Αναρτήθηκε στις:22-04-21 11:29

Φιλοξενία του παλιού καιρού: Στρωματσάδα, κοριοί και… καλή καρδιά!


Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*


Είναι οριστική η απόφαση! Ο τουρισμός ανοίγει στις 15 Μαΐου, οπότε από τη μέρα αυτή θα μπορούμε να ταξιδέψουμε σε όποιο σημείο της χώρας ή του πλανήτη, δυνατότητα που στερηθήκαμε για πάνω από ένα χρόνο, λόγω του κορωνοϊού. Παρέα με τα αγαπημένα μας πρόσωπα λοιπόν, ο περισσότερος κόσμος… όπου φύγει φύγει!

Φυσικά ο προγραμματισμός έχει γίνει από καιρό… Αναζητήσεις στο Διαδίκτυο, σχόλια φίλων και γνωστών, βίντεο που μας έστειλαν…

Ωραίο φαίνεται αυτό το ξενοδοχείο, αλλά τα δωμάτια είναι μικρά απ’ ό,τι βλέπω… Καλό το συγκρότημα ενοικιαζόμενων κατοικιών που προτείνει η γυναίκα σου, αλλά δεν έχει μπαλκόνια… Πολύ όμορφο είναι το ανακαινισμένο αρχοντικό που λέει ο σύντροφός σου, όμως δεν έχει καθόλου ωραία θέα… Εξάλλου και η πισίνα φαίνεται πολύ μικρή… Για να μη μιλήσω για το πρωινό χωρίς επιλογή κέικ… Χώρια που δεν έχει μαρμελάδα με κράνμπερι…

Οι πρόγονοί μας είχαν πολύ πιο σοβαρά προβλήματα στο θέμα της φιλοξενίας, αλλά πάντα έβρισκαν λύσεις…

Φιλοξενία στο σπίτι


Τα παλιά χρόνια, επειδή οι μετακινήσεις γίνονταν με υποτυπώδη μέσα (περπατώντας ή με άλογο) και οι αποστάσεις ήταν μεγάλες μεταξύ των χωριών, η φιλοξενία γινόταν κυρίως σε σπίτια συγγενών ή και απλών γνωστών. Ιδιαίτερα διαδεδομένος ήταν ο πανάρχαιος θεσμός της φιλοξενίας κατά τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές. Πολλοί προσκυνητές διανυκτέρευαν στα μοναστήρια και οι υπόλοιποι στα σπίτια. Αιωνόβια πληροφορήτρια εξιστορεί:

«Του Οχτώημερου, τ’ς Παναγίας (Γενέσιο Θεοτόκου, 8 Σεπτεμβρίου, οπότε πανηγύριζε το μοναστήρι), ιγώ φιλουξέναγα πουλύ κόσμου στου σπίτι, καμπόσοι έτρουγαν κιόλα. Κάπουτι έσφαξαμαν μία πρατίνα κι τ’ν έβρασαμαν στου καζάνι, για να βγουν πιάτα πουλλά, να φάν’ οι μ’σαφ΄ραίοι.

Κοιμάνταν καταή όλοι. Στρωματσάδα! Έστρουναμαν κι σαΐσματα, τα τσιόλια τα τράια (ρούχα από γίδινο μαλλί). Σαν κι (μήπως) είχαμαν σιντόνια κι μαξ’λάρις; Κι πάλι φχαριστημένοι ήταν, αφού ξημέρουναν.

“Κάτσι να φάμι μια χαψιά”, έλιγαμαν σ’ όποιουν πέραγι απ’ του σπίτι μας. Του ‘χαμαν αυτό, το φιλοξένεμα. Τ’ς έβανις να φάν’ στου πιάτου κι να κοιμηθούν.

Κάπουτι ήρθι μία γ’ναικούλα κι μ’ χάλεψε ένα σάισμα (μου ζήτησε ένα κλινοσκέπασμα) να τ’ς του δώκου, για να κοιμηθεί στο μοναστήρι. Τ’ς έδουκα ένα καινούργιου. Τ’ν άλλη μέρα μ’ του ‘φιρι αλλά ήταν γιομάτο σταλάματα απ’ τα κεριά, αλλά δεν είπα τίπουτα. Κρίμα. Άμα έλιγα κανιά κ’βέντα, θα ντρουπιάζουνταν η γ’ναίκα.

Τώρα δεν ξέρουμι τι χαλεύουμι. Δεν μας φχαριστάει τίπουτα.

Κι ου κόσμους κάκεψε τώρα. Να σι βρου (ενν. ο άλλος) στουν όχτου (άκρη γκρεμού), να σ’ δώκου μία κι να πας απ’κάτου ισύ κι να ζήσου ιγώ.

Αλλά ου Θιός τ’ς έχει ουλ’νούς όμοια, τ’ς προστατεύει ουλ’νούς».

Λύση ανάγκης στο Πλατανόρεμα


Τα αυτοκίνητα ήταν άγνωστα ακόμη κι ως λέξη, πολύ παλιά μάλιστα τα έλεγαν… εφτακίνητα! Κυρίως οι αγωγιάτες (οι επαγγελματίες που αναλάμβαναν μεταφορές εμπορευμάτων με μουλάρια και άλογα), αλλά και πολλοί απλοί οδοιπόροι, δεν μπορούσαν να φτάσουν αυθημερόν από τα μακρινά χωριά μέχρι την πόλη. Αναγκαστικά κάπου έπρεπε να διανυκτερεύσουν. Αν δεν υπήρχε συγγενής ή γνωστός για να φιλοξενηθούν καθ’ οδόν, μια υποτυπώδης λύση ήταν τα χάνια, τα φτωχικά πανδοχεία. Η μητέρα μου θυμάται το χάνι του θείου της στο Πλατανόρεμα Άρτας:

«Έρθουνταν αγουγιάτις απ’ τα ορεινά, απ’ τα Τζιουμέρκα κι πέραγαν μι τα μ’λάρια ή τ’ άλουγα για να πάν’ στ’ν Άρτα. Είχαν κι άλουγα, αλλά τ’ άλουγα είνι αντελικάτα (πιο αδύναμα). Τα μ’λάρια είνι πιο στέρεα (ανθεκτικά), γι’ αυτό είχαν μ’λάρια οι σιαπανίσιοι (οι ορεινοί). Πάαιναν οι αγωιάτις, ψώναγαν κι γύρναγαν στου Πλατανόρεμα, ικεί που ‘μαν ιγώ.

