Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας
ΚΛΑΡΤ: Τελευταία προβολή της χειμερινής σεζόν με την ταινία «Down by Law» του Jim Jarmusch
Spitogatos: Ανοδικά οι τιμές κατοικιών το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε όλη τη χώρα και στα μεγάλα αστικά κέντρα
Θεσπρωτία: Συνελήφθησαν για ρευματοκλοπή
Skroutz: Αύξηση 23% στις παραγγελίες και παραδόσεις μία ημέρα ταχύτερα το φετινό Πάσχα

Ο Ντέιβιντ Γιανγκ κατάγεται από το Χαλ της Αγγλίας. Σπούδασε ανθρωπιστικές επιστήμες στο Πολυτεχνείο του Μπρίστολ. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε τοπικές εφημερίδες, σε πρακτορείο ειδήσεων του Λονδίνου και σε διάφορα άλλα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά μέσα. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Το παιδί της Στάζι, τιμήθηκε με το βραβείο Dagger της Βρετανικής Ένωσης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας και περιλαμβανόταν για πολλές εβδομάδες στις λίστες με τα ευπώλητα βιβλία στην Αγγλία. Μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο σπίτι του στο Τουίκεναμ του Λονδίνου και στο συγγραφικό καταφύγιο που απέκτησε πρόσφατα στη Σύρο. Το νέο του μυθιστόρημα, Ο λύκος της Στάζι, μας έδωσε την αφορμή για τη συζήτηση που ακολουθεί.
Νομίζω ότι η ναζιστική Γερμανία ασκούσε πάντα μια σκοτεινή έλξη, καθώς οι άνθρωποι αναρωτιόνταν πώς προέκυψε κάτι τόσο φοβερό όπως η πλύση εγκεφάλου ενός ολόκληρου λαού, που οδήγησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως σε ό,τι αφορά την κομμουνιστική Γερμανία δεν νομίζω ότι ενδιέφερε το ίδιο, ίσως μόνο σε υποθέσεις σχετικές με κατασκοπεία. Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι τα βιβλία μου είναι η πρώτη περίπτωση στην αγγλόφωνη αστυνομική λογοτεχνία όπου το σκηνικό τοποθετείται στην Ανατολική Γερμανία. Ο κοινός τόπος των δύο καθεστώτων είχε να κάνει με τις ουτοπικές κοινωνίες που ευαγγελίζονταν, κι αυτή η επιπλέον διάσταση αποτελεί πρόκληση για το στήσιμο ενός βιβλίου αστυνομικής λογοτεχνίας.
Αυτό που ήρθε στην επιφάνεια με την πτώση του τείχους του Βερολίνου ήταν η τεράστια ανάπτυξη της Στάζι – οι άνθρωποι εξεπλάγησαν από τον αριθμό των ενεργών μελών της, μέλος της μπορούσε να είναι ο καλός φίλος, ο εραστής, ο σύζυγος, όλοι ήταν εν δυνάμει ανεπίσημοι πληροφοριοδότες του Υπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας. Όσοι είδαν τους φακέλους τους μετά την πτώση του καθεστώτος, κατάλαβαν ότι οι καταδότες τους ήταν άνθρωποι που δεν υποψιάζονταν ποτέ – αυτό σημαίνει ότι αν είχες την εύνοια του καθεστώτος, μπορούσες να ζήσεις μια κανονική ζωή, επειδή κάποιοι θεσμοί και κάποιες αξίες όπως η αγάπη, η οικογένεια, υπερβαίνουν τα όρια ενός πολιτικού συστήματος.
Θαρρώ πως το μαύρο χιούμορ είναι συχνά μια άμυνα στις χειρότερες στιγμές. Είναι στη φύση μας να διασκεδάζουμε με ανέκδοτα, κι έχω χρησιμοποιήσει κάποια ατόφια στο βιβλίο μου επειδή πιστεύω πως αποτελούν σημαντικό μέρος της συνολικής κουλτούρας.
