τ’ς ήφερναν στα Γιάννινα, τ’ς πούλαγαν, ήταν εμπόρευμα. Τ’ς πούλαγαν στα κουρεία, στα φαρμακεία κι στα μπακάλικα. Φτωχομάγαζα ήταν αυτά. Θ’μάμαι κρέμαγαν όξω απ’ τ’ν πόρτα γαράφες, μπουκάλες γυάλινες, με μεγάλη κοιλιά (μήκος). Και μέσα αναδεύονταν (κινούνταν) οι βδέλλες, λιανές λιανές. Οι γαράφες ήταν άσπρες (διαφανείς), για να φαίνεται η πραμάτεια».

Η είσοδος στον βάλτο ήταν συνώνυμο της θανάσιμης παγίδας:

«Κάποτε ένα παιδάκι πήγε στο βάλτο να μάσει (μαζέψει) τα γελάδια του, γιατί πέρασε η ώρα. Έκατσε πολλή ώρα για να τα συμμάσει… Αδύνατο ήταν το παιδάκι, τι να έτρωγε… Κι κόλλησαν οι βδέλλες απάνω του! Λίγο αίμα είχε, λιγοθύμ’σε το καψαρό! Ίσια (μόλις) π’ το πρόλαβαν, το ‘βγαλαν όξω. Γλίτωσε το παιδί! Βασαν’σμένος κόσμος…».

Οι μπαρμπέρηδες-γιατροί!


Οι μπαρμπέρηδες του παλιού καιρού, εκτός από κούρεμα και ξύρισμα, παρείχαν και… ιατρικές υπηρεσίες!

«Στα Γιάννινα έψαχναν στ’ς βάλτους, γύρα γύρα η λίμνη βάλτωνε… Τα μ’κρά παιδιά, τ’ δημοτικού, τα φτωχόπαιδα, πάαιναν στ’ς καλαμιώνες, μάζωναν τ’ς βδέλλες, έπιρναν καμιά δεκάρα, για ν’ αγοράσουν καραμέλες... Είχαν κάτι μπουκάλια γυάλινα, για να βάλουν τ’ς βδέλλες, να τ’ς δώκουν στα μαγαζιά, στα μπαρμπέρικα...

Εδώ στα Γιάννινα είχαμαν καλούς μπαρμπέρ’δες… Αυτ’νούς τ’ς φωνάζαμαν για να μας ρίξουν βεντούζες. Είχαν βαμπάκι τυλιγμένο στου π’ρούνι κι το βούταγαν σ’ ένα φλιτζιάνι με οινόπνευμα κι τ’ άναβαν. Τ’ς βεντούζες τ’ς αγοράζαμαν στα φαρμακεία.

Του Μάη άλλοι έβαναν βδέλλες κι άλλοι έκοβαν βεντούζες, για να φύβγει το ζουρλό το αίμα...».

«Τ’ς αβδέλλις τ’ς έβαναν στου πουνιμένου χέρι, πουδάρι, κι τ’ς άφ’ναν εκεί... Αυτές βύζαναν αίμα... Αυτό του αίμα ήταν βλαμμένου (ήταν μολυσμένο, εμπεριείχε την αιτιολογία της νόσου) κι γέρευαν αν είχαν πόνου... Άμα χόρταιναν αίμα οι βδέλλις, έπιφταν μαναχές τ’ς κι τ’ς πέταγαν...».

Σι κάτι μπαρμπέρικα είχαν κάποιου δουματιάκι μι σιντόνι (σαν παραβάν), κι ένα ξιλουκρέβατου μι σανίδια... Ικεί ξάπλουναν κι τ’ς έβαναν τ’ς βδέλλις στου σβέρκου, για να πιουν του αίμα... Κι έβλιπις κάτι σημάδια στου λιμό (λαιμό) απ’ τ’ς χουντρούς...


Α! Έβαναν κι στα πουδάρια, στ’ς άντζες (γάμπες)... Στα χέρια δεν έβαναν, ποιος ξέρει γιατί... Κι όταν έπ’ναν πουλύ αίμα οι βδέλλις κι κόντευαν να σκάσουν, έπιφταν μοναχές τ’ς όταν χόρταιναν αίμα... Τότι τ’ς έπαιρναν απού καταής κι τ’ς έρ’χναν στου ξίδι για να ψοφήσουν... Έπριπι να τ’ς βρουν όλες, τ’ς μετρούσαν, γιατί άμα χώνευαν το αίμα, έψαχναν να σκαλώσουν να πιουν κι άλλου απ’ τουν άνθρουπου! Τ’ς βδέλλις τ’ς είχαν σι μπουκάλια γυάλινα οι μπαρμπέρ’δες...».

«Σε μακέλευαν άμα δε φόραγες κάλτσα!»