Ικεί στου Πλατανόρεμα, είχι χάνι ου μπαρμπα-Θανάσης ου Σαλαμούρας. Είχι κι μαγαζί (καφενείο), πούλαγι μαναχά καφέδις, τσιάι, ούζου κι λουκούμια. Τίπουτ’ άλλου! Αυτά π’ σ’ λέου.

Ου μπαρμπα-Θανά’ης είχι κι χάνι (ενν. στάβλο) για να δένουν τα μ’λάρια, χώραγι κανιά δικαριά μ’λάρια ικεί.

Το Πλατανόρεμα ήταν σιμά στ’ν Άρτα, αλλά οι αγωιάτες δεν ήθιλαν να ν’χτώσουν παραπάνου. Πού να έμνησκαν παραπάνου; Να ξαποστάσουν κι αυτοί κι τα μ’λάρια, να σηκωθούν το πρωγάκι, νύχτα, να φτάσουν του βράδυ στα χουριά τ’ς.

Ξεφόρτωναν οι αγωιάτις αυτά π’ κ’βάλαγαν: φασόλια, αλάτι, καλαμπόκια, πιτρέλαιου, σαπούνι, κανιά μ’σή οκά ζάχαρη κι κανιά μ’σηοκαρούλα λάδι (δηλ. μπουκάλι μισής οκάς).

Πού κοιμάνταν; Καταή στ’ν ψάθα! Ψαθαρίκι! Είχι τσιμέντου καταή, έβαναν τ’ς ψάθις, τ’ς έπλεγαν (έπλεκαν) μι ψαθί απ’ τουν κάμπου (παραθαλάσσια χωριά) κι ικεί κοιμάνταν ου κόσμους. Έβαναν τα σακάκια τ’ς για προσκέφαλου κι έρ’χναν κι κανιά κουρελού ψ’λά τ’ς (πάνω τους) κι έτσι ξημέρωναν.

Όλοι μαζί κοιμάνταν, 5-6-8 ανθρώποι. Είχι κι τζιάκι αυτό του δουμάτιου. Έβαναν κούτσουρα στ’ φουτιά για να ‘ναι ζέστα, να τ’ς κουλλήσει ου ύπνους.

Σηκώνουνταν του προυί, τ’ς έφκιανε ου μπαρμπα-Θανά’ης κάνα τσιάι, τό ‘π’ναν, φόρτωναν τα μ'λάρια κι έφευγαν για τα χουριά τ’ς, έπριπι να φτάσουν προτού τ’ς πάρει η νύχτα. Αυτού στου Πλατανόρεμα ήταν χάνι κι άλλο ένα στ’ν Κάτω Καλεντίνη είχι η Μπαμπαλού (η αείμνηστη Σοφία Μπάμπαλη)».

Το Χάνι Μπρόσγου στα Γιάννενα


Φυσικά χάνια δεν υπήρχαν μόνο στο ύπαιθρο και σε μικρούς οικισμούς, αλλά και μέσα στις πόλεις, και μάλιστα οι κτιριακές εγκαταστάσεις και η δυνατότητα φιλοξενίας και σίτισης ήταν εντυπωσιακές για τα δεδομένα της εποχής. Ας δούμε τι εξιστορεί η καλοσυνάτη συνομιλήτριά μου:

«Στα Γιάννινα ξακουστό ήταν του χάνι τ’ Μπρόσγου (Βρόσγου) (οδός Ανεξαρτησίας, βλ. κεντρική φωτό). Περνάγαμαν από μπρουστά για να πάμι στου γυμνάσιου, γύρω στο 1950-1952 αυτά π’ σ’ μουλουγάου.

Ήταν απέραντους ου τόπους μέσα στου χάνι, γιατί έβαναν κι τ’ άλουγα μέσα. Δεν ήταν αμάξια τότι, οι αγωγιάτις είχαν άλουγα για να κ’βαλάν’ τα εμπορεύματα.

Στου χάνι τ’ Μπρόσγου είχι δυο πατώματα (ορόφους), στουν απάνου ήταν για να κοιμάται ου κόσμους. Κάτου ήταν για ν’ αφήνουν τ’ άλουγα, τα εμπορεύματα, αλλά κοιμάνταν κι οι φτουχοί οι αγωγιάτες, π’ δεν είχαν παρά (χρήματα) για τα καλά τα δουμάτια στ’ απάν’ του πάτωμα, που ’ταν οι οντάδες (κανονικά υπνοδωμάτια).

Είχι πηγάδια για να πίνουν νιρό, είχι κι στάβλους κι σαμαράδες, πεταλωτήδες, απ’ όλα. Αλλά είχι κι μαγέρ’κου, για να τρώει ου κόσμους. Τεντζερέδις ένα σωρό! Είχαν φουφούδες με κάρνα (χτισμένες εστίες με φωτιά, πάνω στις οποίες διατηρούνταν ζεστά τα φαγητά), σαν πεζούλι μπρουστά. Οι τεντζερέδις ήταν χαλκουματένιοι, τ’ς καλάλιζαν για να λαμποκοπάν’, γιατί άμα έφευγε του καλάι, γένουνταν δηλητήριου άμα τέγκιαζε (τα χάλκινα μαγειρικά σκεύη είναι επικίνδυνα όταν οξειδώνονται).

