Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας
ΚΛΑΡΤ: Τελευταία προβολή της χειμερινής σεζόν με την ταινία «Down by Law» του Jim Jarmusch
Spitogatos: Ανοδικά οι τιμές κατοικιών το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε όλη τη χώρα και στα μεγάλα αστικά κέντρα
Θεσπρωτία: Συνελήφθησαν για ρευματοκλοπή
Skroutz: Αύξηση 23% στις παραγγελίες και παραδόσεις μία ημέρα ταχύτερα το φετινό Πάσχα

Ο Στρατής Πασχάλης γεννήθηκε το 1958 στην Αθήνα και κατάγεται από τη Λέσβο. Ανήκει στη γενιά των ποιητών που άρχισαν να εμφανίζονται από τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Πρώτο του βιβλίο η Ανακτορία, το 1977, καθαρή ποίηση μέσα σε καιρούς έντονης πεζολογίας και πολιτικοποίησης. Έκτοτε δημοσίευσε άλλα εννιά ποιητικά βιβλία, ανάμεσά τους τα πιο ώριμα: Ανασκαφή (1984), Βυσσινιές στο σκοτάδι (1991), Άνθη του νερού (1994), η μεγάλη ποιητική σύνθεση Μιχαήλ (1996), η Κωμωδία (1998), το Κοιτάζοντας δάση (2002), το Εποχή παραδείσου (2008, βραβείο ποίησης περιοδικού Διαβάζω 2009) και η τελευταία του ποιητική συλλογή Εικονίσματα (2013). Μετέφρασε πολλούς ξένους συγγραφείς και ποιητές, κυρίως Γάλλους, ενώ ασχολήθηκε συστηματικά με τη θεατρική μετάφραση (Shakespeare, Racine, Corneille, Rostand κ.ά.). Έχει ανθολογήσει Καραγάτση και Παπαδιαμάντη, κι επιμελήθηκε τον τόμο της σειράς Μια πόλη στη λογοτεχνία των Εκδόσεων Μεταίχμιο για την πατρίδα του, Μυτιλήνη. Το 2006 εκδόθηκε το μοναδικό μυθιστόρημά του, Ο άνθρωπος του λεωφορείου. Έχει βραβευτεί με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή Μαρίας Ράλλη (1977) για τη συλλογή Ανακτορία, με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1994) για τη συλλογή Άνθη του νερού, δύο φορές με το βραβείο ποίησης του περιοδικού Διαβάζω και με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης (1998). Η συγκεντρωτική έκδοση Στίχοι ενός άλλου: Ποιήματα 1977-2013, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, μας έδωσε την αφορμή για τη συζήτηση που ακολουθεί.
Οι μεγάλοι κλασικοί ποιητές. Ο Σολωμός και ο Καβάφης. Επίσης, ο Ρεμπό. Από μικρή ηλικία ήρθα σε επαφή μαζί τους. Με γοήτευσε αυτή η έκφραση που αποτύπωνε ένα όραμα της ζωής τόσο ελκυστικό. Τόσο ανοιχτό κι άπιαστο. Μετά ήλθανε ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Μαλαρμέ... Και φυσικά η Έρημη Χώρα του Έλιοτ, που μου έκανε απίστευτη εντύπωση κι ας ήτανε άλλης «σχολής» από την καθαρά λυρική, όπου είχα ήδη νιώσει πως ανήκω.
Από τα δεκατρία μου χρόνια. Όταν πρωτοδιάβασα αληθινή ποίηση και θέλησα να φτιάξω κι εγώ ένα βιβλίο με στίχους. Όπως το έβλεπε και το μπορούσε το εφηβικό μου μυαλό...
Δεν δημοσίευσα σε περιοδικά. Εξέδωσα στα δεκαεννιά μου κιόλας το πρώτο μου βιβλίο, την Ανακτορία. Το οποίο πρόσεξε και σχολίασε στη Νέα Εστία ο Ανδρέας Καραντώνης και το οποίο απέσπασε το 1978 το Βραβείο Μαρίας Π. Ράλλη, βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή, ένα βραβείο με κύρος. Στην απονομή είχε παρευρεθεί ο Αλέξης Μινωτής, που είχε διαβάσει και το βιβλίο, και μου το είχε απονείμει η Ιωάννα Τσάτσου, αδελφή του Σεφέρη. Εγώ ήμουνα ένας μακρυμάλλης νεαρός φοιτητής της Νομικής, αμήχανος μ’ όλα αυτά. Σαν να συνέβαιναν ερήμην μου...
Είναι επανέκδοση της πρώτης έκδοσης, που έγινε το 2003. Είχε εξαντληθεί εδώ και χρόνια, οπότε το Μεταίχμιο αποφάσισε, μια και δεν υπήρχε στην αγορά, να την επανεκδώσει με την προσθήκη των δύο τελευταίων μου ποιητικών συλλογών. Έτσι, εδώ συγκεντρώνεται το σύνολο του έργου μου, της ποιητικής μου πορείας. Από το 1977 μέχρι σήμερα. Νιώθω πως δεν είναι ένα ποιητικό βιβλίο, αλλά όπως είπε σωστά η κριτική, ένα ποιητικό μυθιστόρημα που αποκρυπτογραφεί με διαύγεια μια εσωτερική περιπέτεια. Την περιπέτεια του άλλου εαυτού.
