ΣΥΡΙΖΑ: «Ο κίνδυνος απώλειας πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας»
Ο Σύλλογος Γυναικών Άρτας της ΟΓΕ τίμησε την 8η Μάρτη με εκδήλωση για την ασφάλεια στους χώρους δουλειάς
Αναρτάται ο ΕΝΦΙΑ: Τέλος Μαρτίου η εξόφληση της πρώτης δόσης – Ποιοι θα έχουν εκπτώσεις
Συνέντευξη του Νίκου Λυμπέρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
Επίσκεψη Γ. Στύλιου στο ΓΝ Άρτας: «Με σύγχρονες υποδομές και νέους γιατρούς ενισχύεται το Νοσοκομείο»
Προσφορά ζωής και δράσεις για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας από τον Δήμο Αρταίων
Έφηβος, διάβασα όλον τον Ντοστογιέφσκι. Θυμάμαι τους δύο πρώτους ποιητές που με καθήλωσαν, τον Ρίτσο (που λίγοι διαβάζουν στην Ελλάδα) και τον Καβάφη, με το τόσο δικό του στυλ, μοναδικό.
Άρχισα να γράφω συστηματικά στο μοναχικό μου δωμάτιο στο Quartier Latin, το 1975, όταν ξέφυγα από το φορτίο της τραγικής πραγματικότητας (χούντα-φυλακή, κλπ) και της ανωριμότητας. Και τότε βγήκα στα βουνά, στους ωκεανούς (μέχρι τα 3. 000 μ. βάθος) και κυρίως στις ερήμους, πυρωμένες και παγωμένες, σε μιαν άλλη μοναξιά, στον κίνδυνο, στην κόψη της ζωής. Θαυμασμός ατελείωτος. Η έρημος έχει μπει στο αίμα μου. Το γράψιμο είναι για μένα ζωτική ανάγκη. Είναι σημάδια σ’ έναν δρόμο ασκητείας (με την ασιατική έννοια). Αρχικά ντρεπόμουν να δείξω τα γραφτά μου. Το θεωρούσα αλαζονεία. Μετά από χρόνια άρχισα να δείχνω φωτοτυπίες στους κοντινούς μου φίλους. Ο πιο έμπιστος φίλος μου είπε ότι πρέπει να δημοσιευτούν. Δίσταζα καιρό. Τελικά μου συνέστησαν τον τυπογράφο-εκδότη Νίκο Βοζίκη (Εκδόσεις Διάττων) που έχει εκδώσει πέντε από τις έξι συλλογές μου.
Μια μέρα, άνοιξη του 2014, μου τηλεφώνησε ο Βοζίκης, στο Παρίσι, ζητώντας μου ένα χειρόγραφο. Διόρθωσα λοιπόν κάποια γραφτά και του τα έστειλα. Ένα μπουκάλι στον ωκεανό κι αυτό, το πέμπτο από τα έξι. Ο τίτλος του «Απόηχοι» αναφέρεται στους παλμούς που μένουν μέσα στους τοίχους αφού τα όργανα έχουν αποχωρήσει. (Είμαι τακτικός θαμώνας στις συναυλίες σύγχρονης αυτοσχεδιαστικής μουσικής.)
Γι’ αυτό και μόνο αποφάσισα να δημοσιεύσω τα γραφτά μου. Για τον άλλο, τον άγνωστο. Και απ’ όσο μου λένε, μερικοί φωτογράφοι και κινηματογραφιστές έχουν επηρεαστεί από αυτά τα γραφτά.
Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι η φύση. Χρειάζεται μακρά θητεία μακριά από την πόλη για να μπορέσουμε να βιώσουμε την φύση, τη δική μας και την γύρω, ώσπου να νοιώσουμε ότι είμαστε ένα. Είναι κι αυτό μια ασκητεία.
Έχω κάνει δέκα δίμηνες αποστολές στις πολικές περιοχές Σπίτσμπεργκ και Βόρεια Γροιλανδία, στην άκρη της γη, στη γραμμή που χωρίζει την ζωή από το θάνατο, όπου ο έσχατος κίνδυνος παραμονεύει άγρυπνος, μέρα-νύχτα. Θαυμασμός χωρίς τέλος. Τα γεγονότα κάτω εκεί (εδώ), εκεί κάτω σαν να μην υπάρχουν, δεν υπάρχουν. Η σκέψη πορεύεται άδεια, μόνο με τ’ απαραίτητα, τα ζωτικά. Μια αφαίρεση που δεν είναι καθόλου αφηρημένη κάνει χώρο για να φανεί κάτι που έρχεται δεν ξέρεις από πού. Άλλωστε, σ΄ ένα γεμάτο βάζο δεν μπορείς να βάλεις τίποτα. Από την απεραντοσύνη και από την ατέλειωτη μέρα, κάθε φορά, γυρίζεις άλλος. Δυνατές συγκινήσεις αλλάζουν τον μεγάλο εαυτό σου. Και η καθημερινότητα που ταλαιπωρεί τον μικρό σου εαυτό εδώ κάτω, φαντάζει γκρίζα.
Η ποίηση είναι τόπος ανοχύρωτος γι’ αυτό και πολυσύχναστος. Η ποίηση όμως δεν είναι προσωπικό ημερολόγιο αλλά έργο, ένα έργο που μπορεί να ενδιαφέρει κάποιον άλλο, έργο σαν αυτό του λιθοξόου που σμιλεύει την πέτρα (άλλωστε, υπάρχει μια συγγένεια της ποίησης με την γλυπτική). Βέβαια το έργο δεν είναι εύκολο γι’ αυτό και σπάνιο. Απαιτεί πολλή εργασία και υπομονή, χρόνια σκυμμένος στο χαρτί, μεγάλη ταπεινότητα και εντιμότητα και κυρίως ανιδιοτέλεια.
Έχω, στο τραπέζι μου και όχι στο μαξιλάρι μου, τον Ezra Pound και τον Pierre Reverdy. Θα μπορούσα όμως να έχω τον Thierry Metz, την Françoise Hàn ή τον José Carlos Beccerra.