Είχαν ένα σουρό φαϊά. Το πρώτου ήταν η φασ’λάδα, για να χουρταίνει η φτώχεια. Κι φακή κι ρεβίθια. Κι τα συκουτάκια πάαιναν βρόντου (καταναλώνονταν πολύ). Μαέρευαν κι τσιουμπλέκι, του στιφάδου είν’ αυτό μι τραγόπ’λα κι ζυγούρια. Έφκιαναν κι γίγαντες μι λάχανα (χόρτα), μαζέματα π’ τα λέν’ (άγρια χόρτα). Απουκάτ’ είχαν λάχανα κι απού πάνου τ’ς γίγαντες. Α! Είχι κι πατσιά, έτρουγαν πατσιά προυί προυί.

Αλλά ήταν μάστουρας στου μαγείρεμα, έλιγαν όλοι “θα πάμι να φάμι στ’ Μπρόσγου”. Γι’ αυτό άμα ήταν κανένας καλός μάγειρας, έλιγαν “Είσι σαν του Μπρόσγου”.


Ου συχωρεμένους ου πατέρας μ’ είχι μπακάλικου. Πήγαινε πρωί πρωί στο χάνι τ’ Μπρόσγου για ν’ αγοράσει λάδι. Έρχουνταν οι λαδάδες (πωλητές λαδιού) μ’ ασκιά γιομάτα λάδι, απ’ τ’ Θεσπρωτία. Δεν ήταν τότι ντινικέδις. Τ’ς ιλιές τ’ς έφερναν στα καλάθια κι τ’ς έβανι ου πατέρας μ’ σε κιούπια πήλινα μεγάλα, έπαιρναν (χωρούσαν) πολλές ελιές, μέσα στου λαδόξ’δου. Τέτοια έτρωγι η φτώχεια. “Βάλι μ’ ένα φ’σέκι (χαρτάκι που το έκαναν χωνάκι) ιλιές”. Όσο να γιοματίσουν. Λίγο ψωμάκι, λίγες ελιές, ένα πράσου, ένα κρεμμύδι, κι αυτό ήταν το γιομάτισμα».

Πανδοχείο για… ξεπεσμένους!


Μπορείτε να φανταστείτε τον εαυτό σας να κοιμάται μαζί με άλλους 25 ανθρώπους… και να είστε ευχαριστημένοι; Ας δούμε τι μου απάντησε με πικρό χιούμορ ο ευγενέστατος συνομιλητής μου:

«Λιανοπαίδι ήμαν το 1947 (γενν. 1934). Με πήρε η νύχτα στ’ν Άρτα, τότι μι τ’ αντάρτικου ήταν, κάτι δ’λειά είχα. Έπρεπε να πάου κάπου να σγολώξω (καταφύγω) για να με πάρει η μέρα. Χινόπωρος ήταν, έβρεχε.

Στ’ν Άρτα τα παλιά τα χρόνια ήταν κι ξενοδοχεία ύπνου, έτσι τα ‘λεγαν, αλλά για τ’ς φτουχούς ήταν ένα πανδοχείο, υπόγειο (αρχή οδού Αμβρακίας, στη συμβολή με οδό Σκουφά, κατεβαίνοντας δεξιά).

Αυτό ήταν για τ’ς ξεπεσμένους, γι’ αυτ’νούς π’ δεν είχαν λιφτά, για να περάσουν τ’ νύχτα, να τ’ς πάρει του πρωί.

Μία ψάθα είχαν καταή, τίπουτ’ άλλου! Άμα είχις κάπα ή κανιά μαντύα (η μαντύα: στρατιωτική χλαίνη), ήσαν βασιλιάς! Έστρωνες τ’ μ’σή καταή κι με τ’ν άλλη σκεπάζουσαν! Κι για μαξ’λάρι τα παπούτσια σου ή του σακάκι σου! Ιγώ ικείνη τ’ βραδιά είχα κοιμηθεί κι έβαλα τα παπούτσια για προσκέφαλο κι απάνου στα παλιοπάπουτσα του σακάκι, για να μη μυρίζουν κιόλα!

Ούτι νιρό είχι μέσα, ούτι τίπουτα. Σηκώνουσαν το πρωί, τινάζουσαν λίγου κι έβγαινες όξου… ν’κουκύρ’ς, σα να ‘χες κοιμηθεί στο καλύτιρου ξενοδοχείου!

Ήταν καζάρμα, ένα δωμάτιο (σαν μονόχωρος θάλαμος στρατοπέδου). Όσοι πάναιγαν (πάγαιναν, πήγαιναν) εκεί μέσα κοιμάνταν όλοι μαζί, καθένας έπιανε ψαθαρίκι καταή. Εκειό το βράδυ ήμασταν κανιά 25αριά νοματαίοι. Κατ’ μια μεριά, κατ’ του τοίχου τά ‘χαμαν όλοι τα κιφάλια κι τα ποδάρια κάτου. Όχι ου ένας απάνου κι ου άλλους κάτου.

Κρύου δεν ήνιωσα, γιατί ήταν είχι μαζωχτεί πουλύς κόσμους.

Άλλους ρούχναγε (ροχάλιζε), άλλους καπίνιζι τσιγαρόνες μέσα ικεί… Αλλά δεν παραπονιόνταν κανένας, φχαριστημένοι ήταν όλοι, αφού τ’ς ήταν μέσα κι δε βρέχουνταν.

Πού θα νά ’μνησκες (θα έμενες) όξου, σαν τα σκ’λιά. Κάτι έδωνες, κανιά δραχμή, δε θ’μάμαι, για να ξημερώσεις, να δεις μέρα πάλι…

Να μη σι φέρει να κοιμηθείς έτσι πουτέ. Αλλά δε σας φέρει η μοίρα εσάς, τ’ νέα γενεά, να ιδείτε τέτοια. Κι δεν εύκομαστε νά ‘ρθουν τέτοια χρόνια, να κοιμάντι όλοι μαζί, σαν τ’ άλογα».