Αφού… με διορθώνει ο συνομιλητής κτηνοτρόφος για το πώς λέγεται η βδέλλα (με προθεματικό α), μου διηγείται:

«Αβδέλλα τ’ λέν’, όχι βδέλλα π’ τ’ν είπες ισύ.

Στον πόλεμο (ενν. 1940) λίγα προβατάκια είχι ου κόσμους, λίγα κι φτωχά (αδύνατα) ήταν τα πρόβατα. Τότε δεν ήταν ταές, ό,τι ηύρισκαν από καταή να βοσκήσουν τα πράματα. Εδώ δεν είχαμαν ιμείς να φάμι. Κάτι καλαμπόκι σάπιο, αυτό είχαμαν για ν’ αλέσουμι. Τι… Ταή για τα πράματα θα είχαμαν…

Ακουρμάσου τι κάναμαν στ’ν Κατούνα (χωριό Αιτωλοακαρνανίας, όπου πήγαινε για να ξεχειμωνιάσει, φεύγοντας από τα Τζουμέρκα). Ου βάλτους αυτός ούτι στύβει, ούτε αυγατάει (δηλ. είναι σταθερή η ποσότητα νερό).

Άμα ήταν μία λόμπα, γούρνα μεγάλη κι ήταν στεκούμενα τα νερά, εκεί τ’ς ήταν οι αβδέλλις. Πάαιναν οι τσιομπαναραίοι μέσα στα βαρκά για να κόψουν άχυρου χουντρό, παπύρι, αυτό του ‘χαν οι σαμαράδις, του λέν’ κι ψαθί, για να γιομώζουν τα σαμάρια απ’ τα μ’λάρια.

Ήταν πουλύ του νιρό, μια ζώση (μέχρι τη μέση). Ξεκαλτσώνονταν αλλά δεν ξυπολιένταν για να μπουν μέσα στου νιρό. Γιατί πού να πατήσουν… Ήταν αγκάθια, απόμ’ξες (απόμηξες: αιχμηρά ξύλα), αγκάθια μέσα στου νιρό. Δεν είναι όπως η θάλασσα, έχει αμμούδα κι μπαίν’ς μέσα κι ξυπόλυτους.

Άντρες, γ’ναίκες έμπαιναν μέσα, έκοβαν αυτό τ’ άχυρου μι τα δερπάνια, το ‘βγαναν όξω, το ‘καναν χειρόβολα, το φόρτωναν στα μ’λάρια κι το πάαιναν που ‘χαν το γρέκι (πρόχειρος στάβλος) μι τα πρόβατα. Δεν είχαμαν κι πρόγκες τότι στ’ν Κατοχή. Με κάτι σπάρτα έδεναμαν τα ξύλα, τέσσερα λούρια ορθά κι τα καταξύλιαζαμαν, έβαναμαν τέσσερα δίπλα, σταυρωτά, κι κοντά έβαναμαν το ψαθί απάνου κι τα σκέπαζαμαν τα καλύβια κι γένονταν όπως είνι η σπ’λιά, να μπαίν’ς μέσα.

Αλλά οι αβδέλλες κόλλαγαν στα ποδάρια απ’ αυτ’νούς πο’ ’κοβαν τ’ άχυρα, τα καλάμια αυτά. Τ’ς έπ’ναν το αίμα! Άμα ηύρισκαν ζάρκο (γυμνό) του πουδάρι χωρίς κάλτσα, σε μακέλευαν! Πώς κάθεται το κ’νούπι κι πίνει του αίμα! Μ’κρό ζ’λάπι είναι, αλλά είνι… η δ’λειά του να πίνει αίμα! Κι όταν χόρταινε, απολυόνταν κι έπεφτε μαναχή τ’ς η αβδέλλα».

«Έχω σκοτούρα…»


Πριν από δεκαετίες, τις βδέλλες, εκτός από τους μπαρμπέρηδες, τις διέθεταν τα μπακάλικα (τα σούπερ μάρκετ της εποχής), αλλά και… ναι… τα φαρμακεία, τα οποία διέθεταν προς πώληση λίγα συσκευασμένα φάρμακα. Τα περισσότερα τα έφτιαχναν επιτόπου, βάζοντας τα συστατικά (τις φαρμακευτικές ουσίες) σε ένα μεταλλικό γουδί και στη συνέχεια τα κοπανούσε ο φαρμακοποιός (λόγω της ιδιοπαραγωγής φαρμάκων στο γουδί ονομαζόταν κυρίως φαρμακοτρίφτης, λέξη που επιβίωσε αργότερα ως μειωτικός χαρακτηρισμός).

Τα φαρμακεία λοιπόν είχαν μεγάλες γυάλινες φιάλες, μέσα στις οποίες είχαν βδέλλες που ζούσαν σε γλυκό νερό. Στους ασθενείς που προσέρχονταν για θεραπεία, έβαζαν 2-3 βδέλλες σε ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι.