Όχι, δεν ήταν κάτι συνηθισμένο, όμως η έμπνευσή μου προήλθε από πραγματικές ιστορίες. Η μια απ’ αυτές αφορούσε τη δολοφονία αρκετών μωρών σ’ ένα νοσοκομείο της Λειψίας, μια υπόθεση που η Στάζι πήρε απ’ τα χέρια της αστυνομίας του εγκλήματος, θεωρώντας ότι η απόκρυψη γεγονότων που μπορούσαν να διαταράξουν την κοινωνική συνοχή ήταν πιο σημαντική από την αποκάλυψη των αληθινών ενόχων. Η άλλη αληθινή ιστορία που έγινε διάσημη και στην οποία βασίστηκε Ο λύκος της Στάζι ήταν η περίπτωση της «Δολοφονίας του Σταυρόλεξου», μια από τις πιο διαβόητες εγκληματικές ενέργειες, όπου ένα αγόρι απήχθη και δολοφονήθηκε σε μια καινούργια πόλη, την Halle-Neustadt, όπου έχω τοποθετήσει την πλοκή. Η υπόθεση εξιχνιάστηκε με την αναγνώριση του γραφικού χαρακτήρα του δολοφόνου σ’ ένα μισοτελειωμένο σταυρόλεξο κι από κει πήρα την ιδέα για το βιβλίο μου.
Η Μίλερ είναι αποφασισμένη, έχει τις αρχές της και παθιάζεται να βρει την αλήθεια, την ίδια στιγμή όμως είναι πιστή στο καθεστώς και το υπηρετεί συνειδητά, κάποιοι μπορεί να τη θεωρήσουν κάπως αφελή. Στα μυθιστορήματά μου πλανάται η εντύπωση ότι η Στάζι έχει επιταχύνει την προαγωγή της στις ανώτερες θέσεις της Αστυνομίας του Λαού πιστεύοντας ότι μπορεί να χειραγωγήσει μια γυναίκα άδολη και άπειρη, όπως τουλάχιστον φαίνεται.
Δεν θα το έθετα μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο, υπάρχει ένα τραγικό υπόβαθρο πίσω απ’ αυτούς που διαπράττουν τα εγκλήματα στον Λύκο της Στάζι, έχουν τους λόγους τους όσο παράξενοι κι αν φαίνονται. Αν συνεχίζουν την άνομη συμπεριφορά τους, το κάνουν επειδή νιώθουν ότι τους έχουν κλέψει κάτι που ήταν δικό τους πραγματικά ή επειδή κάτι πήγε στραβά στη ζωή τους, όμως δεν εγκληματούν από ευχαρίστηση.
Φυσικά και όχι, όμως αυτή η νοοτροπία αντανακλά τον τρόπο σκέψης στην Ανατολική Γερμανία. Η Στάζι είχε στις τάξεις της τις λεγόμενες «ειδικές επιτροπές», οι οποίες αναλάμβαναν εκείνες τις εγκληματικές υποθέσεις που αξιολογούνταν ως ευαίσθητες. Προτεραιότητά τους ήταν όχι να ξεσκεπάσουν τους ενόχους, αλλά να διασφαλίσουν ότι όλα θα ξεκαθαρίζονταν δίχως να προκαλέσουν οποιαδήποτε αναταραχή. Σε κάποιες περιπτώσεις, αυτό σήμαινε την απόκρυψη της αλήθειας ακόμα κι από τα θύματα των εγκλημάτων.
Οι σχέσεις της Μίλερ με τη Στάζι καλύπτουν τη μεγαλύτερη έκταση στα έργα μου. Αν και προσπάθησα να χτίσω την αρχιτεκτονική μου πλοκή όσο πιο αυθεντικά γινόταν, ο συγγραφέας πρέπει πάντα να επεμβαίνει. Οι περισσότεροι πρώην αστυνομικοί της Ανατολικής Γερμανίας επιμένουν ότι δούλευαν εντελώς ανεξάρτητα από τη Στάζι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι γνώριζαν πάντα την ταυτότητα των πληροφοριοδοτών ή τις διασυνδέσεις στο ανώτερο επίπεδο μεταξύ της μυστικής αστυνομίας και της αστυνομίας του εγκλήματος.
Για μένα ήταν σημαντικό να γράψω κάτι έξω από τα συνηθισμένα πρότυπα του κακού κομμουνιστή και του καλού Δυτικογερμανού. Ήθελα να δω τα πράγματα από τη σκοπιά ενός βασικού χαρακτήρα που θα συμπαθούσε το σύστημα, κατά τη γνώμη μου η ανάγνωση γίνεται έτσι μια εμπειρία περισσότερο γνήσια. Το καπιταλιστικό σύστημα έχει τις δικές του αποτυχίες στα πρόσφατα χρόνια αλλά και στη δεκαετία του ’70, όπου ξεκινούν οι ιστορίες μου, οι Βρετανοί για παράδειγμα τα είχαν κάνει θάλασσα με την απόφαση για τριήμερη ηλεκτροδότηση των νοικοκυριών, ώστε να εξοικονομήσουν ενέργεια. Παρόλο που η ιδέα της μυστικής αστυνομίας είναι αποκρουστική και παρ’ όλες τις διώξεις που βίωσαν όσοι προσπαθούσαν να δραπετεύσουν από το τείχος, υπήρχαν κάποιες καλές πλευρές. Σε πολλούς Ανατολικογερμανούς έλειψε η αίσθηση της κοινότητας, η πρόνοια του κράτους για τα παιδιά, γι’ αυτό προσπάθησα να είμαι ειλικρινής κι όσο λιγότερο προκατειλημμένος γίνεται.