Τα άσπρα σεντόνια… μαύρισαν!


Το airbnb δεν είναι σημερινή επινόηση. Πριν από δεκαετίες, για να εξοικονομούν ελάχιστα χρήματα, ορισμένοι χωρικοί νοίκιαζαν το σπίτι τους σε περαστικούς. Ανατριχιαστικά ενδιαφέρουσα η αφήγηση:

«Ήταν 1943, χινόπουρου, τότι μι τουν πόλιμου. Τότι είχι αρρουστήσει ου παππούς μ’ στο χωριό, στο Καπέσοβο. Τηλέφουνου π’θινά. Ήρθι ένας αγωγιάτ’ς κι μας είπι ότι ου παππούς θέλει φάρμακα.

Ξεκινήσαμαν μι τα πουδάρια για να πάμι στου χουριό, 10-12 ώρις. Ιγώ ήμαν μ’κρή (γενν. 1935), αλλά δεν ήθιλα να χωρ’στώ τ’ μάνα μ’ κι τ’ν ακολουθούσα. Δεν έβγαζα “κιχ” ότι απόστασα, για να μη μ’ πει, γιατί ήρθις.

Ξεκινήσαμαν χαράματα απ’ τα Γιάννενα, κι ν’ ανοίξει ο Φόρος (ακραίος σταθμός της πόλης, είδος τελωνείου για τη φορολόγηση προϊόντων χωρικών που επρόκειτο να πωληθούν στην πόλη). Τότι μ’ τ’ς Γιρμανούς, δεν πλήρουνις φόρου, αλλά έπριπι να έχ’ς χαρτί απ’ τ’ν Αστυνουμία, πού πας κι πότι θα γυρίσεις, να ξέρουν. Κι γιατί πας.

Η μάνα μ’ είχι βγάλει χαρτί απ’ τ’ν Αστυνομία κι περάσαμαν. Περπατάγαμαν ολόκληρη μέρα. Στ’ δημοσιά, στο δημόσιο δρόμο. Ανεβήκαμαν το δρόμου μέχρι τ’ Ντοβρά (Ασπράγγελοι).

Είχαν κάψει τ’ Ντοβρά (Ασπράγγελοι) οι Γιρμανοί, θ’μάμαι όπως περπατούσαμαν στο χωριό κάπνιζαν ακόμα τα σπίτια. Όλο αποκαΐδια! Σκόρπια πράματα στου δρόμου! Είχα βρει κι ιγώ μια μπρουστέλα δαντελένια, γαλάζιο χρώμα. Μας έπιασι η νύχτα τότι που φτάσαμαν στου χουριό.

Αλλά ο παππούς μ’ είχι αρρωστήσει πάλι το 1945, είχαμαν λευτερωθεί. Τότι πάλι έφ’γα μι τ’ μάνα μ’ απ’ τα Γιάννενα για να πάμι στο χωριό.

Φύγαμαν αργότιρα κι μας έπιασι η νύχτα στ’ Ντοβρά, μακριά απ’ του χουριό, γιατί είνι του πρώτου του χουριό όπως ανεβαίνουμι στα Ζαγόρια.

Αφού νυχτώσαμαν, ήρθι κόσμους κι ρώταγι τ’ μάνα μ’:

-Πούθι (από πού) είστι; Πούθι ήρθαταν; Τίνους είσι ισύ; Πού να πάει του πιδί τώρα π’ νύχτουσι; Θα σας φάν’ οι λύκοι κι οι αρκούδις!

Ρώτ’σι η μάνα μ’ αν είνι κάνα σπίτι για να κοιμηθούμι του βράδυ.

Τ’ς είπαν, έχει ου τάδε σπίτι, ικεί να πάτι.

Αυτοί νοίκιαζαν του σπίτι, να βγάνουν καμιά δικάρα.

Πήγαμαν στου σπίτι, καλοί ανθρώποι. Μας έβαλαν σ’ ένα δουμάτιου, του ‘χαν καλά σιασμένου, μι καθαρά σιντόνια.

Απ’ τ’ν αποσταμάρα (κούραση) κοιμήθ’καμαν σαν τούβλα ιμείς…

Αλλά τα χαράματα σηκώθ’καμαν σα ζουρλές απ’ τ’ φαγούρα! Είχαν βγει οι κόρ’ζες (κόριζες: κοριοί), όλο τσίφες, τσίφες (πίκες, βούλες), όπως ήταν οι κόρ’ζες!

Αφού χορτάσαμαν ύπνου, καταλάβαμαν τ’ φαγούρα!

Θ’μάμαι είχι κι φιγγάρι κι φαίνουνταν στ’ς τοίχους ν’ ανηφουρνάν’ οι κόρ’ζες. Απού άσπρα που ΄ταν τα σιντόνια, γίν’καν μαύρα απ’ τ’ς κόρ’ζες!

Πού να ματακοιμηθείς, π’ ζουρλαίνουσαν απ’ τ’ φαγούρα!

Λέει η μάνα μ’:

-Σηούκου (σήκω), να πάρουμι δρόμου, να πάμι στου χουριό, να πλυθούμι, ν’ αλλάξουμι ρούχα.

Σηκώθ’καμαν κι δεν είπαμαν τίπουτα, για να μη στενοχωρήσουμι τ’ς ανθρώπ’ς. Τ’ς χαιρετήσαμαν, πληρώσαμαν κι φύγαμαν για το χωριό».


Ο μικρός σωτήρας!


