Αναρτήθηκε στις:27-06-24 20:19

Συνέντευξη του Ηλία Μέλιου για την λογοτεχνική γενιά του ’80 και άλλα τινά... στην Μάνια Μεζίτη


Αφιέρωμα σε Έλληνες και Ελληνίδες Λογοτέχνες της Γενιάς του ’80



Μνήμη


η μνήμη – αυτή η σπουδαία διαδρομή προς την εκεχειρία

έξω από ψιθύρους χαράς και καημούς μια ανταύγεια είναι

απόκρυφου θανάτου κόκκινη σκοτεινή κι αμφίβολη όμοια

με την άρρυθμη ανάσα μας στη δίψα των χειλιών

Ηλίας Μέλιος



Υφίσταται ποιητική γενιά του ’80, και αν ναι, πώς το τεκμηριώνεις;


Στον διαχωρισμό που υπάρχει, θέλοντας και μη, μεταξύ του δημιουργού και του δημιουργήματος έχει σημασία η χρονικά προσδιορισμένη γενιά, που δεν είναι απαραίτητα και ομαδοποιημένη αισθητική στάση και αντίστοιχη σχολή. Να μπορεί ο φιλόλογος, ο κριτικογράφος, ο αναγνώστης να έχει μιαν εποπτεία του υλικού της μελέτης του. Μια που και το ποίημα, όπως κάθε δημιούργημα, αυτονομείται από τον δημιουργό του, θα ήταν πολύ δύσκολο ή και αδύνατον κάποιος να μπορεί να ασχοληθεί με όλη την έκταση της ελληνικής ποίησης και με όλες τις ποιήτριες και τους ποιητές, ή με όλες τις διάφορες αισθητικές συσσωματώσεις. Οπότε αναλόγως της ιδιοσυγκρασίας, του γούστου, της επαγγελματικής επιλογής, της τύχης, της εξωποιητικής εκλογής και επιβολής, “πέφτει” επάνω σε μια “γενιά” και επιτελεί το παραπάνω καθήκον του! Στοιχεία πραγματολογικά, έτος γέννησης, τόπος, μόρφωση, ενηλικίωση, σπουδές και εργασία, συμπεριφορές, άλλες ασχολίες, παίζουν τον ειδικό τους ρόλο στην προσπάθεια να κατανοήσει κάποιος το πρόσωπο και την ομάδα, τη ρητή ή την άρρητη, που συντάσσεται σε ποιητική γενιά. Απ’ τη μια οι ποιήτριες και οι ποιητές της γενιάς του ’80, έτσι όπως και αυτή έχει ορισθεί πλέον στην ιστορία της λογοτεχνίας, γράφουν συνειδητά ή ασυνείδητα σαφώς με διαφορετικό τρόπο από αυτούς της γενιάς π.χ. του 1880. Απ’ την άλλη όμως, εάν ενδιαφέρει το αυτεξούσιο και αυθύπαρκτο ποίημα, αυτό καθαυτό, ξέχωρα από τον παραγωγό του, δεν έχει σημασία πότε γράφτηκε και από ποιον. Ένα από τα ποιήματα του Καβάφη ή του Καρυωτάκη έχει να μας πει σήμερα περισσότερα από μια στοίβα ποιήματα σύγχρονων συλλογών. Είναι και ο Όμηρος ποιητής, είμαι κι εγώ το ίδιο; Η κάθε ποιήτρια και ο κάθε ποιητής, κάθε γενιάς, κουβαλά στο κεφάλι και στην ψυχή του, που κι αυτή μόνο στο κεφάλι μας είναι, την εποχή στην οποία έζησε όταν πρωτοδημοσίευσε. Έχει ουσιαστική σημασία αυτό για να συνεννοούμαστε. Πάντα θα υπάρχει η ποιητική γενιά που αφορά τις ποιήτριες και τους ποιητές και πάντα θα υπάρχει το ποίημα πέραν από αυτήν. Ευτυχώς!

