Αναρτήθηκε στις:22-01-26 11:26

Συνέντευξη του Σπύρου Αραβανή στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Ο δίσκος «Ζεστά Ποτά» άνοιξε ένα καινούργιο δρόμο στην ελληνική τραγουδοποιία, από το 1985 και μετά, μια στιχουργία που συνδύαζε την προφορικότητα με την μπιτ ποίηση, που προσέγγιζε με τον ίδιο σεβασμό, σοβαρότητα και αγωνία, τον άνθρωπο (προσωπικές ιστορίες) και την ανθρωπότητα (κοινωνικοπολιτικές συνθήκες).

Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί το βιβλίο «Ζεστά Ποτά», εκδόσεις Οξύ;


Αφορμή ήταν τα 40 χρόνια από την κυκλοφορία του δίσκου «Ζεστά Ποτά». Ευτυχής συγκυρία, η σχετική σειρά επίτομων «βιογραφιών» δίσκων από την σειρά academic του εκδοτικού οίκου Bloomsbury, 33⅓!, της οποίας οι εκδόσεις Οξύ πριν τρία χρόνια απέκτησαν τα δικαιώματα έκδοσης στα ελληνικά προχωρώντας και σε πρωτογενείς αντίστοιχες μελέτες-βιβλία από τον χώρο της ελληνικής δισκογραφίας. Η αιτία όμως ήταν πιο προσωπική. Αυτό το «χρέος» που είχα στον δίσκο. Ένα «χρέος» το οποίο το βιώνω και ως συλλογικό, διαβάζοντας τα εκατοντάδες μηνύματα που γράφουν καθημερινά οι ακροατές- φίλοι των Κατσιμιχαίων στα μέσα δικτύωσης, τις συγκινητικές αναμνήσεις τους από την πρώτη επαφή τους με τον δίσκο, είτε τότε, το 1985, είτε το 2005, είτε σήμερα. Σαν να είμαστε σε ένα δωμάτιο όλοι μαζί και να μοιραζόμαστε μνήμες και συναισθήματα για τη «Ρίτα», τον «Φάνη», τον «Νικόλα», τον «Μυλόζ».

Είναι αλήθεια πώς έκαναν χρόνια για να κυκλοφορήσουν τον δίσκο τα «Ζεστά Ποτά»;Από πού βρήκαν συμπαράσταση ώστε να υλοποιηθεί το σχέδιό τους;


Το πρώτο τραγούδι, «Η μπαλάντα του Φάνη» (αρχικός τίτλος του «Φάνη»), ήταν έτοιμο το 1977. Η πρώτη κρούση σε δισκογραφική εταιρεία με σχεδόν ολοκληρωμένη την αρχική μορφή του δίσκου (έλειπαν τα «Κορίτσια της συγγνώμης» και το «Υπόγειο», ενώ υπήρχαν άλλα τραγούδια που μπήκαν σε μεταγενέστερους δίσκους) γίνεται το 1978. Η άρνηση των εταιρειών, και ειδικά της Columbia (ΕΜΙΑΛ),είναι διαρκής. Ο Μανώλης Ρασούλης όμως έχει κι αυτός ένας διαρκές πείσμα βασισμένο στο δόγμα του: «συγκίνηση μεν συνείδηση δε». Έτσι, από το 1981 παλεύεινα μπορέσουν αυτά τα τραγούδια, συγκίνησης και συνείδησης, να κυκλοφορήσουν. «Τα τραγούδια σας», είπε στα αδέλφια, όταν τα άκουσε, «είναι πλήρη. Δε χρειάζονται ούτε παρεμβάσεις, ούτε διορθώσεις. Μπράβο. Αυτό είναι. Προχωράμε».

Κατά πόσο τους επηρέασαν τα αρβανίτικα τραγούδια που άκουγαν και η δημοτική μουσική στην σύνθεση της μουσικής τους;


Άμεσα φαίνεται σε μεταγενέστερα τραγούδια τους, με πιο χαρακτηριστικό το «Του έρωτα». Η βαθύτερη όμως επιρροή φαίνεται στην ερμηνευτική τους τεχνοτροπία και στη σοβαρότητα της σκηνικής τους παρουσίας. Αναφέρει στο βιβλίο, σε ένα σημείο, ο Πάνος Κατσιμίχας για τα οικογενειακά γλέντια που βίωναν ως μικρά παιδιά στο Μαυρομάτι Θηβών: «Ποτέ, όμως, δεν είδα ένα τέτοιου είδους γλέντι να εκτρέπεται σε οχλαγωγία. Δεν έκαναν πλάκα, κάτι άλλο σοβαρό έκαναν». Έτσι δεν ήταν και οι δικές τους παραστάσεις- συναυλίες;

Ο τρόπος δημιουργίας των τραγουδιών, των αδελφών Κατσιμίχα γράφετε, έχει ένα μεταφυσικό χαρακτήρα. Πώς κατάφεραν τα δύο αδέλφια να συνθέτουν και να γράφουν ώστε να φτιάξουν ένα τραγούδι;


