Άρτα: Αυτοδιοικητικά πρόσωπα στο προσκήνιο για το ψηφοδέλτιο της ΝΔ
Αντίστροφη μέτρηση για τις συντάξεις Μαΐου – Σε δύο δόσεις οι πληρωμές από τον ΕΦΚΑ
Έρχεται νέο «Εξοικονομώ» με επιδοτήσεις έως 80% - Μέσω λογαριασμών ρεύματος η συμμετοχή
ΔΥΠΑ: Από 20 Απριλίου αιτήσεις για επιδότηση έως 14.220 ευρώ - Ποιους αφορά
Συνάντηση Δημάρχου Γ. Καραϊσκάκη με τον Γ.Γ. του ΥΠΕΣ
Μερόπη Τζούφη: «Η κυβέρνηση επιτρέπει κεραίες κινητής τηλεφωνίας κοντά σε σχολεία»

Ο Θεόδωρος Μπενάκης γεννήθηκε το 1959. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και εργάζεται ως δημοσιογράφος από το 1983. Υπήρξε συνεργάτης της εφημερίδας «Καθημερινή» και των περιοδικών «Τετράδια», «Εποπτεία» και «Τέταρτο», αρχισυντάκτης του περιοδικού «Διεθνής Επιθεώρηση» και εκδότης για 15 χρόνια εβδομαδιαίων εφημερίδων στα Πολωνικά, Ρωσικά και Αλβανικά. Από το 2013 εργάζεται ως αρχισυντάκτης αγγλόφωνων ιστοσελίδων των Βρυξελλών που καλύπτουν ειδησεογραφικά τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Το μυθιστόρημα Το παρελθόν του Κυρίου Ζωρζ είναι το δεύτερο λογοτεχνικό του έργο. Την είσοδό του στην αστυνομική λογοτεχνία έκανε με το μυθιστόρημα Το λάθος βήμα του τραπεζίτη που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Στοχαστής το 2017. Άλλα έργα του: Η άλλη όψη του ελληνικού εργατικού κινήματος (1918-30), Κρίση στα Βαλκάνια, Συζητώντας για την Αλβανία (με τον Ραμίζ Αλία) και Δημήτρης Γιωτόπουλος, Από τον επαναστατικό στον φιλελεύθερο σοσιαλισμό.
Όπως στα περισσότερα μυθιστορήματα ένα αληθινό, υπαρκτό στοιχείο δίνει το έναυσμα για την δημιουργία μιας ολόκληρης υπόθεσης η οποία όμως βασίζεται στην μυθοπλασία. Τον Ζωρζ τον «γνώρισα» το 1978 - δεν ξέρω αν είχε σχέση βέβαια με την Κατοχή και βέβαια δεν τον δολοφόνησαν- αλλά ήταν επάνω στο υπαρκτό εκείνο πρόσωπο που έστησα την υπόθεση.
Ο Γιώργος Δαμίγος, δηλαδή ο κύριος Ζωρζ, βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας επειδή είναι το θύμα. Ο χαρακτήρας αυτός περιγράφει έναν άνθρωπο που είχε θυσιαστεί στους βωμό των συμφερόντων και απολαύσεων από ανθρώπους που στο μυθιστόρημα μου εκπροσωπούν το κακό. Ο Δαμίγος έχει όχι μόνο άσχημο αλλά και ένοχο παρελθόν που ανιχνεύεται στα χρόνια της Κατοχής και είναι το παρελθόν αυτό που δημιουργεί τους εχθρούς του. Αλλά πάντως ο ίδιος είναι το πραγματικό θύμα και όχι μόνο, γιατί τον σκοτώνουν.
Ο συγκεκριμένος αστυνόμος υπηρετεί στην διεύθυνση ανθρωποκτονιών και ως εκ τούτου αναλαμβάνει την υπόθεση. Ο χαρακτήρας του στηρίζεται επίσης σε υπαρκτό χαρακτήρα ο οποίος δεν ήταν αστυνομικός αλλά στρατιωτικός. Ένας ακέραιος άνθρωπος, με έντονα τα στοιχεία του τοπικισμού – κατάγεται από την Μεσσηνιακή Μάνη – αποφασισμένος να κρατήσει τον όρκο του και να υπηρετήσει την δικαιοσύνη. Στον Λεγάκο υπάρχει ένα ενδιαφέρον μείγμα πιστής προσήλωσης στον νόμο αλλά και τάσεων αυτοδικίας, τουλάχιστον σε ελάσσονος σημασίας ζητήματα.