Φυσικά δεν ήταν όλα πάντα ρόδινα στο θέμα της φιλοξενίας. Ο φίλος μου και πάντα πρόθυμος πληροφορητής από την Κάτω Καλεντίνη Γιώργος Κοσμάς (γεννηθείς το 1943, γιος της αείμνηστης Αικατερίνης Κοσμά, 1910-2018) αφηγείται κάτι ιδιαίτερα συγκινητικό:

«Κι τα παλιά τα χρόνια ήταν πουλλά σόια ου κόσμους, πουλλές φυλές, πουλλές ράτσις (ενν. χαρακτήρες). Άλλους ήταν τσιγκούν’ς, άλλους ήταν φιλότιμους…

Ιγώ ήμαν φιλότιμος (φιλόξενος) απού μ’κρό πιδί, όπως κι οι γονέοι μ’. Να τ’ς πάρ’ς τ’ν καρδιά. Ήταν το φιλότιμό μας. Δεν του λέου για παίνιες (έπαρση). Ας ήμασταν φτωχοί, θέλαμαν να έρθουντι ου κόσμους στου σπίτι. Κι έμησκαν (έμεναν) ένα βράδυ, για να ξημερώσουν. Ό,τι είχαμαν να φάμι, θα ‘τρωγαν κι οι μ’σαφ’ραίοι. Δεκατρία αδέρφια ήμασταν, δέκα κανονικά κι τρία αλλάδερφα (ετεροθαλή, από προηγούμενο γάμο).

Χρόνια τώρα, ήμαν μ’κρός. Γύρα στα 12-13. Είχι έρθει ένας καλαντζής στο μαχαλά. Αυτός γάνωνε (επικασσιτέρωνε) κ’τάλια κι κ’τάλις. Είχι μια βούτα, αγγειό χαλκωματένιο. Ικεί μέσα βούταγι τα κ’τάλια κι καλαλίζουνταν. Αφού είχι καλάλι μέσα, έβγαιναν άσπρα.

Πιδάκι κούτσικο ιγώ, πήγα σι κάτι σπίτια ικεί στου μαχαλά για να πούμι κ’βέντις.

Ικεί ήταν κι ου καλαντζής κι καλάλιζι, ικείνη τ’ μέρα είχι έρθει.

Αλλά πήρι κι νύχτουσι.

Κι ρώταγι τουν κόσμου αυτός:

-Είνι κάνα κονάκι (κατάλυμα) να μείνω απόψι, να ξημιρώσου;

Άλλους είπι “έχου μ’κρό σπίτι”, άλλους “έχου κουπέλις” (μικρές κόρες). Άλλους έφ’γι χουρίς να πει κ’βέντα…

Κι έτσι έφ’γαν όλοι, τουν άφ’καν μαναχό, στο έλεος. Έμ’να ιγώ τελευταίος μ’ αυτόν τουν καλαντζή.

Αφού δεν τουν πήρι κανένας, τού ‘πα ιγώ:

-Έλα, μπάρμπα, στο σπίτι μ’. Είμαστι πουλλά αδέρφια, είνι μ’κρό του σπίτι. Αλλά άμα δε σι παίρει του σπίτι, έχουμι κι καλύβις, έχουμι θρουφές για τα ζωντανά. Κάπου θα σι βάλουμι…

Έκατσι κι σκέφτουνταν αυτός… Μ’ είδι που ‘μαν λιανόπαιδου.

Οι άλλοι ήταν άντρις κι έφ’γαν. Κι ιγώ που ‘μαν λιανόπαιδου τού ’πα να έρθει στου σπίτι! Παραξενεύτ’κε αυτός…

Είχι ν’χτώσει για τα καλά. Κίν’σα (ξεκίνησα) ιγώ κι απού κουντά αυτός, δεν έρχουνταν σιμά. Αραιά-αραιά (σε απόσταση). Γιατί σκιάχ’κι μην τουν δείρου, μην τ’ πάρου τα λιπτά, μην τουν σκουτώσου. Ποιος ξέρει…

“Είνι κι στενός ου δρόμους, μην πέσεις σι κάνα στεφάνι (γκρεμό) κι βρου ιγώ του μπελιά μ’…”, είπα ιγώ.

“Όχι, όχι, γλέπω, τράβα μπροστά ισύ κι έρχουμι ιγώ”, είπι ου καλαντζής.

Ήρθαμαν απάνου, μπήκαμαν μέσα στου σπίτι, φώναξα κι τουν αδιρφό μ’ του μιγάλου…

Αυτός ου καλαντζής ήταν ρήτουρας!

Πέρασι πουλέμους, μολόγαγι αυτά που ‘χαν δει τα μάτια του.

Ιγώ δεν τα πολυκαταλάβαινα γιατί ήμαν μ’κρός, αλλά τα θ’μάμαι.

Ετοίμασι η μάνα μ’ να κοιμηθεί κι ου καλαντζής στου σπίτι.

Κοιμήθ’κι στου κριβάτι αυτός, γιατί ήταν μ’σαφίρ’ς. Ήταν δίπατου του σπίτι μας. Ιμείς κοιμάμασταν κι καταή. Τουν ξένου τουν βάζαμαν στου κριβάτι.

Του προυί σηκώθ’καμαν. Μας έφκιασε τραχανά η μάνα μ’.

-Έχ’ς χαλκώματα να τα καλαλίσεις; Ό,τι έχ’ς, να μ’ τα φέρ’ς. Ρώτ’σι αυτός τ’ μάνα μ’.

Τά ‘φιρι η μάνα μ’, τ’ς τα καλάλισι αυτός.

-Τι χρουστάμι; Να σι πληρώσουμι, μπάρμπα, για τα κ’τάλια π’ γάνωσες.

-Ιγώ χρουστάου! Δεν καρτέραγα απού ένα λιανόπαιδου ν’ ακούσου τέτοιες κ’βέντις, ότι θα μ’ έπαιρνι στου σπίτι, μου ‘ρθε απ’ ονείρου αυτό του πράμα (δεν το περίμενα, ήταν σαν όνειρο)».

Το τέχνασμα των αφιλόξενων


Πολλά ήταν τα στερεότυπα που υπήρχαν για τους κατοίκους άλλων περιοχών, ακόμη και γειτονικών χωριών, ότι οι κάτοικοί τους δεν ήταν φιλόξενοι. Για ευνόητους λόγους δεν θα αναφέρω το χωριό νομού εκτός Ηπείρου που παλαιότερα λεγόταν ότι είχαν κάνει επιστήμη την… αφιλοξενία!