Όπως αφηγείται 85χρονη χρονομάρτυρας, γέννημα-θρέμμα της πόλης των Ιωαννίνων: «Άμα ήγλεπαν (έβλεπαν) οι γιατροί κάποιον με νταμπλά (αποπληξία, εγκεφαλικό), ήλεγαν, βάλτε του βδέλλες, άμα τ’ παίρονταν (παρέλυε) η μιλιά (η ικανότητα ομιλίας), το χέρι, το ποδάρι….

Οι Γιαννιώτες πάαιναν από νταμπλά… Έτρωγαν βαριά… Συκώτι τ’γαν’σμένο κι μ’σουλάηνο (δηλ. τηγανητά εντόσθια και μισή λαήνα, μισή πήλινη κανάτα κρασί), γι’ αυτό μάς λέν’ συκωταράδες… Κι τα συκωτάκια στα μαγειριά τ’γαν’σμένα σε λάδι μαύρου, δεν τ’ άλλαζαν ποτέ. Τα φαϊά τότε ήταν τ’ θανατά (άκρως επικίνδυνα). Τώρα δεν κάνει να φάμε φαϊά στου τ’γάνι».

Ο πατέρας της πληροφορήτριας έπασχε από υπέρταση, οπότε ο γιατρός συνέστησε αφαίμαξη με βδέλλες. Του έβαλαν λοιπόν βδέλλες στον λαιμό, στον σβέρκο, αλλά δεν ξεκολλούσαν. Συνεχίζεται η αφήγηση:

«Τ’ς βδέλλες τ’ς πούλαγαν στα μπακάλικα. Τ’ς είχαν σε μία γυάλα, μες στου νερό κι έπλεγαν (κολυμπούσαν).

Τ’ς γυάλες τ’ς είχαν μπροστά μπροστά, για να ξέρει ου κόσμους ότι πουλάν’ κι βδέλλες.

Στο μπουκάλι ήταν λιανές λιανές, σκ’ληκάκια. Μόλις τ’ς έβανες στο λαιμό κι ρούφαγαν αίμα, γένονταν σαν ασκιά!

Τ’ς έβαναν στο λαιμό, να ρουφήξουν, για να κατεβεί η πίεση, να γλιτώσει ο άνθρωπος απ’ τον νταμπλά, γιατί θα νταμπλιάζονταν (θα υφίστατο εγκεφαλικό).

Κάποτε ο μακαρίτ’ς ο πατέρας μ’ είχε πίεση. “Έχω σκοτούρα”, είπε. Κι έβαλε βδέλλες. Είπαμαν εμείς: “Πώς θα τ’ς τραβήσουμε;”. Μας είπε ου γιατρός να μην τ’ς τραβήσουμε, γιατί αλίμονο άμα κοπεί η βδέλλα!

Δεν τ’ς άφ’ναν τ’ς βδέλλες να πιουν πολύ αίμα! Με συνταγή γιατρού γένονταν αυτό. Ο γιατρός έλεγε “Α, σ’ ανέφ’κε πολύ η πίεση, ν’κοκύρη! Ποιος ξέρει τι γλούψιασες (καταβρόχθισες) κι ανέφ’κε τόσο η πίεση… Πάρε δυο βδέλλες να βάλ’ς στο λαιμό! Τι έφαγες, ωρέ κιαρατά; Τ’ σκασμού έφαγες!”. Κι έλεγε ο άλλος “Ε, μωρ’, τι έφαγα; Δυο συκωτάκια κι 5-6 κεφτέδες έφαγα, ήπια κι μια γαράφα κρασί. Ε, κι λίγο κοκορέτσι… Ήταν καλό…”.

Έκαναν κι καλαμπούρια τότε ο κόσμος! Οι γιατροί ήταν φίλοι με τον κόσμο, σπιτιακοί, οικογενειακός γιατρός όνομα κι πράμα! Ο γιατρός μας έρθονταν στα γιορτάσια μας, στ’ς γάμους, στα βαφτίσια. Τώρα είσαι ένα νούμερο για του γιατρό, ένας αριθμός (ενν. ΑΜΚΑ). Αυτόν τον αριθμό τ’ράν’ (τηράνε) στο μηχάνημα (βλέπουν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή). Ούτε τ’ όνομα σ’ ξέρουν, ούτε τ’ φαμιλιά σου. Έφ’γες απ’ τ’ν πόρτα του, δε σε ξέρει ο γιατρός… Δεν τον γνοιάζει….

