Βαθαίνει το μισθολογικό χάσμα στην Ευρώπη
Η Χρηστή Διοίκηση και Δράση δίνει αποτελέσματα για την οδική ασφάλεια των πολιτών
Βουλευτές ΣΥΡΙΖΑ: Ζητούν απαντήσεις για τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur και τον ελληνικό αγροδιατροφικό τομέα
Στοχευμένοι έλεγχοι στα Ιωάννινα: 6 παραβάσεις για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ
Διαχειριστική Αρχή: Απάντηση για την προθεσμία υποβολής αιτήσεων χρηματοδότησης των ΣΒΑΑ
Φορητούς απινιδωτές απέκτησε η Αποκεντρωμένη Διοίκηση

Το ημερολόγιο ήρθε στα χέρια μου μέσω του ιστορικού-βυζαντινολόγου Κώστα Μ. Σταματόπουλου και του αείμνηστου προέδρου της Εταιρείας των Φίλων του Λαού καθηγητή Νικ. Μπρατσιώτη. Γραμμένο στα αγγλικά, αποτελείται από δύο τετράδια 172 και 192 σελίδων.
Διαβάζοντας το κείμενο σκέφτηκα ότι έπρεπε να «εμπλουτισθεί». Μετά από εκτεταμένη έρευνα σε διάφορες πηγές, προσπάθησα να συνθέσω τις πληροφορίες και να τις εντάξω στο πρωτότυπο αρχείο, ακολουθώντας το ημερολογιακά.
Οι πρώτες 76 σελίδες είναι δακτυλογραφημένες. Οι υπόλοιπες 288 είναι χειρόγραφες, γραμμένες με μολύβι, ξεθωριασμένες και δυσανάγνωστες σε αρκετά σημεία. Βασική δυσκολία ήταν διάφορα ονόματα ατόμων και τοποθεσιών, που έπρεπε να «διασταυρωθούν» και να «ταυτοποιηθούν». Άλλη δυσκολία προέκυψε διότι η Ελένη έγραφε κάποια ονοματεπώνυμα όπως εκείνη τα άκουγε και όχι τα πραγματικά!
Ο βασιλόπαις Νικόλαος πέθανε το 1938. Η Ελένη δεν ακολούθησε την βασιλική οικογένεια θέλοντας να μείνει κοντά στον τάφο του. Επισκεπτόταν το Παλαιόκαστρο όσο συχνότερα μπορούσε. Ξεκίνησε το ημερολόγιο την ημέρα εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα, γνωρίζοντας ότι η επικοινωνία με τις τρεις κόρες της θα γινόταν πλέον πάρα πολύ δύσκολη.
Παντρεύτηκαν από έρωτα και παρέμειναν αγαπημένοι μέχρι το τέλος –είναι σαφέστατο τόσον στις δικές της καταγραφές, όσο και στις αναφορές εκείνου στο δικό του Ημερολόγιο (1909-1912). Δύσκολα πείσθηκαν οι γονείς της, δεδομένου ότι, μετά τις κόρες του τσάρου, ήταν η πλουσιότερη νύφη στην Ρωσία! Όπως γράφει ο Κώστας Σταματόπουλος στον Πρόλογο, θεωρείτο αυτονόητο ότι θα παντρευόταν βασιλέα ή έστω διάδοχο θρόνου. Ερωτεύθηκε, ωστόσο, πρίγκιπα που ουδέποτε θα γινόταν βασιλιάς και που άλλα χρήματα δεν διέθετε εκτός από τον πενιχρό μισθό του Έλληνα αξιωματικού. Είναι εμφανέστατο στο Ημερολόγιο ότι, μέσα από την αγάπη της για τον άνδρα της, αγάπησε πολύ την νέα της πατρίδα.
