Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

Η πρώτη μου επαφή με τον ποιητικό λόγο ήταν μέσα από ποιήματα για παιδιά, αλλά κυρίως μέσα από το τραγούδι. Η μητέρα μου μας μετέδωσε-σε μένα και στην αδελφή μου- την αγάπη της για την ποίηση και τη μουσική. Τραγούδια του Αττικ, του Χαιρόπουλου, του Χατζιδάκι αλλά και ποιήματα του Στέλιου Σπεράντζα, του Κωστή Παλαμά, του Γεωργίου Δροσίνη, του Διονυσίου Σολωμού ήταν η πρώτη «τροφή», τα πρώτα ακούσματα, μετά διαβάσματα, ποιητικής γραφής.
Από παιδί έγραφα, μικρές ιστορίες και στίχους. Δημοσίευσα λίγο, μια δυό φορές σε κάποια περιοδικά, όταν ήμουν μαθήτρια και φοιτήτρια στην Φιλοσοφική· αμέσως μετά εκδόθηκε η πρώτη συλλογή μου με τον τίτλο «Καλούς Ενιαυτούς Μάρκο», μια σειρά με ποιήματα πεζόμορφα, που λειτουργούσαν και σαν ανεπίδοτες επιστολές.
Η σταθερή ανάγκη έκφρασης και δημιουργικής λειτουργίας μέσα απ΄ την γλώσσα είναι, κάθε φορά, όχι αφορμή, αλλά σταθερό κίνητρο γραφής. Η συγκεκριμένη πραγματική αφορμή για αυτό το βιβλίο ήρθε με τον θάνατο της μητέρας μου. Ανέκοψε άλλα γραφτά μου και με οδήγησε σε αυτό το ελεγείο. Eνα ενιαίο σχεδόν, συνεχές, θα έλεγα, ελεγείο που αναπτύσσεται σε εικοσιοκτώ αυτόνομα ποιήματα και λειτουργεί, όπως μου είπε χαρακτηριστικά ένας φίλος αναγνώστης του βιβλίου, όπως το rondo στην μουσική.
Στην ποίηση, βέβαια, υπάρχει ο συμβολισμός, η μεταφορική χρήση του λόγου. Μέσα στο σύνολο των σημείων ο αποχαιρετισμός είναι βαρύνουσας σημασίας ως κατακλείδα επικοινωνίας, ως ακροτελεύτια χειρονομία που εντείνει αλλά και εκμαιεύει το μεγάλο φορτίο της θλίψης. Και σε ένα βαθύτερο επίπεδο, η αδυναμία ή απλά η έλλειψη αποχαιρετισμού μπορεί και να καθιστά ανολοκλήρωτη μέσα μας την φυγή, να σηματοδοτεί μια ψυχική πληγή χαίνουσα.
Διότι οι αξίες προσδιορίζουν το ηθικό επίπεδο, την αισθητική και μεταφυσική μιας κοινωνίας και κάθε ανθρώπου. Ορίζουν το πλαίσιο των επιδιώξεων, των συμπεριφορών, και των ονείρων μας. Γιατί πάνω σε αυτές δομείται ολόκληρο το πλέγμα της ζωής, διαμορφώνονται πεποιθήσεις, πρότυπα, πραγματοποιούνται ενέργειες, θέτονται στόχοι.
Η ποίηση, -ακόμη και η μεγάλη ποίηση- δεν μπορεί άμεσα να αλλάξει την ροή της πραγματικότητας. Μπορεί ωστόσο να ευαισθητοποιήσει τον άνθρωπο, να επιδράσει στην συνείδησή του, να προτείνει έμμεσα μια διαφορετική ιεράρχηση, να ρίξει φως στις λεπτομέρειες της ζωής, και της ψυχής μας. Μπορεί η ποίηση να αποτελεί τον ευαίσθητο λεπτοδείχτη της πραγματικότητας που με ακρίβεια δείχνει την λεπτομέρεια, την στιγμή, την διαφορά, την άλλη αντίληψη, την καίρια ουσία, όσα μ΄ άλλα λόγια συχνά χάνονται σε ένα συνεχές μέτρημα των «ωρών» του κόσμου.
Οι Έλληνες ίσως και να διαβάζουν ποίηση περισσότερο από άλλους λαούς. Μην ξεχνάτε ότι είναι η ίδια η γλώσσα μας, με το εύρος αλλά και εύπλαστο της σύνταξης της, που μας οδηγεί στην ποιητική λειτουργία. Πάντα όμως, είναι ένα αρκετά μικρό ποσοστό του πληθυσμού αυτό που στρέφεται στον ποιητικό λόγο. Ίσως γιατί από νωρίς κυριαρχεί και στην εκπαίδευση η εκλογίκευση, η πρόσληψη της πραγματικότητας μέσα από ορθολογικούς και συχνά χρησιμοθηρικούς όρους, κάτι που απ΄ τη φύση του υπονομεύει ο ποιητικός λόγος· όχι γιατί δεν ενεργοποιεί όλα τα νοητικά συστήματα, αλλά γιατί διαμορφώνει επίπεδα που απαιτούν και την συμμετοχή των συναισθημάτων και των αισθήσεων. Γιατί απλά κινείται πέραν της πρακτικής ανάγκης. Η ποίηση δεν θα δώσει λύσεις πρακτικής υφής, αλλά μπορεί ν’ αποβεί παρηγορία ψυχική, έναυσμα πνευματικό, αποκαλυπτική χειρονομία, πρόταση αναδιάρθρωσης των δεδομένων μας.
Η τεχνολογία είναι πραγματικότητα, με αυτήν πορευόμαστε αλλά όχι για αυτήν. Τα μέσα μπορεί να αλλάζουν και να επιδρούν πάνω μας. Η συνθηματική γλώσσα, των κόμικς, των τηλεφωνικών μηνυμάτων, αναμφίβολα επιδρά εν γένει στον κώδικα επικοινωνίας μας, αλλά και στην γραφή μας. Η δημοσιοποίηση ενός κειμένου στο διαδίκτυο είναι μια πρακτική γνωστοποίησης της δουλειάς κάποιου, αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει τον μόνο δίαυλο. Γιατί; Γιατί σπάνια μελετούμε από το τάμπλετ ή το τηλέφωνό μας. Συνήθως διαβάζουμε γρήγορα ή και διαγώνια, θέλοντας να ενημερωθούμε, να προσλάβουμε την πληροφορία. Και η ποίηση απαιτεί επιμονή, χρόνο, ψυχική σύμπλευση με το κείμενο. Όχι ταχύτητα, αλλά ησυχία. Μια δημιουργική και σε βάθος ανάγνωση, συχνά μια σταδιακή αναγνώριση του εαυτού μας μέσα στο κείμενο.
Να διαβάσουν τα ποιήματα του βιβλίου. Κάθε καλλιτέχνης, όποια τέχνη κι αν υπηρετεί, εκφράζεται ειλικρινά, απροσχημάτιστα αλλά και επεξεργασμένα μέσα από το έργο του. Δεν είναι η τέχνη φορέας μηνυμάτων αλλά νοημάτων. Και αυτές οι έννοιες, οι αξίες, οι αισθήσεις, τα αισθήματα, που περικλείει η ποίηση αλλά και που προκαλεί, απευθύνονται άμεσα στον αποδέκτη, στον αναγνώστη. Τότε επιτυγχάνεται το ζητούμενο, η αληθινή επικοινωνία.