Ξεστρατίσαμαν πάλι (βγήκαμε εκτός θέματος). Τι έλεγα… Α! Όταν ήταν να τ’ς βγάλουν τ’ς βδέλλες, αφού έπ’ναν πολύ αίμα, δεν έπρεπε να τ’ς τραβήσουν. Γιατί μι του τράβ’μα, επειδή έχουν πολλά δοντάκια, είναι σκαλωμένες στο πετσί (δέρμα), θα ‘κανε πληγή. Γι’ αυτό έρχ’ναν ξίδι απάνω στ’ βδέλλα κι αυτήνη ίσια (αμέσως) έπεφτε».

Ολέθριο λάθος η επαναχρησιμοποίηση


Πολλοί ολιγογράμματοι επεδείκνυαν θηριώδη άγνοια προφανέστατων κινδύνων, οπότε για λόγους οικονομίας πατούσαν στην κοιλιά τις βδέλλες για να ξεράσουν το αίμα και τις χρησιμοποιούσαν πάλι για αφαίμαξη. Το λάθος αυτό αποδεικνυόταν ολέθριο, καθώς μεταφέρονταν μικρόβια από τον ένα ανθρώπινο οργανισμό στον άλλο, αφού γινόταν μετάδοση μολυσματικών ασθενειών.

«Ήταν κάτι τσιγκούν’δες κι ήθελαν να τ’ν ξαναβάλουν τ’ βδέλλα, για να μην αγοράσουν καινούργια. Αλλά ήταν κι κάτι φτωχοί, π’ δεν είχαν ντιπ παράδες, μέτραγαν… κι τ’ν ψείρα τ’ς!

Μόλις έπεφτε η βδέλλα (μετά την αφαίμαξη), τ’ν έπιαναν κι τ’ ζουπούσαν στ’ν κοιλιά, για να αδειάσει το αίμα. Ξέρναγε η βδέλλα το αίμα κι τ’ν έβαναν πάλι σι μπουκάλι μι νερό, για να τ’ν έχουν για άλλη βολά.

Αλλά ο κόσμος ήταν αμόρφωτος τότε. Γιατί άμα έπαιρνες τ’ βδέλλα που ‘χε ο άλλος, κολνούσαν αρρώστιες ου ένας απ’ τον άλλον. Αν είχε ο ένας φυματίωση κι έβανε βδέλλα για τον ταμπλά κι κοντά τ’ν έπαιρνε ο άλλος, κολνούσε κι αυτός».

Ηττήθηκαν οι γιατροί!


Μια συνομιλήτριά μου ισχυρίζεται ότι οι βδέλλες… αποδείχθηκαν πιο αποτελεσματικές από τους γιατρούς:

«Τότε π’ πήραν τον Καρβασαρά οι αμίτες (κατελήφθη από τις δυνάμεις του ΕΑΜ), τ’ άλλο του κόμμα (ενν. ΕΔΕΣ), μας γύρ’σαν απ’ το Μακρυνόρο κι πήγαμαν στ’ν Παλιαυλή.

Κι ήταν το φυλάκιο απ’ τ’ς εδεσίτες, φύλαγαν τ’ δημοσιά. Κι αυτοίνοι οι αμίτες πέρασαν στ’ν ακροθαλασσιά κι πήραν τον Καρβασαρά κι κάτσαμαν όλο το χρόνο στ’ Λευκάδα τότε μαζί με το κοπάδι μας.

Εκεί στ’ν Κατούνα ήταν ένας τζιομπάνος κι τον πόναγαν τα σβέρκια, στα χέρια αουπάνου. Κόσεψε (έτρεξε) στ’ς γιατρούς κι δεν έλαβε γιατρειά…


Έβαλι αβδέλλις στο σβέρκο κι αυτές, αφού ήταν μολεμένο το αίμα, μπήχ’καν μέσα σα βελόνες κι ρούφ’σαν το αίμα!

Γέρεψε ο άνθρωπος! Τι θα έκανε…

Στ’ς παθήσεις είναι χρήσιμες οι αβδέλλις. Αλλά τώρα πού να βρεις… Ιγώ έχου 70 χρόνια να πάου ικεί που ‘ταν οι αβδέλλις».

Θεραπεία από κοιλιακό τύφο


Ευγενέστατη πληροφορήτρια εξιστορεί τη χρήση της βδέλλας για θεραπεία:

«Ήμαν 13-14 χρονών (1947-48). Τότι η αδιρφή μ’ αρρώστ’σι απού κοιλιακά, το ‘λεγαν κι κοιλιακό τύφο. Χειμώνας ήταν. Είχι πυριτό 39-40, μέρις πουλλές. Και περώντας ο πυριτός, τ’ν πόνισι του πουδάρι, ξέσπασι ικεί. Τ’ν πόνεσε πολύ, γαλάζιασι του πουδάρι.

Δεν ήταν φάρμακα. Ούτι κούπα (βεντούζα) κολλάει στο ποδάρι, για να κόψεις, να φύβγει αίμα, ν’ αλαφρώσει.