«Το μέλλον είναι άγνωστο, βρίσκεται στα χέρια του Θεού. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ελπίζουμε και να προσευχόμαστε πως κάποια μέρα η πολυαγαπημένη μας Πατρίδα θα είναι πάλι ελεύθερη και ανεξάρτητη, κι ότι στην ανθρωπότητα θα βασιλέψουν ξανά η ειρήνη και η καλωσύνη», γράφει την ημέρα εκείνη. Απεχθάνεται την γερμανο-ιταλική κατοχή το ίδιο έντονα με τους υπόλοιπους Έλληνες. Όπως και η συννυφάδα της Αλίκη, που επίσης παρέμεινε στην Αθήνα, οργάνωνε συσσίτια. Δραστηριοποιήθηκε σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ήταν σύνδεσμος της αντιστασιακής οργάνωσης «Εθνική Δράσις» του Μαρκεζίνη με τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, μέσω του εκπροσώπου του στην Ελλάδα Sandström. Αποφεύγει να καταγράψει οτιδήποτε θα δημιουργούσε πρόβλημα αν το Ημερολόγιο παρέπεφτε (συχνά αναφέρει ότι είχε μία «ενδιαφέρουσα» συζήτηση, αλλά δεν την μεταφέρει στο χαρτί). Αρχικά, το απευθύνει μόνον προς την Όλγα και την Μαρίνα –ίσως επειδή ο Γερμανός σύζυγος της δευτερότοκης Woolly πολεμά με τον/στον στρατό της χώρας του; Το γεγονός ότι οι κατοχικές αρχές δεν την αντιμετώπισαν εχθρικά, οδήγησε σε εντελώς λανθασμένες και άδικες εικασίες μετά την Απελευθέρωση.
Ήσαν σε καλύτερη μοίρα σε σχέση με τους «απλούς» πολίτες. Η Ελένη (και η Αλίκη) αγόραζε κάποια τρόφιμα από το κτήμα του Τατοΐου. Ωστόσο, ο πρώτος χειμώνας της Κατοχής ήταν εξαιρετικά δύσκολος για όλους: «Έχουμε αίσθημα πείνας, αυτό το κενό που νιώθουμε στην νηστεία της Σαρακοστής. Όλες οι συζητήσεις στρέφονται γύρω από το φαγητό…Αναρωτιέμαι αν ο έξω κόσμος συνειδητοποιεί την κατάσταση στην χώρα μας, το τί περνάμε, τα τρομερά δεινά των ανθρώπων. Λένε ότι η Αθήνα βρίσκεται στην χειρότερη μοίρα, μια και στην επαρχία μπορεί ακόμα κανείς να βρει κάποια τρόφιμα –εκτός από ψωμί, που δεν υπάρχει πουθενά», γράφει στις 12.10.1941. Δεν παραμελεί το προσωπικό: «27.10.1941: Γάλα δεν υπάρχει…Το μεσημέρι έφαγα από το κρέας που μου εξασφάλισε ο Perk... Το μοιράζομαι φυσικά με τους υπηρέτες και προσπαθώ να διαρκέσει όσο το δυνατόν περισσότερο». Και στις 4.11.1941: «Χθες δεν είχαμε καθόλου τρόφιμα –τίποτα για τους υπηρέτες κι ελάχιστα για μένα...Η Diddie έφερε λίγα λαχανικάκι ένα τεράστιο λάχανο, τα οποία μοιράστηκα με το προσωπικό. Επί δύο ημέρες το ψωμί είχε εξαφανιστεί...Οι προμήθειες ίσα-ίσα επαρκούν για τα μέλη του προσωπικού και τα παιδιά τους». Μεριμνά επίσης για την σίτιση όσων ατόμων είχαν απομείνει στο Παλάτι.
Την χαρακτηρίζει, νομίζω, η λέξη «αυστηρή» –με τον εαυτό της, πρωτίστως. Ξεχειλίζει από τρυφερότητα για την οικογένεια και τα ζώα της. Παρά το ότι ήταν εγγονή, ανιψιά, εξαδέλφη τσάρων, και καλομαθημένη μοναχοκόρη, οι δύσκολες συνθήκες στην διάρκεια του γάμου της (εξορίες, οικονομικές δυσκολίες) και στην Κατοχή ανέδειξαν ψυχικά προσόντα που ίσως δεν συνειδητοποιούσε ότι διαθέτει! Αρωγός, η βαθιά πίστη της. Είχε πλήρη επίγνωση της κοινωνικής της θέσης, κρατούσε αποστάσεις, ήταν πεπεισμένη ότι «τα άτομα όπως εμείς δεν κλαίνε ποτέ δημοσίως». Εμεγάλωσε σ’ ένα κόσμο που επίστευε πως οι άρχοντες κυβερνούν θείω δικαίω. Έζησε όμως με την πεποίθησιν ότι η Θεία Πρόνοια υποχρεώσεις μόνον επιβάλλει στους άρχοντας, έγραψε η Ειρήνη Γ. Πεσμαζόγλου την επομένη της κηδείας.