«Ήταν κι τότι σι κάτι χουριά ου κόσμους π’ δεν έβαναν ξένουν μέσα στου σπίτι. Κάπουτι είχι πάει ένας θ’κός μας άνθρουπους σ’ ένα κιφαλοχώρι, κι δεν τουν έβαλι κανένας μες στου σπίτι, κοιμήθ’κι όξου.

Στου θ’κό μας του χουριό, άμα έρθουνταν ξένους, δεν πρόκουνταν (επρόκειτο) να μείνει όξου, να μην τουν πάρει κανένας στου σπίτι».

«Έλα να σ’ πού ένα κόλπου πο’ ’καναν σ’ αυτό του χουριό. Για ν’ ακούεται, το ‘καναν αυτό, δεν ήταν μύθους…

Αυτοίνοι οι ανθρώποι ήταν συνοημένοι όλου του χουριό. Τότι ούτι αμάξια ήταν ούτι τίπουτα. Ου κόσμους πάαιναν (μετακινούνταν) μι τα πουδάρια ή στ’ άλουγου καβάλα. Ο κάθι φερτικός θα πάαινε στο καφενείο τ’ χωριού. Αφού έπ’νι καφέ ή κάνα τσίπ’ρου, νύχτουνε. Ρεύμα δεν ήταν τότι. Σηκώνουνταν ου κόσμους να πάει ου καθένας στου κατ’κιό (κατοικιό: σπίτι) του. Αλλά προτού φύβγουν έλιγαν στουν ξένου “Θα πάμι στου θ’κό μ’ του σπίτι απόψι, να φας κι να κοιμηθείς”. Σηκώνουνταν ου άλλους κι έλιγι “Όχι, δε θα τουν πάρ’ς ισύ, θα τουν πάρου ιγώ”. Έλιγι ου άλλους “Όχι, θα πάμι στου θ’κό μ’ του σπίτι απόψι”.

Νια τσακωμάρα (ένας καβγάς) μιταξύ τ’ς οι χουριανοί κι έκαναν ότι πείσμωναν (θύμωναν) κι έφευγαν κι τουν άφ’ναν τουν ξένου μαναχό στου μαγαζί!».

Ξενοδοχείο… χιλιάδων αστέρων!


Και οι προηγούμενες καταστάσεις φαίνονται αδιανόητες για εμάς, όμως οι πιο ταλαιπωρημένοι ήταν οι κτηνοτρόφοι, καθώς όταν μετακινούνταν από τα χειμαδιά στα ορεινά ή το αντίστροφο, ήταν υποχρεωμένοι να διανυκτερεύσουν κάτω από τον ουρανό, ο οποίος δεν ήταν πάντα ξάστερος…

«Θ’μάμαι έφ’γαμαν απ’ τα Θοδώριανα (Θεοδώριανα: ορεινό χωριό Νομού Άρτας), τ’ς 20 τ’ Αϊ-Δημήτρη (Οκτωβρίου), για να πάμι στου Κάτου Αθαμάνιου, για να κοιμηθούμι ικεί του βράδυ, κι ώς αύριγιου του μεσημέρι φτάναμαν ιδώ (σε τοποθεσία εκτός οργανωμένου οικισμού).

Του προυί έφευγαμαν απ’ του χουριό. Ου άντρας μ’ έφ’γι μπρουστά μι τα πρόβατα κι ιγώ είχα δ’λειές, έφ’γα κοντά (αργότερα). Κι δε μπόρισα να τουν φτάσου στου δρόμου. Τουν έφτασα στου γρέκι (υπαίθριος στάβλος), ικεί π’ μαζώνονταν τα πρόβατα για να τα γρεκιάσουμι.

Ιγώ είχα ζαλιγκουμένη νια μπάλα χουρτάρι (ένα δέμα σανού), για να ταΐσουμι τα πρόβατα. Γένν’σι κι νια πρατίνα στου δρόμου. Τι να κάνουμι; Βάλαμαν τ’ αρνιά ψ’λά στο μ’λάρι, ανάμισα στα τσιόλια, όπους είχαμαν τ’ς μεριές φορτωμένις (φορτία εκατέρωθεν), γράδουσαμαν (βάλαμε ανάμεσα) τ’ αρνιά. Πήραμαν μία ανηφόρα, θ’μάμαι, κι ικεί φαίνιτι έπισι τ’ αρνί απ’ του μ’λάρι. Νύχτα ήταν, πού να του ‘βρισκις… Φτάσαμαν στου Κάτου Αθαμάνιου. Έλειψι τ’ αρνί, αλλά δε μπόρ’γαμαν να γυρίσουμι.

Πού κοιμάμασταν; Όξου, σι κάτι λιθάρια. Ωρέ, λιθάρια να ιδούν τα μάτια σου! Άμα πάαιναμαν γλήγορα (φτάναμε νωρίς), έκοβαμαν κάνα ρείκι, για να του βάλουμι καταή, να του στρώσουμι. Αλλά θ’μάμαι ικείνη τ’ βραδιά είχι ν’χτώσει.

Κοιμάμασταν λιγάκι, πετιόμασταν απάνου, γιατί απ’ τα λιθάρια μάς πόναγαν ούλα, χέρια, κουρμί, πουδάρια. Σηκώνουμασταν απάνου, να κόψουμι κι λίγα ρείκια για να βάλουμι στα φουτιά! Πρατς, πρατς… Πού να τα βρεις τα ξύλα… Φτάναμαν ίσια μι τ’ν ώρα (δηλ. την ώρα που νύχτωνε).