Πάει (πήγε) ου μακαρίτ’ς ου πατέρας στ’ν Άρτα κι αγόρασι δύο αβδέλλις απ’ του φαρμακείου. Οι αβδέλλις έζηγαν σι νιρό μέσα στου μπουκάλι, όχι έτσι (δηλ. εκτός νερού). Τ’ς πούλαγαν κανουνικά μέσα σι μπουκάλια.

Τ’ς ήφιρι στου σπίτι κι τ’ς έβαλι στου πουδάρι τ’ς αδιρφή μ’. Έπ’γαν, έπ’γαν οι αβδέλλις, φούσκουσαν κι έπισαν απ’ του πουδάρι. Αλάφρουσι τότι, τ’ς πέρασι. Απ’ του κακό τ’ς (αδιέξοδο), τι άλλου να έκανι; Αλλά αυτό του πουδάρι ακόμα κι σήμιρα είνι πρησμένου, είνι χουντρότιρου απ’ του άλλου, έμ’νε κουσούρι».

Το άλογο έπαθε… περκόπεση!


Η συνομιλήτριά μου θυμάται τη χρήση βδέλλας για να θεραπευτεί το άλογό τους:

«Ου μακαρίτ’ς ου πατέρας μ’ είχι δυο μ’λάρια κι πάει μαζί μ’ αυτά στ’ν Αλβανία, στουν πόλεμου π’ γίν’κι τότι.

Μας μολόγαγι ου πατέρας μ’. Τα μ’λάρια είχαν κάτσει 24 ώρες φουρτουμένα πυρουμαχικά. Γιατί γένουνταν χαλασιά μιγάλη στουν πόλιμου κι δεν τα ξεφόρτωναν.

Πότε τ’ς έλιγαν, σιαδώ θα πάτε, πότι τ’ς έλιγαν σιακεί…

Τα κακότυκα τα μ’λάρια είχαν απού 100 ουκάδις το καθενένα.

Κι αυτά απ’ του βάρου τον πολύ, τ’ς έπεσε… ο βάρος στα ποδάρια, Βασίλη, κι πρήσ’καν τα ποδάρια τ’ς, έπαθαν… περκόπεση (υπερκόπωση)!

Όταν σταμάτ’σε ο πόλιμους κι κατασύχασαν τα πράματα, ήρθι ου πατέρας μ’, ακολούθ’σε τα μ’λάρια κι τα ‘φιρι στου σπίτι, στ’ν Κατούνα (Αιτωλοακαρνανίας) ήμασταν του χειμώνα κι του καλοκαίρι στα Θοδώριανα (Άρτας).

Πήγαμαν στο βάλτο, στ’ν Κατούνα χαμ’λά κάτου, για να βρούμι αβδέλλις. Εκεί άμα κοπανάμαν τα ρούχα, μαύριζε απ’ τ’ς αβδέλλις το σκ’τί (σκουτί: ρούχο), βελέντζα, ό,τι είχαμαν. Θησαυρός (πλήθος), όπως είνι τα ψάρια!

Τ’ς έβγαμαν όξω μι κάνα κατσαρόλι, μι λίτρα, ό,τι είχαμαν, τ’ς βάζαμαν σ’ ένα μπουκάλι, κι τ’ς ήφερναμαν στ’ν καλύβα.

Κι τι τσίμπ’σμα έκαναν οι αβδέλλις… Αμ, τι είν’ η αβδέλλα, Βασίλη; Τι τ’ν έχ’ς τ’ν αβδέλλα (πώς τη θεωρείς; ακίνδυνη;). Δεν είναι σα μουρμουρίτσα (γυρίνος, προστάδιο βατράχου), ξανθότερη έρ’τι (έρχεται, είναι) από μουρμουρίτσα.

Κι τ’ν Πρωτομαϊά έβαναμαν τ’ς αβδέλλις στα πονεμένα τα ποδάρια απ’ του μ’λάρι.

Έβαναμαν ένα τσιρέπι απ’κάτου απ’ του πέταλου, του πέραγαμαν μέσα στο ποδάρι, έρ’χναμαν τ’ς αβδέλλις μέσα στου τσιουρέπι κι το δέναμαν κι αποπάνου κι τα κλείναμαν 3-4 ώρις διμένου.

Κι γένουνταν οι αβδέλλις σα κι να ‘ταν κόπλα (ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα ή το ποτάμι), έπεφταν καταή τότι πο’ ’βγαναμαν το τσιρέπι. Οι αβδέλλις αυτές έπ’ναν το πονεμένου του αίμα κι δεν κούτσαιναν τα μ’λάρια.