Η αγάπη μπορεί να σε κόψει άσχημα και να αιμορραγείς για χρόνια. Το λέει έμμεσα ο ίδιος ο στίχος. Η αγάπη είναι παράδεισος αλλά και πόνος. Είναι δύσκολη και ευλογημένη. Γι’ αυτήν ζούμε. Κι ας μας κάνει να υποφέρουμε. Τελικά το εξαργυρώνουμε όλο αυτό κάποτε, όταν ο πόνος της πληγής έχει χαθεί και μένει μόνο η πλούσια μνήμη του... Η αγάπη είναι πνευματική και ψυχική, δεν είναι βιολογική διαδικασία. Ακόμα κι αν προϋποθέτει το σώμα.
Καθόλου δεν την επηρεάζει, ενώ θα έπρεπε. Ζούμε σε εποχές όπου κυριαρχεί η ασκήμια. Και η πλαστή ομορφιά, που είναι ακόμα χειρότερη. Και η ναρκισσιστική ομορφιά, που είναι ανόητη και προκλητική. Η ομορφιά δεν ταράζει, δεν προκαλεί, γαληνεύει την ψυχή και την κάνει να θέλει να εναρμονιστεί μαζί της. Συμβιβάζει τα ασυμβίβαστα και στέκει εκεί γυμνή, όπως τα αρχαία αγάλματα, χωρίς κανέναν αισθησιασμό. Οι στίχοι αυτοί λοιπόν έχουν κι ένα άλλο νόημα. Η ίδια η Ομορφιά, η αληθινή, αυτοπροσώπως περνάει απ’ το πλάι μας και κανένας δεν την παρατηρεί. Όπως τσαλαπατάμε αδιάφορα ένα υπέροχο αγριολούλουδο, αγοράζοντας ακριβά την ίδια στιγμή τεχνητές, ψεύτικες ορχιδέες.
Ναι και όχι. Υπάρχει σίγουρα ένα πιστό κοινό που ενδιαφέρεται. Αλλά πάντα αυτό ήταν μειοψηφικό, έστω κι αν τελικά κέρδιζε την παρτίδα. Η ποίηση είναι «ριγμένη» και στο τέλος βγάζει τη χώρα μας ασπροπρόσωπη. Ο Καβάφης συζητείται παντού παγκοσμίως και τα δύο Νόμπελ τίμησαν ουσιαστικά την πατρίδα μας. Ίσως επειδή διατηρεί την ακεραιότητά της, γι’ αυτό και στο τέλος η ποίηση κυριαρχεί. Δεν ενδίδει στην κατανάλωση και την τηλεοπτική γλώσσα. Δεν μου αρέσει πάντως να παραπονιέμαι. Εφόσον τα βιβλία μας, έστω και μικρού τιράζ, εξαντλούνται και ξαναβγαίνουν – φυσικά και διαβάζεται.
Δύσκολα. Θα ’πρεπε να περιμένουν και να δοκιμάζονται αργά. Ο παρορμητισμός εμποδίζει το αποτύπωμα να γίνει βαθύ. Όμως, εμένα δεν με ενοχλεί που το κάνουν. Έχει μια χάρη αυτή η βιασύνη της νιότης που εγώ από νέος δεν την είχα καθόλου, μα καθόλου, σας διαβεβαιώ.
Η έκδοση βιβλίου πρέπει να γίνεται όταν υπάρχει λόγος. Όταν θέλεις σοβαρά να ανακοινώσεις τη δουλειά σου και να απαλλαγείς από αυτήν. Να την προσφέρεις στον άλλο. Όταν έχεις να πεις κάτι.
Η διαδικασία της γλωσσικής αλχημείας. Η μεταφορά, όπως το είπατε. Είναι και αυτή μια ποιητική διαδικασία. Αν και πιο τεχνική, ωστόσο πάντα υπό τους όρους της ευαισθησίας. Να μετατρέπεις ένα κείμενο με μάγια λεκτικά σε κάτι άλλο, χωρίς να αλλοιώνεις την ουσία του. Τη φυσιογνωμία του. Γοητευτική δουλειά. Σαν την υποκριτική στο θέατρο.
Γιατί είναι «σεναριακός», αγγίζει θέματα υπαρξιακά που αφορούν τα πάντα, θέματα έρωτα και θανάτου. Επίσης, δεν είναι συμβατικός. Διαθέτει τόλμη και σφρίγος, αλλά και μυθοπλαστική φαντασία. Δεν είναι πληκτικός.
Να είμαι έντιμος στις συναλλαγές μου και να μην είμαι αλαζόνας, αλλά ουσιαστικά περήφανος. Δηλαδή αξιοπρεπής.
Ο στίχος του Σολωμού: «Σε βυθό πέφτει από βυθό ώσπου δεν ήταν άλλος, εκείθ’ εβγήκε ανίκητος...». Πάρα πολλές φορές πιάνω πάτο, ακόμα και ηθελημένα, έχοντας επίγνωση ότι το προκάλεσα εγώ, γιατί ξέρω πως αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο, ώστε να ξαναγεννηθώ. Έτσι μόνο μπορώ ν’ αντέχω στον χρόνο.