Κι έβριχι μία νύχτα, θ’μάμαι! Βρουχή; Μι του καρδάρι! Όσου μπόρ’γι, έρ’χνι! Να βάζουν (βουίζουν) τα ρέματα. Κι ν’ αστράφτει κι να μπουμπ’νάει! Τι να κρατήσει κι η κάπα; Μι τ’ν κάπα ήμασταν ούλη νύχτα! Ου καθένας είχι τ’ θ’κή του τ’ν κάπα, άλλη ιγώ, άλλη ου άντρας μ’. Έχου μίνια παλιακιά κάπα, 70 χρόνια φκιασμένη. Ένα δάχ’λου χουντρή, δεν περονιάζει νιρό.


Αλλά ικείνη τ’ βραδιά, ω πω πω, αδερφέ μ’… Ήμασταν μούσκιμα! Λέμαν (λέγαμε), αν δεν πάθουμι τίπουτα απόψι, δεν θα πάθουμι τίπουτα πουτέ.

Πού να σι κουλλήσει ύπνους! Μι τ’ν κατσιούλα (κουκούλα) στου κιφάλι κι να στέκεσαι ολόρθη αουπάνου στ’ φουτιά! Αμ’ τι… Πού να κοιμηθείς… Π’ρώνουσαν λίγου, ζεσταίνουσαν κι πίσου μαζώνουσαν. Κι αυτήνη η δ’λειά γένουνταν.

Έσβηγι η κι φουτιά, αλλά αν ήταν κανιά τσιούμα (ξυλώδης ρίζα ρεικιού), βάσταγι λίγου καρ’νάκι (κρατούσε λίγο καρβουνάκι).

Κι σηκώνουμασταν πίσου (πάλι) του προυί, τα συμμαζώναμαν τα πρόβατα για να φύβγουμι.

Εκείνη τ’ βραδιά μο’ ’λειψι ένα κριγιάρι. Ποιος ήρθι ικεί κι του πήρι… Σ’ λέει, βρέχει, δε θα μι καταλάβουν άμα του κλέψου…

Τα σύνταξαμαν (συγκεντρώσαμε) ούλα, του κουπάδι κι του μ’λάρι, κι έφ’γαμαν για να ‘ρθουμι ιδώ.

Κι πάλι ιδώ να στήσεις του ν’κουκυριό στου σπιτάκι μας… Να του συμμάσεις, να του σκ’πίσεις, πάλι απ’ αρχή ιδώ…».

Όλοι χωρούσαν στην καλύβα!


Τα προαναφερθέντα αφορούσαν τη μικρή μετακίνηση των κτηνοτρόφων, διάρκειας δύο ημερών. Υπήρχε όμως και η μεγαλύτερη, πολύ πιο κοπιαστική, στα όρια της εξόντωσης για ανθρώπους και ζώα:

«Τότι π’ πάαιναμαν στου Ξηρόμιρου κοιμάμασταν ουχτώ βραδιές όξου. Τα μιγάλα τα κοπάδια τα πρόβατα πάαιναν απ’ το Τετράκωμο, έπιαναν (κατευθύνονταν) πέρα τα Ρετσιανά χαμ’λότερα, κοντά στ’ Αστροχώρι, Μεγαλόχαρη. Κι κοντά έπιαναν το Γάβρογο (Σκουληκαριάς), Κωνωπίνα, Παπαδάτες, μέχρι του Μεσολόγγι φτάναμαν. Ιμείς στ’ν Κατούνα πααίναμαν, ιδώ στ΄ν Αμφιλουχία απού πίσου άμα ξέρ’ς.

Αλλά ιμείς μι τα μ’κρά τα κουπάδια, πάαιναμαν απ’ του μεγαλόδρουμου. Ήταν άσφαλτου κανιά π’θαμή. Στου Βουργαρέλι μία βραδιά, μίνια στου Κάτου Αθαμάνιου, στα Ψ’λά Δέντρα, ιδώια αποκείθε, στα Κατσινιλέικα (Γωνιά Κάτω Καλεντίνης). Μία στου Δεκατρίο, στ’ ράχη απ’ το Πλατανόρεμα. Άλλη μία στ’ Βαλαώρα (λόφος Περάνθης, Άρτα). Κι άλλη μέρα παρέκεια. Μία στο Μενίδι (Αιτωλοακαρνανίας) κι μία στ’ν Παλιαυλή, ικεί πο’ ’χουν του σφαγείο, πο’ ’φκιασαν παραλλαγή (παράκαμψη). Βάρ’γαμαν σιαπέρα (κατευθυνόμασταν προς τα πέρα), π’ πααίνει κα’ του Σπάρτου. Πού να τα ξέρ’ς ισύ πού είνι… Θ’μάμαι είχα μια κάπα κι μ’ βάρ’γι στ’ς άντζες κι πέραγαν τ’ αμάξια κι γέλαγαν. Πάαιναν σιγά, αναμέραγαν για να πιράσουν τα πρόβατα κι γέλαγαν. Κι ιγώ τ’ς έλιγα, “τι γιλάτι;”.

Ιμείς φιλοξενούμαν κόσμου στ’ν καλύβα, τότι π’ πάαιναμαν στου Ξηρόμιρου, του χειμώνα κάθουμασταν ικεί. Κι απ’ τα τέλη Μάη πάλι πίσου στου χουριό. Έκαναμαν ουχτώ μέρις πιρπατώντας. Σ’ έκουβι η νίλα απ’ τα πρόβατα, ήταν μπαϊλισμένα, στου Μακρυνόρους αν πέρασις. Ραΐζομαι (ραγίζομαι: θλίβομαι) τώρα π’ τα θ’μάμαι τα χαϊβάνια (ζώα), πρατίνα ιδώ, κριάρι ικεί, άλλου παρέκεια… Να τα ιδείς να έρθουντι αγαλιούτσικα (σιγά σιγά), δεν είχαν δύναμη να πιρπατήσουν. Νηστικούτσικα, μωρέ Βασίλη, τα πραματάκια…