Γιατί απ’ τ’ν περκόπεση κούτσαιναν τα μ’λάρια. Βάναμαν τ’ς αβδέλλις, δέκα κάθι φορά, κι γέρευαν. Όχι σ’ όλα τα ποδάρια, σ’ εκειό π’ κούτσαινε, να πιει το αίμα το χαλασμένο».

Το τσιγάρο… ήταν σωτηρία!


Οι βδέλλες των βάλτων αποτελούσαν πραγματική μια μάστιγα τόσο για ανθρώπους όσο και για ζώα. Η συνομιλήτρια τα λέει με τη ντοπιολαλιά μας:

«Στο βάλτου ήταν πολλές βδέλλις. Τα ζωντανά (ζώα) έμπαιναν ώς το γόνα. Κι άνθρωποι έμπαιναν μέσα, για να σαλαγήσουν τα πρόβατα. Κι δεν καταλάβαιναν ότι τ’ς ρουφάν’ οι βδέλλις, γιατί ήταν σκιπασμένου του γόνα μι του βάλτου. Κι τ’ς ρούφαγαν το αίμα μέχρι να λιγοθυμήσουν».

Αλλά και για τους ανθρώπους δεν ήταν καλύτερη η κατάσταση, σύμφωνα με συνομιλητή μου που αισίως διανύει το 91ο έτος της ζωής του:

«Δούλευα στ’ν Κατοχή Αιτωλοακαρνανίας το 1958-59 στα ρύζια… Να βοτανίζεις τα ρύζια… Μέσα στου νιρό, μέχρι απάν’ απ’ του γόνα… Αναλόγως τα τ’γάνια (τετράγωνες εκτάσεις με αναχώματα, μονίμως πλημμυρισμένες, για να αναπτύσσεται το ρύζι)... Ικεί μέσα σπέρουν του ρύζι…

Δούλευα απ’ το Μάη μέχρι τον Οκτώμβριο π’ θερίζεται… Το ρύζι είναι όπως η βρώμη. Του θερίζαμαν με το δερπάνι όπως του σιτάρι… Τότι μηχανές δεν ήταν… Αλλά κι ήταν δύσκουλου να μπουν τραχτέρια μέσα στου νιρό, γιατί β’λιάζει… Κόβουν του νιρό κανιά βδουμάδα για να στιγνώσουν τα χουράφια, για να μπουν να θιρίσουν…

Θ’μάμι μ’ έπιασι (τσίμπησε) κάπουτι μία αβδέλλα… Τ’ν κατάλαβα! Παρασόλισα (υπέφερα) στουν πόνου! Ήταν ένας άλλους ικεί, ντόπιους, κι τ’ν έκαψε μι του τσιγάρου κι έπισι η αβδέλλα. Αλλιώς θα να ’πεφτε αν φούσκωνε αίμα, αν τράβαγε αίμα… Αναλόγως τ’ ανάστημα (μέγεθος) που ‘χι η αβδέλλα, θα τράβαγε κι αίμα… Τουλάχιστον μια σύριγγα δεκάρα (10 ml) θα τράβαγι…».

Χάραζαν το παγούρι… με τον κολοκοτρώνη!


Ο κίνδυνος κατάποσης βδέλλας ήταν μεγάλος, ιδίως το καλοκαίρι, οπότε τα νερά ήταν στεκούμενα. Αιωνόβια θεία μου θυμάται:

«Ήταν ένας άμπ’λας… Ξέρ’ς τι είναι ο άμπλας… Σκάβαμαν τ’ γης κι ανάβρυζε το νερό. Εκεί τό ‘λεγαμαν στα Βούρλα (τοποθεσία). Ήταν γούρνα γύρα-γύρα κι αποπάνω τ’ σκέπαζαμαν μι ξύλα απ’ το λόγκο πο’ ’κοβαμαν, πυκνά τα ξύλα όπως σμιεις (σμίγεις: ενώνεις) τα δάχ’λα κι αχπάνου έβαναμαν κλαριά, για να ‘ναι λαγαρό το νερό, να μην πέφτουν τα πλατανόφ’λλα μέσα, να παίρουμε λαγαρό νερό να πίνουμε.

Εμείς καλά τον σκέπαζαμαν τον άμπλα αποπάνω, αλλά μέσα είχε αβδέλλες. Όταν πηγαίναμαν να πάρουμε νερό, είχαμαν ένα ξ’λάκι καθαρό κι το κουνάγαμαν μέσα στο νερό, για να κάθονται στον πάτο (πυθμένα) οι αβδέλλες, να μην… τ’ς πάρουμε μαζί με το νερό. Γιατί άμα έμπαιναν μέσα στο παγούρι, αλίμονο! Είναι επικίντυνες αυτές. Άμα τ’ς κατάπ’ναμαν, θα μας έκαναν ζ’μιά.