Οι ποιητές που έγραψαν και δημοσίευσαν κατά τη δεκαετία του ’80 κόμισαν κάτι νέο στην ποίηση, είτε αισθητικά είτε ως προς το περιεχόμενο;


Οι ποιητές του ’80 γράφουν και πρωτοεμφανίζονται σε ενδιαφέροντες καιρούς και εποχές, κατά τη διάρκεια του τέλους της Δικτατορίας του 1967, της ανολοκλήρωτης Μεταπολίτευσης του 1974, του “σοσιαλισμού” της Πασοκαρίας του 1981 και εντεύθεν, της πτώσης του κρατικογραφειοκρατικού καπιταλισμού της σοβιετικής Ρωσίας και της λοιπής ανατολικής Ευρώπης το 1989, της γενικευμένης παγκοσμίως κυριαρχίας του ιδιωτικογραφειοκρατικού καπιταλισμού, του νεκροφιλευθερισμού. Αντιστάσεις υπήρχαν και υπάρχουν. Και αυτό δεν σχετίζεται με την ποίηση. Η ποίηση δεν αλλάζει προς το καλύτερο τον Κόσμο. Οι ποιητές μπορούν να το κάνουν συλλογικά ως πολίτες μαζί με τους άλλους πολίτες. Οι ποιήτριες και οι ποιητές του ’80 μαζεύονται στο δωμάτιό τους, που δεν ήταν και δεν είναι ποτέ γυάλινος πύργος, και “μαζεύονται” και αισθητικά και όσον αφορά το περιεχόμενο. Τους όρισαν ως γενιά προσδιορίζοντας το όραμά τους ως ιδιωτικό. Ο κατ’ εξοχήν άλλος είναι ο ναρκισσιστής εαυτός μας! Πώς μπορεί ένα όραμα να μην αφορά όλη την κοινωνία; Σχήμα αντιφατικό και οξύμωρο για την ποιητική δραστηριότητα που ναι μεν πραγματοποιείται ιδιωτικώς, αλλά έχει δημόσια σημασία και νόημα και γι’ αυτόν που γράφει και γι’ αυτόν που διαβάζει. Και μόνη η ύπαρξη ενός αναγνώστη συνθέτει όραμα κοινωνικό. Όμως η κοινωνία νομίζει πως μηδενίζει τα οράματά της, ο καταναλωτικός πνιγμός ορίζει την ιδιώτευση ως το πιθανό όραμα. Τα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά, ψυχοτεχνικά άλυτα προβλήματα δεν κρύβονται στην άμμο, ο ταξικός πόλεμος είναι διαρκής και δεν ησυχάζει, μας λέει ένας φτωχός βορειοαμερικανός δισεκατομμυριούχος, ο Γουόρεν Μπάφετ. Μόνο, μας λέει πάλι, ευτυχώς είναι η τάξη του που κερδίζει, η τάξη των πλουσίων! Το παραμύθι του βίου έχει πάντα στην άκρη το θηρίο να περιμένει. Τα ποιητικά θέματα παραμένουν ίδια βεβαίως: ύπαρξη, χρόνος, αγάπη, θάνατος. Ακόμη και σε εποχές και σε γενιές ηρωικές πάντα ίδια ήταν τα θέματα. Απλώς, κάποτε και αυτά τα θέματα είχαν φορές και περίβλημα στενά πολιτικό, ηρωικό, αντιστασιακό, παρ’ όλη την τελική κυριαρχία της ήττας. Επικρατεί και σε αυτούς, αλλά νομίζω και σε όλη την ποίηση που γράφεται πλέον, το σχετικό σχήμα «Σεφέρης-Λειβαδίτης-Χριστιανόπουλος-Γώγου», χωρίς σε αυτό να ευθύνονται οι αναγραφόμενοι στο σχήμα ποιητές. Η ποίηση μοιάζει αφηγηματική, λυρική και περιστασιακή, τις περισσότερες φορές, παρηκμασμένων χαμηλών τόνων. Και είναι φυσικό αφού όλος ο ελλαδικός οικονομικός και κοινωνικός σχηματισμός ευρίσκεται χρόνια τώρα σε πτώση και διαρκή παρακμή, σε μια αργόσυρτη μετάβαση που δεν μαντεύει κανείς πού θα πάει. Οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν την κυριαρχία της ποιητικής πτώσης. Όσες και όσοι βαδίζουν στους δρόμους του Καβάφη, του Καρυωτάκη, του Σκαρίμπα, του Εγγονόπουλου, του Εμπειρίκου, του Κατσαρού, του Σαχτούρη, του Παπαδίτσα, του Κακναβάτου, του Γκόρπα, της Αραβαντινού, του Καρούζου, του Τραϊανού, του Πούλιου, και στο περιεχόμενο και αισθητικά, παλεύουν να μένουν ανοικτοί αυτοί δρόμοι.