Απ. Μου αρέσει να έχω μια γερή αρχή, μέση και τέλος, νομίζω όμως ότι το κλείσιμό μου είναι το καλύτερο κομμάτι των βιβλίων μου. Κι έχω μια εμμονή στη διπλή αφήγηση. Η μια οπτική, μέσα από τα μάτια της πρωταγωνίστριας, εκφράζεται σε τρίτο πρόσωπο και αφορά το παρελθόν, όμως η άλλη οπτική, μέσα από τα μάτια του ενόχου ή του θύματος, εκφράζεται σε πρώτο πρόσωπο και είναι περισσότερο άμεση, έτσι ο αναγνώστης έχει στην πραγματικότητα δυο μυθιστορήματα σε ένα. Σε μερικούς δεν αρέσει αυτό το κόψιμο και το ράψιμο, όμως εγώ προσωπικά το αγαπώ. Στον Λύκο της Στάζι πειραματίστηκα με έναν αφηγητή αναξιόπιστο και γενικά μπορώ να πω ότι το αποτέλεσμα μ’ αφήνει ικανοποιημένο.
Με εξέπληξε, δεν το περίμενα κι ούτε μπορούσα να το πιστέψω, έχω κορνιζάρει το βραβείο πάνω απ’ το τζάκι και δεν πρόκειται ν’ αφήσω τη γυναίκα μου να το κατεβάσει όταν έρθουν τα Χριστούγεννα! Επιπλέον, Το παιδί και Ο λύκος της Στάζι έμειναν για πολύ καιρό στις λίστες των καλύτερων αστυνομικών βιβλίων της χρονιάς – ποτέ δεν περίμενα να πετύχω κάτι τέτοιο με τα δύο πρώτα βιβλία μου, κάποιοι συγγραφείς περιμένουν όλη τη ζωή τους χωρίς να βραβευτούν ποτέ, αυτό το βραβείο στο ντεμπούτο μου ήταν μια στιγμή θαυμάσια.
Ο Μαύρος Κύκνος του Όουεν Μάθιους είναι μια καταπληκτική ιστορία από έναν βετεράνο δημοσιογράφο. Αναφέρεται στην προσπάθεια των Σοβιετικών τη δεκαετία του ’60 να φτιάξουν σε μια πόλη μυστική ένα πυρηνικό όπλο τόσο ισχυρό, που θα τελείωνε όλους τους πολέμους. Είναι το πρώτο του βιβλίο κι ένα από τα καλύτερα που έχουν πέσει στα χέρια μου.
Δεν είμαι απλός επισκέπτης στη Σύρο! Έχω αγοράσει ένα μικρό σπίτι εκεί, που το χρησιμοποιώ ως βάση για το γράψιμο και πηγαίνω τακτικά. Ξεκίνησα να επισκέπτομαι την Ελλάδα τη δεκαετία του ’80 και με τη γυναίκα μου κάναμε διακοπές στην Κρήτη, στην Κέρκυρα, στη Λευκάδα, στην Πάργα, στη Νάξο, στην Πάρο, στη Μύκονο και στη Σκιάθο. Όμως η Σύρος είναι το κάτι άλλο. Λατρεύω την πλούσια ιστορία της Ερμούπολης, την έξοχη αρχιτεκτονική της και το γεγονός ότι τον 19ο αιώνα ήταν σημαντικότερη από τον Πειραιά. Στη Σύρο υπάρχει ζωή όλο τον χρόνο, ακόμα και τον χειμώνα (τουλάχιστον στην Ερμούπολη), μπορείς να νιώσεις τον γνήσιο ελληνικό χαρακτήρα της, δεν έχει αναπτυχθεί υπερβολικά, δεν συναντάς τόσο πολλούς Άγγλους τουρίστες, όπως συμβαίνει στα γειτονικά νησιά, κι έχει εξαιρετικές παραλίες. Από την άλλη μεριά, νιώθω αποστροφή με όσα συμβαίνουν στη Βρετανία αυτή τη στιγμή λόγω του Brexit και για μένα είναι ένας τρόπος να συνδεθώ ξανά με την ιδέα της Ευρώπης, ελπίζοντας ταυτόχρονα να βρω περισσότερη έμπνευση για να γράφω.