Κι δεν ήγλεπες και καλά τι έχει μέσα το νερό. Τρεχούμενο νερό, όχι στεκούμενο, κύλαγε κάτω στο ρέμα. Δεν κάνει να πιούμε στεκούμενο νερό, γιατί αρρωσταίνουμε.

Θέλ’ς να σ’ πω πού έβανα νερό; Σε κάτι στρατιωτικά παγούρια (μεταλλικά)! Δεν είχαμαν άλλα παγούρια. Είχαν πάει τ’ αδέρφια μ’ στο στρατό, φαντάροι προτού απ’ το ’40. Είχαν κάτι παγούρια στρόγγυλα κι είχαν κι αλυσίδα. Άμα ήθελες, τα ‘βανες κι στ’ν πλάτη. Δε χώραγαν πολύ νερό. Νια (μια) οκά νερό.

Κι απόξω απ’ τα παγούρια με το σ’γιά έγραφαμαν τ’ όνομα, κολοκοτρώνη τον έλεγαν το σ’γιά. Εγώ τον έχω ακόμα το σ’γιά τον κολοκοτρώνη. Με τέτοιο σ’γιά έγραφε ο κάθε τζιοπάνος τ’ όνομα του στο παγούρι. Γιατί ο καθένας είχε θ’κό του παγούρι, δεν το ‘δωνε στον άλλον.

Θ’μάμαι κάτι παγούρια είχαν δέκα ονόματα απόξω (από διαδοχικούς κατόχους). Άλλος Ευστάθιος Σιώζιος, άλλος Λεωνίδας Σαλαμούρας, ήταν πρώτος μ’ ξάδερφος… Ή έβαναν τα πρώτα γράμματα (αρχικά). Παράδειγμα εσύ θα έγραφες Β.Μ. Εγώ είχα Σ.Σ.».

Το αλατόνερο… ακύρωσε τη χειρουργική επέμβαση!


Πληροφορητής από τη Β. Ήπειρο (γεν. 1937) εξιστορεί το πώς οι ερωτήσεις ενός γιατρού γλίτωσαν κάποιον ασθενή από το χειρουργείο:

«Ήμουν περίπου 10 χρονών. Θυμάμαι όταν αρρώσταινε η γιαγιά μου και είχε πονοκέφαλο και ήλεγαν ότι έχει πίεση, ειδοποιούσαν ανθρώπους που πωλούσαν βδέλλες να της φέρουν.

Τις βδέλλες τις έβαζαν στα ριζά (στη βάση) του λαιμού, στο σβέρκο. Η βδέλλα βρίσκει μόνη της την αρτηρία. Κόλλαγε τα δόντια της πάνω και τοποθετούνταν κάθετα στον λαιμό. Έμενε εκεί κολλημένη ρουφώντας αίμα.

Αφού φούσκωνε, γένονταν σαν ασκί, έπεφτε από μόνη της. Κρατούσαν πετσέτες πίσω απ’ τον λαιμό, για να μην τρέχει αίμα στο κορμί.

Μόλις έπεφταν οι βδέλλες κι η γιαγιά μου αισθανόταν πιο ελαφρύ το κεφάλι και το κορμί της, καθάριζαν αυτό το σημείο μ’ ένα κομμάτι βαμπάκι αν υπήρχε, ή με καθαρό πανί και λίγο ρακί, είναι σαν οινόπνευμα.

Αλλά αλίμονο αν κάποιος κατάπινε τη βδέλλα με το νερό. Γιατί εκεί που βρυσούσε (ανάβλυζε) το νερό ήταν και βδέλλες.

Είχε πάει κάποτε ένας τσοπάνης κι ήπιε νερό με τη χούφτα. Αλλά δεν πρόσεξε που κατάπιε και τις βδέλλες μαζί…

Μετά από λίγες μέρες έκανε εμετό αίμα. Τον πήγανε στο νοσοκομείο Αργυροκάστρου για να τον εγχειρήσουν. Εκεί ο χειρουργός ήταν θείος μου, είχε σπουδάσει στο πανεπιστήμιο του Γκρατς, στην Αυστρία.

Από τα συμπτώματα του αρρώστου κατάλαβε ότι δεν ήταν έλκος ή σπασμένο στομάχι (ενν. γαστρορραγία) και τον ρώτησε:

-Τι δουλειά κάνεις;

-Βοσκός είμαι.

-Πού πίνεις νερό;

-Στην τάδε βρύση, που είναι κοντά στο χωριό μας.

Τότε ο θείος μου κατάλαβε ότι ο άρρωστος τσοπάνης είχε καταπιεί βδέλλες. Και είπε στον βοηθό του:

-Φέρε μου ένα ποτήρι με νερό και μία χούφτα αλάτι. Ρίξτε το αλάτι μέσα και λιώστε το.

Και το έδωσε στον τσοπάνη λέγοντάς του:

-Αυτό θα το πιεις όλο, μονοκόμματο (με τη μία).