Ελπίζω ότι είναι όπως το λέτε και ο αναγνώστης θα παρακολουθήσει την εξέλιξη της υπόθεσης με ενδιαφέρον και αγωνία. Η ιστορία, το πρώτο μισό του μυθιστορήματος, εναλλάσσεται μεταξύ γεγονότων που συνέβησαν στην Αθήνα του 1966 και την Αθήνα της Κατοχής με πρόσωπα που άλλοτε έχουν σκοτεινό ρόλο και άλλοτε είναι θύματα των περιστάσεων. Ασφαλώς πιστεύω ότι το μυστήριο είναι απαραίτητο συστατικό σε κάθε αστυνομικό μυθιστόρημα.
Έχει σχέση και είναι το πρόσωπο ή μάλλον το πτώμα που θα οδηγήσει τον αστυνόμο Λεγάκο στο ξετύλιγμα ενός κουβαριού που ξεκινάει από την Κατοχή και την ύπαρξη μιας παράλληλης κοινωνίας η οποία αποτελείται από δωσίλογους, ανθρώπους που κάνουν δουλειές με τους Γερμανούς, κυρίες που περνούν ανέμελα τις μέρες τους μεταξύ εμπορικών καταστημάτων, ζαχαροπλαστείων, θεάτρων και κέντρων διασκέδασης και συνηγόρους των δωσιλόγων.
Πρώτα πρώτα αγνοούμε την ύπαρξη αυτής της παράλληλης κοινωνίας στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω. Διδασκόμαστε για την Κατοχή κυρίως την ιστορία της εθνικής αντίστασης, των κουκουλοφόρων καταδοτών, των μαυραγοριτών και των σκληρών Γερμανών στρατιωτών που τσάκιζαν τα χέρια των παιδιών που έπιαναν να κλέβουν καρβέλια. Αλλά τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Και ακριβώς η πλήρης εικόνα εκείνης της εποχής δεν μας έχει ακόμα δοθεί. Όπως επίσης παραμένει σκοτεινό τι απέγιναν όσοι συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Κάποιοι από αυτούς είναι αλήθεια ότι δικάστηκαν στις περίφημες δίκες των δωσιλόγων. Αλλά αν διαβάσουμε προσεκτικά θα βρούμε πάρα πολλά ονόματα που είτε απέφυγαν τις δίκες, είτε καταδικάστηκαν για κάποιο χρονικό διάστημα, και που ξεπλυμένα και αποποινικοποιημένα μέσα στην μετεμφυλιακή Ελλάδα και τον Ψυχρό Πόλεμο έκαναν καριέρες στις επιχειρήσεις και την πολιτική την περίοδο των δεκαετιών 1950 ’60.
Ασφαλώς στόχος μου είναι να κρατήσω ζωηρό τον ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι το τέλος. Τα δυο επίπεδα εξυπηρετούν το ολοκληρωμένο «χτίσιμο» του χαρακτήρα του Δαμίγου και γενικότερα την αρχιτεκτονική του μυθιστορήματος. Και βέβαια προσφέρουν μια μοναδική ευκαιρία για την περιγραφή της «παράλληλης κοινωνίας» που σας ανέφερα.
Πρώτα πρώτα είμαι αναγνώστης αστυνομικών μυθιστορημάτων. Και εκτιμώ το είδος αυτό από την εποχή ακόμα που το θεωρούσαν «παραλογοτεχνία». Η συγγραφή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος είναι συνήθως μια μαθηματική άσκηση με προβλήματα που απαιτούν ακριβείς λύσεις. Άλλωστε μέσα από την αστυνομική λογοτεχνία αισθάνομαι ότι μπορώ να εκφραστώ καλύτερα.
Νομίζω ότι σε παγκόσμιο επίπεδο σήμερα το αστυνομικό μυθιστόρημα αποτελεί την πλειοψηφία των λογοτεχνικών έργων. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα αστυνομικά είναι σωστά δομημένα και πληρούν τις προϋποθέσεις ενός λογοτεχνικού έργου. Αλλά ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος τους είναι θαυμάσια λογοτεχνικά έργα. Οι λόγοι είναι πολλοί. Ανάμεσά τους είναι το γεγονός ότι το «κακό» έλκει το ενδιαφέρον. Ακόμα ότι μέσα από το αστυνομικό μυθιστόρημα το οποίο ακόμα θεωρείται πιο «εύκολο», πιο «ανάλαφρο» ανάγνωσμα, ο συγγραφέας μπορεί να περάσει ιδέες, να δώσει ιστορικές πληροφορίες και να θέσει κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα. Να σας αναφέρω την περίφημη σειρά της Έλις Πίτερς και του μοναχού Καντφάελ που μας μεταφέρει στον Αγγλικό μεσαίωνα του 12ου αιώνα ή την σειρά της Danila Comastri-Montanari και του συγκλητικού Πόπλιου Αυρίλιου που μας δίνει πάρα πολλά στοιχεία για την καθημερινή ζωή της Αρχαίας Ρώμης. Ή ακόμη τον ήρωα του Κάρλο Λουκαρέλι επιθεωρητή Ντε Λούκα που δρα στα τέλη της φασιστικής Ιταλίας και στα πρώτα χρόνια του Εμφυλίου πολέμου. Αφρικανοί, Ινδοί και Λατινοαμερικάνοι συγγραφείς συναγωνίζονται επάξια τους Γάλλους, Άγγλους, Ιταλούς και Έλληνες συναδέλφους τους στον εντοπισμό κοινωνικών προβλημάτων και στην ανάλυσή τους. Το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες δεκαετίες και δεν θεωρείται πλέον από το κοινό ως παραφιλολογία. Υπάρχουν πολλοί σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς που όχι μόνον δίνουν σημαντικά έργα αλλά και πειραματίζονται με διαφορετικούς τύπους γραφής.
Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανόνας σε αυτό. Κάποιοι σπουδαίοι συγγραφείς μας έχουν δώσει ελάχιστα ή και μόνον ένα σπουδαίο μυθιστόρημα όπως για παράδειγμα ο Άρης Αλεξάνδρου με το «Κιβώτιο». Άλλοι, όπως ο Ζωρζ Σιμενόν, ο Αντρέα Καμιλέρι ή ο δικός μας Γιάννης Μαρής είχαν στην ζωή τους μια πραγματική υπερπαραγωγή. Σε ότι αφορά την δική μου περίπτωση, η ιδιότητα του δημοσιογράφου με κάνει να έχω καθημερινή επαφή με το γράψιμο και την προσπάθεια να βρω τον καλύτερο τρόπο για να παρουσιάσω μια υπόθεση.
Ο αστυνόμος Λεγάκος θα βρεθεί αντιμέτωπος και πάλι με μια ιστορία που έχει τις ρίζες της παλιά, πάλι στην Κατοχή και την μεταπολεμική περίοδο όταν έρθει η ώρα. Αυτό που ετοιμάζω τώρα είναι μια ιστορία που διαδραματίζεται στην Θεσσαλονίκη του 1913 και είναι όπως την χαρακτήρισε ένας φίλος «αστυνομικός γρίφος».
Νομίζω ότι κάθε δημοσιογράφος έχει μέσα του την τάση της συγγραφής. Και πάρα πολλοί συνάδελφοι συνδύασαν και συνδυάζουν και τα δυο. Ασφαλώς δημοσιογράφος και συγγραφέας κάνουν δυο διαφορετικές δουλειές. Ο πρώτος είναι μόνιμα δεσμευμένος από τον αριθμό των λέξεων που πρέπει να γράψει και με τον τρόπο αυτόν πειθαρχεί την γραφή του. Ο συγγραφέας έχει την πολυτέλεια να επεκταθεί, να αναπτύξει την υπόθεση όπως αυτός νομίζει καλύτερα. Η ζωή έχει αποδείξει ότι ο συνδυασμός των δυο είναι εφικτός και συνήθως έχει καλά αποτελέσματα.
Οι εκδόσεις Στοχαστής είναι από τους παλαιότερους εκδοτικούς οίκους με βιβλία προσεκτικά επιλεγμένα, γεγονός που τον τοποθετεί σε αυτό που λέμε «ποιοτικές εκδόσεις». Το γεγονός της ύπαρξής του οφείλεται ασφαλώς στην αγάπη και το μεράκι των εκδοτών αλλά είναι και μια απόδειξη ότι στην Ελλάδα υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας αναγνωστικού κοινού που αποφεύγει τις φτηνές και μαζικής κατανάλωσης εκδόσεις και αναζητά το διαφορετικό. Στην δική μου περίπτωση ο Στοχαστής έπαιξε σημαντικό ρόλο, εκτός από το γεγονός ότι μου έδωσε την ευκαιρία να δοκιμάσω την «αξία» των βιβλίων μου στο βιβλιόφιλο κοινό. Ήταν οι Δάφνη Παπασπηλιοπούλου και ο Λουκάς Αξελός που με παρότρυναν το 2013 να δουλέψω περισσότερο τις τέσσερις αστυνομικές νουβέλες που τους είχα δείξει και να τις μετατρέψω σε μυθιστορήματα. Και ήταν η σημερινή εκδότρια Χριστίνα Ανδρέου που έκανε εξαιρετικά εύστοχες και καθοριστικές παρατηρήσεις στα κείμενα των δυο μυθιστορημάτων, «Το Λάθος βήμα του Τραπεζίτη» και «Το παρελθόν του κυρίου Ζωρζ».