Πιστεύεις ότι οι γυναίκες ποιήτριες υποτιμήθηκαν κατά τη δεκαετία του ’80;


Οι άντρες ποιητές δεν υποτιμήθηκαν; Τις περισσότερες φορές οι γυναίκες πάντα βρίσκουν πιο ποιητικούς χώρους και πράξεις για να εκφραστούν, πέραν από τα στιχάκια. Κάτι ξέρουν. Συνεχώς, στα έντυπα όπου συμμετείχα, “ψάχναμε” να τις βρούμε. Δεν είναι η ποίηση ιδιαιτέρως υποτιμημένη; Από το ’80 και μετά σημασία έχει αυτή η διαρκής κατανάλωση του κερατά υλικών αγαθών και των ολίγων πνευματικών και αυτών ως υλικών. Η ποίηση δεν παίζει και κανένα ιδιαίτερο λόγο στα πράγματα. Κι αυτό παρ’ όλη την αυξημένη παραγωγή συλλογών, παρ’ όλη την αύξηση του αριθμού ποιητριών και ποιητών, παρ’ όλες τις τόσες και τόσες παρουσιάσεις, εκδηλώσεις, κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις, βραβεία, λογοτεχνικά σωματεία πρώτης και δευτέρας βαθμίδος, συνέδρια και φεστιβάλ, ντόπια και διεθνή, όπου πλέον δεν έχει σημασία παρά το συμβάν, το event που λέμε στα ελληνικά, το σημαίνον και όχι τόσο το σημαινόμενο, το περιεχόμενο του ποιητικού βιβλίου. Δεν καταλαβαίνεις πως φταίνε και αυτές και αυτοί που γράφουν για την υποτίμηση ανδρών και γυναικών και ποιημάτων; Πάντως στον ονομαστικό κατάλογο με τις ποιήτριες και τους ποιητές του ’80 που παρουσιάζεται στο περιοδικό Νέο Επίπεδο (άνοιξη-καλοκαίρι 1997) σε αφιέρωμα για τη λεγόμενη γενιά του ’80, οι ποιήτριες είναι 35 και οι ποιητές 111, δηλ. ποσοστό 24% γυναικών. Λίγες οι γυναίκες ποιήτριες. Πιστεύω σε νεότερες γενιές να έχουν αλλάξει τα ποσοστά.

Έχεις υπάρξει εκδότης του έντυπου λογοτεχνικού περιοδικού «Δυτικές Ινδίες», καθώς και μέλος της συντακτικής ομάδας των φανζίν «Σε τόνους μινόρε» και «Δην», και του περιοδικού της Υπερρεαλιστικής Ομάδας της Αθήνας «Κλήδονας», τα οποία δεν κυκλοφορούν πλέον. Στη σημερινή ψηφιακή εποχή, τι θεωρείς ότι προσφέρουν τα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά;