Το ήπιε το αλατόνερο ο τσοπάνης και σε δύο λεπτά έκανε εμετό κι έβγαλε όλα τα φαγητά που είχε φάει, μαζί με αίμα, αλλά μαζί και τις βδέλλες!

Και τους είπε ο θείος μου ο χειρουργός:

-Να, αυτές οι βδέλλες είναι η αιτία της αιμορραγίας!

Του έδωσε να πιει το αλατόνερο, επειδή οι βδέλλες δεν ζουν στο αρμυρό νερό, γι’ αυτό δεν ζουν και στη θάλασσα».

Το αντίδοτο για το βδέλλιασμα των προβάτων


Εφιάλτης πραγματικός όμως ήταν και το βδέλλιασμα των προβάτων. Παλιός τσοπάνης αφηγείται:

«Οι βδέλλες κολλιόνταν τα πρόβατα, όχι τα γίδια. Τα πρόβατα είναι πιο αντελικάτα (φιλάσθενα), τα γίδια είναι γερότερα, αντέχουν πλειότερο. Τα πρόβατα άμα τα πάρει βλάψιμο, πάν’ καλιά τ’ς, ψοφάν’.

Το καλοκαίρι τα πρόβατα τα πάαιναμαν στα ρέματα, όπου ήταν νεράκι τα πάαιναμαν μια φορά τ’ μέρα να πιουν. Κάπου θα να ‘βρισκαμαν να τα ποτίσουμε. Όταν απόκοβαμαν τ’ αρνιά απ’ το γάλα (απογαλακτίζαμε), δεν τ’ άφ’ναμαν να πιουν νερό. Τ’ς έκοβαμαν το γάλα, τ’ς έκοβαμαν κι το νερό… Αλήθεια, πώς έζηγαν, 15-20 μέρες… Δεν ψόφαγαν.

Άμα τα πρόβατα έπ’ναν νερό με βδέλλες, έλεγαμαν “πήραν βδέλλα, βδέλλιασαν”. Δε βόσκαγαν. Κι κάνα παιδάκι άμα ήταν αδύνατο, κακοπορεμένο, έλεγαμαν, αυτό είναι βδελλιάρ’κο…

Για να γερέψουν τα πρόβατα, έβραζαμαν ρίζα από πλάτανο κι έβαναμαν και ξίδι μέσα κι τα πότ’ζαμαν μ’ ένα χ’λιάρι. Τ’ς άν’γαμαν το στόμα κι τ’ς πέταγαμαν χ’λιαριές μέσα. Κι τ’ς πέταγαμαν κι απ’ τ’ μύτη, για να φτερνιόνται. Γένονταν λίγο κόκκινο αυτό το πράμα. Δεν ήταν τίποτα αυτό (ενν. δεν ήταν αποτελεσματικό), έτσι κάτι να κάνουμε. Να σε κόβει η νίλα, λέω…».

***

Σήμερα η υπέρταση αντιμετωπίζεται με αποτελεσματικά χάπια, ενώ για τους μυϊκούς πόνους ανθρώπων και ζώων υπάρχει επίσης πληθώρα φαρμακευτικών σκευασμάτων…

Κι όμως, οι αιμοβόρες βδέλλες επανέρχονται στο ιατρικό προσκήνιο… Σύμφωνα με άρθρο των «New York Times» (βλ. «Καθημερινή» 3/5/2017): «Οι βδέλλες εξακολουθούν να συνταγογραφούνται ευρύτατα στη Ρωσία, όπου χρησιμοποιούνται περίπου 10 εκατομμύρια κατ’ έτος και σε πολλές περιπτώσεις θεωρούνται ένα ευτελές αντιπηκτικό φάρμακο. Οι βδέλλες κάνουν την επανεμφάνισή τους στη δυτική ιατρική και έξι χιλιάδες μικρά ζώα χρησιμοποιούνται ετησίως και στις ΗΠΑ, αλλά όχι για τις ίδιες χρήσεις που χρησιμοποιούνται στη Ρωσία.

Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) επιτρέπει την πώληση βδελλών ως ιατρικών συσκευών, ενώ ευρωπαϊκές φαρμακευτικές εταιρείες προσπαθούν να απομονώσουν τα χημικά συστατικά στο δηλητήριο των ζώων, έτσι ώστε να μπορέσουν να τα χορηγήσουν με έναν λιγότερο αηδιαστικό τρόπο».


*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, κλασικός φιλόλογος, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Κάτσε να σου μολογήσω – Ηπειρώτικες ιστορίες από το παρελθόν που μιλούν στο παρόν» (εκδ. Αλεξάνδρεια).


Email: vasilis.malisiovas@gmail.com

LinkedIn: Vasilis Malisiovas



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