Θα σας απαντήσω με τα δικά τους λόγια όπως τον περιγράφουν στην πρώτη τους συνέντευξη μετά την κυκλοφορία του δίσκου, το 1985, στον Γιώργο Κυριακίδη και το περιοδικό «Μουσική»: «[…] φτιάχνω τρεις στίχους και τους δείχνω στον Πάνο. Λογοκρίνει από τις πενήντα λέξεις τις σαράντα εννιά με κτηνώδη ευκολία. Μου βάζει γραμμή: μελό, γελοίο, ψέματα, άσχετο κ.λπ. και εγώ τα δέχομαι με απόλυτη φυσικότητα. Σα να λογοκρίνω τον εαυτό μου. Και το αντίστροφο. Αυτό συμβαίνει και στη μελωδία. Συμβαίνει και κάτι άλλο. Κρατώντας τις δυο κιθάρες στα χέρια, καθώς παίζει ο ένας στον άλλον τη μελωδία που του ’χει κάτσει, η επόμενη στροφή είναι δικιά μου, δηλαδή του την απαντάω. Είναι μια μελωδία σαν να υπάρχει ταυτόχρονα και στους δυο μας. Αυτό ηχεί λίγο μεταφυσικό, αλλά το κλίμα είναι αυτό. Τέτοια είναι η συνεννόηση, κι αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα»

Ο Γιάννης Σπάθας και ο Νίκος Αντύπας ενθουσιάστηκαν όταν άκουσαν τα τραγούδια. Είναι αλήθεια ότι ο τρόπος με τον οποίο συνεργάστηκαν οι συντελεστές ήταν ομαδικός και πρωτοποριακός;


Ο Κώστας Καλημέρης, νεαρός τότε ηχολήπτης, στο ξεκίνημά του μόλις, θυμάται και αφηγείται στο βιβλίο: «Το τελικό αποτέλεσμα υπήρξε συνδυασμός πολλών παραγόντων, πάνω απ’ όλα όμως ήταν το ίδιο το υλικό που έδινε την έμπνευση γι’ αυτόν τον πειραματισμό. Αν και τα ηχητικά μέσα εκείνης της εποχής δεν έχουν σχέση με τις σημερινές τεχνολογικές διευκολύνσεις, το ηχητικό αποτύπωμα του δίσκου έμεινε στην ιστορία». Αν σκεφτείτε ότι η ηχογράφηση μαζί με την μίξη των τραγουδιών διήρκησε συνολικά μόλις 75 ώρες, καθώς η παραγωγή ανήκε στις χαμηλού προϋπολογισμού της Columbia, θέλοντας και μη, πρακτικά μιλώντας, δεν γινόταν να μη συνεργαστούν ομαδικά. Αλλά το θέμα δεν είναι ασφαλώς μόνο το ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο. Είναι από τις περιπτώσεις που ενώνονται τα ταλέντα, ο καθένας με τον ρόλο του, συνεργάζονται κουβαλώντας ο καθένας τις καταβολές του και το αποτέλεσμα έρχεται κατευθείαν από το…μέλλον.

Γιατί ο δίσκος «Ζεστά Ποτά» θεωρείται διαχρονικός στην ελληνική μουσική;


Άνοιξε ένα καινούργιο δρόμο στην ελληνική τραγουδοποιία, από το 1985 και μετά, μια στιχουργία που συνδύαζε την προφορικότητα με την μπιτ ποίηση, που προσέγγιζε με τον ίδιο σεβασμό, σοβαρότητα και αγωνία, τον άνθρωπο (προσωπικές ιστορίες) και την ανθρωπότητα (κοινωνικοπολιτικές συνθήκες). Οι αστικές ιστορίες των Κατσιμίχα, έβαλαν στο κάδρο και τα πρόσωπα της καθημερινότητας, εκτός από τις μορφές τις ιστορίας που είχαν «ηρωποιηθεί» με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στη ζωή τους και μετά ή σχεδόν παράλληλα πέρασαν και στα τραγούδια των συνθετών της Δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης. Αυτός, λοιπόν, ο λόγος είχε τη δυτικότροπη και με παραδοσιακά στοιχεία μουσική που του άρμοζε και δύο σπουδαίες ερμηνευτικά φωνές, ένα κράμα λυρισμού, αφηγηματικής θεατρικότητας, ροκ ηχοχρώματος και λαϊκής εκφοράς, ώστε γίνουν τραγούδια που εισχώρησαν στα δωμάτια, στις παρέες, στις εκδρομές, στις πορείες, στον δρόμο. Τον εντός και εκτός μας. Στο ατομικό και συλλογικό συνειδητό και ασυνείδητο. Και είχε δυο εκφραστές, τον Χάρη και τον Πάνο Κατσιμίχα, που υποστήριξαν και υποστηρίζουν, με τη δημόσια στάση τους σαράντα χρόνια, αυτό που λένε και στο βιβλίο: «Αρκεί μόνο ό,τι λέμε να είναι αλήθεια». Αυτό είχαμε υποσχεθεί στους εαυτούς μας… και το τηρούμε ακόμα μέχρι σήμερα».



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

    img