Τα έντυπα περιοδικά προσφέρουν τη μυρουδιά της μνήμης πλέον και της συνήθειας! Όπως το έντυπο βιβλίο. Όμως ακόμη και ένα έντυπο περιοδικό και βιβλίο υφίσταται κατ’ αρχάς ως ψηφιακό τοιούτο. Μετά πάει στο τυπογραφείο. Υπάρχουν ένα σωρό αξιόλογα και μη ηλεκτρονικά περιοδικά. Τον ίδιο ρόλο που έπαιζαν τα χάρτινα τον ίδιο ρόλο παίζουν και τα ψηφιακά περιοδικά. Το χάρτινο έχει και μια ενεργή εκπαιδευτική σημασία και ρόλο για τους νεότερους που πιθανόν να έχουν διαρρήξει τους δεσμούς τους με το χαρτί. Γνωρίζοντας τους παρελθόντες κόσμους μας, γνωρίζεις και τον σημερινό κόσμο όπου ζεις και σκέφτεσαι. Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο ψηφιακός, πολιτισμός είναι όλες οι δημιουργίες των ανθρώπων κατά τον ρουν της Ιστορίας. Πετάς το χαρτί, πετάς κι ένα κομμάτι της ιστορίας σου.

Κατά τη γνώμη σου, πρέπει να εργάζεται ο ποιητής σε άλλο αντικείμενο εκτός από τη λογοτεχνία; Η εργασία σε εντελώς διαφορετικούς τομείς ζημιώνει ή ωφελεί την τέχνη του;


Κατά πλειοψηφία, γυναίκες και άντρες ηθοποιοί, γλύπτες, ζωγράφοι, χορευτές, σκηνοθέτες, θεατρικοί συγγραφείς, πεζογράφοι, κριτικοί, μουσικοί, κ.ά. δημιουργοί συνήθως δεν βιοπορίζονται εργαζόμενοι στο αντικείμενο που επιθυμούν. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ποιητές. Δεν πιστεύω πως όλους αυτούς τους παραπάνω πρακτικά τους χρειάζονται οι κοινωνίες μας. Θα έπρεπε, όλοι μαζί, διότι δεν υπάρχει κατά μόνας σωτηρία, να χτίσουμε άλλες κοινωνίες όπου ο καθένας να ασχολείται σε αυτό που τον γεμίζει, τον κάνει δημιουργικό, και δεν αναφέρομαι προφανώς μόνο στους καλλιτέχνες. Να αλλάξουμε τον κόσμο, να αλλάξουμε τη ζωή μας, να αλλάξουμε τον εαυτό μας. Δεν συμβαίνει όμως αυτό. Άμα έχεις διάθεση και όρεξη, εσωτερική δύναμη και φλόγα, μπορείς να καταφέρεις να δημιουργήσεις παντού και πάντα τα πάντα και να μην ευτελίζεις τη δημιουργία σου. Δύσκολο βεβαίως, απίθανο άλλοτε, πολλές φορές αδύνατον όταν δεν έχεις ΧΡ-ΧΡ, δηλ. χρόνο και χρήμα.

Τελευταία διάβασα μια άποψη που εξέφρασαν κάποιοι δημοσιογράφοι-κριτικοί βιβλίου, που εργάζονται στην τηλεόραση και στον έντυπο τύπο, σχετικά με την ποιητική παραγωγή και την ποιητική γραφή στη χώρα. Η άποψη πρεσβεύει πως αυτό που συμβαίνει σήμερα με την πληρωμή των εκδοτών για την έκδοση των ποιητικών βιβλίων δεν έχει προηγούμενο και πως αυτό που επιτυγχάνεται εντέλει είναι να θολώνει το τοπίο ως προς το τι έχει ποιητική αξία και τι όχι, αλλά και να δημιουργείται ένα παράλληλο σύμπαν, το σύμπαν των ποιητών, μια εσωστρεφής στην ουσία συνθήκη όπου καταναλώνονται μεταξύ τους. Ποια είναι η γνώμη σου;