Άμα ξέπεφτε (εμφανιζόταν) κανένας, έρθουνταν στ’ν καλύβα να κοιμηθεί κι να φάει ό,τι είχαμαν κι ιμείς. Ψουμουτύρι, λάχανα ακέρια (άγρια), τραχανά, ότι έτυχαινε… Μια βολά (φορά), δυο βολές, ξέπεσε τ’ απόσπασμα (Χωροφυλακής), απού 4-5 χωροφυλάκοι. Γίν’καν κάτι κλουπές (ζωοκλοπές) κι έβγαλαν απόσπασμα όξου. Αυτήνη τ’ν καλύβα τ’ν έφκιαναμαν κάθι χρόνου, γιατί χάλαγι. Άμα έρθεται ου άλλους στου σπίτι σου, δε θέλει ούτι του φαΐ σου, ούτι του πιει. Θέλει νια (μια) καλή καρδιά, να τ’ πεις τ’ν καλή κ’βέντα! Κι απέ (εξάλλου), ου ν’κουκύρ’ς π’ θα πας ικεί στ’ν καλύβα, δε σ’ αφήνει έτσι, όχι, θα σ’ προσφέρει ό,τι έχει.

Ικεί στου Ξηρόμιρου, στ’ν Κατούνα, πάαιναμαν κι έκοβαμαν στο βάλτο, ώς του γόνα μέσα, κι κόβαμαν ψαθιά, να τα πλέξουμι, τα πλέμαν (πλέκαμε) μι σκ’νιά, για να τα κάνουμι στρώμα, φκιάναμαν ψάθις για όλη τ’ν καλύβα, για να μην είμαστι μπιτ καταή.

Ήμασταν σκληροί, βάσταγαμαν τότι. Τώρα, Βασίλη, δε μαλάζει (αγγίζει, κάνει) κανένας τίπουτα!

Τώρα είνι καλά. Τα βάνουμι στ’ αμάξι (ενν. φορτηγό) τα πρόβατα κι τα φέρουμι ιδώ, τα ξιφορτουνώνι ιδώ, όξου απ’ τ’ν πόρτα.

Αλλά τώρα πο’ ’χουμι απ’ ούλα, μας φύγαν τα χρόνια…».

Κόσμος στο χάνι… νερό στα φασούλια!


Συνδεδεμένο με τη διαμονή είναι και το θέμα της διατροφής. Στα χάνια, όπως προαναφέραμε, είχαν πάντα στη φωτιά μια τέντζερη με όσπρια. Τι γινόταν όμως αν το φαγητό αυτό ήταν λίγο και ξαφνικά εμφανίζονταν καινούργιοι ταξιδιώτες που πεινούσαν;

«Στα χάνια είχαν ολοένα τεντζερέδις μι τα φαϊά τ’ς φτώχειας: φασ’λάδα, φακή, ριβίθια… Είχαν χτιστές φουφούδις (εστίες μαγειρικής με ξύλα), για να ‘ναι ζιστό του φαΐ. Χαμήλωναν τ’ φωτιά για να μην καεί το φαΐ κι ήταν ζιστούτσικου μι τ’ θράκα.

Αλλά στα χάνια δεν έλειπι ου κόσμους, έρχουνταν συνέχεια περαστικοί.

Κι άμα ήταν λίγου του φαΐ κι έρχουνταν καινούργιοι, έλιγι του πιδί (υπάλληλος στο χάνι):

-Τι θα τ’ς ταΐσουμι τώρα, μάστουρα;

-Σώπα, χαμένε! Υπάρχει κι νιρό! Φέρι μία κανάτα, να ιδείς πόσου θ’ αυγατίσει η φασ’λάδα!

Έρχ’νι του νιρό μέσα, έβανι κι λίγου αλάτι κι λίγου λάδι κι γένουνταν ίδια η φασ’λάδα, για να φάν’ κι άλλοι οι καινούργιοι. Ζ’μί ήταν του περισσότιρου, αλλά μούσκευαν του ψουμάκι κι χόρταιναν!

Γι’ αυτό έμ’νε η κουβέντα “Κόσμος στο χάνι, νερό στα φασούλια” (παροιμιώδης φράση για μια λύση της τελευταίας στιγμής).

Τι να έκανι ου χατζής (χανιτζής); Γένουνταν κινούργιου φαΐ στ’ στιγμή;

Μι του νιράκι πο’ ’ρ’χνε αυτός στου φαΐ, έβγαιναν πιάτα, χόρταιναν όλοι κι κοιμάνταν».

***

Οι αφηγήσεις αφορούν μια εποχή που πέρασε οριστικά πλέον στην Ιστορία. Σήμερα πρέπει να πάρεις τηλέφωνο ακόμη και για να πας στον αδερφό σου να του πεις μια «καλημέρα». Κλειδαμπαρωμένα τα σπίτια μας πλέον, ανοιχτά μόνο για εμάς και τους οικείους μας. Σφαλισμένες οι καρδιές μας. Ένας γνωστός μου πριν από λίγο καιρό μιλούσε με πικρία για το… αποστειρωμένο σαλόνι στο πατρικό του. Η μητέρα του δεν επέτρεπε ούτε στα παιδιά της να μπουν εκεί, για να μη λερωθεί, να μη φθαρούν τα έπιπλα και τα καλύμματα.... Το σαλόνι το άνοιγε μόνο στις γιορτές τους, για να δεχθεί τους επισκέπτες. Όμως πέθανε η μητέρα του, το σαλόνι όντως δεν φθάρθηκε, οπότε κατέληξε σε άριστη κατάσταση στον παλιατζή…

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, κλασικός φιλόλογος, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Κάτσε να σου μολογήσω – Ηπειρώτικες ιστορίες από το παρελθόν που μιλούν στο παρόν» (εκδ. Αλεξάνδρεια). Υπό έκδοση είναι το Ηπειρώτικο Λεξικό που έχει συντάξει.



Email: vasilis.malisiovas@gmail.com

LinkedIn: Vasilis Malisiovas



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