Μακάρι να γράφανε ένα εκατομμύριο γυναίκες και άντρες, νέοι, γέροι και παιδιά. Να βγαίνανε ένα εκατομμύριο βιβλία! Πνευματικώς, «καλύτερα στο τυπογραφείο παρά στο ψυχιατρείο», είχε πει ο Βασίλης Βασιλικός! Υλικώς θα βοηθούσε περισσότερο τον κύκλο της εκδοτικής οικονομίας, σε όλα τα στάδια της παραγωγής του βιβλίου και τους εργαζόμενους σε αυτόν. Δεν έχουν και πολύ ποιητική αξία οι συλλογές που εκδίδονται, ενώ έχει υψηλή πνευματική αξία η σειριακή παραγωγή τούβλων μυθιστορημάτων αισθηματικοαυτοβιογραφικού τύπου, με μεγάλα στοιχεία και μεγάλο διάστιχο για να κοστίζουν ακριβότερα; Ή έχει εξαιρετική αξία η σύγχρονη χαμηλή ζωγραφική παραγωγή όπως εμφανίζεται σε κυριακάτικη “βαρέος κύρους” εφημερίδα ή οι βραστές κι άλλοτε ψητές μπούρδες στο σύγχρονο θέατρο, στο τραγούδι, στην κριτική, στη δημοσιογραφία; Η κάθε μια από αυτές τις ενασχολήσεις παράγει κάθε είδους αξίας εμπορεύματα και θεάματα, κακά, μέτρια, καλά, εξαίρετα και κάποτε και αριστουργήματα. Στη σημερινή εποχή της ρευστής παρακμής επιπλέουν ίσως περισσότερα έργα ελάσσονος σημασίας διότι φαίνεται να ενδιαφέρει το event μόνο. Αλλά όποιος θέλει να βρει, βρίσκει. Η πληρωμή των εκδοτών δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Απλώς στα χρόνια μας αυξήθηκε ο αριθμός αυτών που γράφουν, αυτών που θεωρούν τον εαυτόν τους ποιήτρια και ποιητή, αυτών που νομίζουν πως είναι υποψήφιοι για το Νόμπελ, ενώ ως γνωστόν, ένας και γνωστός ήδη στα ποιητικά πέριξ θα το πάρει! Αυξήθηκε και ο αριθμός των αναγκαίων επιχειρήσεων εκδοτικών διεκπεραιώσεων. Διαβάστε την αλληλογραφία (από την κοντινή… δεκαετία του ’50) του Θ. Δ. Φραγκόπουλου με τον Ρόδη Ρούφο κι εκεί θα δείτε πως ο Φραγκόπουλος έψαχνε εκδοτικό οίκο, και καλά έκανε, που θα του πάρει λιγότερα για το υπό έκδοσιν βιβλίο του. Θα ενοχλείτο κανείς εάν είχαμε αύξηση του αριθμού των γλυπτών στη χώρα; Η υπερβολή ενοχλεί και ο φόβος μήπως κάποιος από τις ψευδοελίτ της λογοτεχνίας χάσει τον καναπέ του. Kι εδώ είναι ζήτημα lifestyle. Υπερβολή και κατάχρηση είναι και αυτή η επιχειρηματική άνθηση περί τη διδασκαλία της δημιουργικής γραφής. Τα κριτήρια είναι χρηματοοικονομικά και όχι τόσο δημιουργικά. Όλα διδάσκονται, αλλά υπάρχει και κάτι που θα έπρεπε να διδάσκεται πως δεν είναι όλα προς διδασκαλία. Μακάρι στο “σύμπαν των ποιητών” να καταναλώνονται αναμεταξύ τους οι ποιήτριες και οι ποιητές, να διάβαζε ο ένας τον άλλον, βρε αδελφή και βρε αδελφέ. Ας μη φοβούνται οι σύγχρονοι μείζονες ποιητές και ποιήτριες από τους ελάσσονες τοιούτους. Ας τολμήσουν να βρουν δρόμους και τρόπους εις τρόπον ώστε η μεγαλοσύνη του ποιήματος να βρίσκει στο δόξα πατρί περισσότερες αναγνώστριες και αναγνώστες, αγοράστριες και αγοραστές!

Η συνέντευξη του Ηλία Μέλιου δημοσιεύθηκε στο culturebook.gr.



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