Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας
ΚΛΑΡΤ: Τελευταία προβολή της χειμερινής σεζόν με την ταινία «Down by Law» του Jim Jarmusch
Spitogatos: Ανοδικά οι τιμές κατοικιών το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε όλη τη χώρα και στα μεγάλα αστικά κέντρα
Θεσπρωτία: Συνελήφθησαν για ρευματοκλοπή
Skroutz: Αύξηση 23% στις παραγγελίες και παραδόσεις μία ημέρα ταχύτερα το φετινό Πάσχα

Ο Γρηγόρης Αζαριάδης γεννήθηκε το 1951 στην Αθήνα, όπου και διαμένει μόνιμα. Παντρεμένος για δεύτερη φορά με τη Νίτσα Βραχνίδου, έχει έναν γιο, μια κόρη κι έναν γιο. Είναι λάτρης κι επηρεασμένος σε μεγάλο βαθμό α) από τον Τσάντλερ και τον Χάμετ, β) τον Μανσέτ και τον Φαζαρντί και γ) το ζεύγος των Σουηδών πρωτοπόρων Σγιέβαλ και Βαλέε. Διαβάζει μανιωδώς αστυνομικά μυθιστορήματα. Στοιχηματίζει ότι οι Έλληνες αστυνομικοί συγγραφείς δεν έχουν και πολλά να ζηλέψουν από τους ξένους συναδέλφους τους και προκαλεί τους Έλληνες αναγνώστες αστυνομικών μυθιστορημάτων να δεχτούν το στοίχημα. Τα βιβλία του που κυκλοφορούν είναι οι Παλιοί λογαριασμοί (2012), Η τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου (2013) και Το μοτίβο του δολοφόνου (2015) από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Το τελευταίο του μυθιστόρημα, Σκοτεινός λαβύρινθος, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, μας έδωσε την αφορμή για τη συζήτηση που ακολουθεί.
Οι πρώτες μου αμαρτίες φέρουν τα ονόματα των Ρέιμοντ Τσάντλερ και Ντάσιελ Χάμετ. Τα δύο πρώτα πρέπει να ήταν ο Μεγάλος αποχαιρετισμός και το Αντίο, γλυκιά μου του Τσάντλερ. Αμέσως μετά ακολούθησε το μυθικό Γεράκι της Μάλτας του Χάμετ. Και ο πρώτος κύκλος έκλεισε με την Πρηνή θέση του σκοπευτή του Μανσέτ. Πλήρης και απόλυτα συμβολική αρχή για εισαγωγή στην αστυνομική λογοτεχνία, καθώς οι συγκεκριμένοι συγγραφείς με ακολούθησαν για πολλά χρόνια.
Οι πρώτες σκέψεις μπήκαν στο μυαλό μου με την Πρηνή θέση του σκοπευτή. Ίσως επειδή ήμουν βαθύτατα επηρεασμένος από τα γεγονότα του γαλλικού Μάη και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Κάποια χρόνια αργότερα, ξεκινώντας τη γνωριμία με τα μυθιστορήματα του Πέτρου Μάρκαρη, αυτές οι σκέψεις μετουσιώθηκαν σε μια υπόγεια αλλά σταθερή απόφαση να γράψω το δικό μου μυθιστόρημα.
Το πρώτο αίμα... Η πρώτη γυναίκα που ερωτεύτηκες... Μιας και μιλάμε για αστυνομικά, η πρώτη δολοφονία ενός επαγγελματία εκτελεστή! Μετά όλα μπαίνουν στη σωστή σειρά. Η σημασία της έκδοσης του πρώτου βιβλίου είναι πραγματικά καθοριστική. Η εμπειρία μου με τους Παλιούς λογαριασμούς θα μου μείνει αξέχαστη. Μιλάμε για ένα μυθιστόρημα, που γράφτηκε το 1977 κι έμεινε στο συρτάρι μου μέχρι το 2012, οπότε και εκδόθηκε.
Έχω σταθερά την άποψη ότι οι Έλληνες αστυνομικοί συγγραφείς δεν υστερούν έναντι των Ευρωπαίων συναδέλφων τους. Η ιδέα να γραφτεί ο Σκοτεινός λαβύρινθος ξεκίνησε από το στοίχημα που έβαλα με τον εαυτό μου να γράψω ένα βιβλίο που θα επιβεβαιώνει αυτή την «αρχή της ισότητας». Τουτέστιν, ένα «ελληνικό» ευρωπαϊκό αστυνομικό μυθιστόρημα, και πιο συγκεκριμένα ένα αστυνομικό βορειοευρωπαϊκής προέλευσης. Σαν αποτέλεσμα, η υπόθεση έπρεπε να ακολουθεί τα πρότυπα των βορειοευρωπαϊκών μυθιστορημάτων, να περιγράφει τον υπόκοσμο, τους σκληρούς χαρακτήρες, τη βία, τις συγκρούσεις και τα τρομακτικά προσωπικά διλήμματά τους, ταυτόχρονα όμως με την παράλληλη αναφορά στην τραγωδία των Χοηφόρων και τον προβληματισμό της κεντρικής ηρωίδας, σαν σύγχρονη Ηλέκτρα. Η επιλογή του τίτλου θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει αυτή ακριβώς τη ζοφερή, σκοτεινή ατμόσφαιρα και τα προσωπικά ψυχολογικά θέματα των ηρώων.
Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση... Φαντασία και πραγματικότητα αποδύονται σε ένα σκληρό μεν, ελκυστικό δε παιχνίδι ανταγωνισμού. Κάποιες φορές η πρώτη ξεπερνάει τη δεύτερη, κάποιες άλλες συμβαίνει το αντίστροφο. Εγώ, ως εραστής του ρεαλιστικού, επιδιώκω να γράφω για ιστορίες που έχουν μεγάλη συγγένεια με την πραγματική ζωή. Και για τον λόγο αυτό, όταν κάνω την απαραίτητη προετοιμασία και τη σχετική έρευνα για τη συγγραφή ενός μυθιστορήματός μου, μιλάω με αστυνομικούς, εγκληματολόγους, ψυχολόγους, ακόμη και ιατροδικαστές. Βέβαια, ένας αστυνομικός συγγραφέας πάντα έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τα πραγματικά στοιχεία στον βαθμό που εκείνος επιθυμεί και να τα συνδυάσει στο πλαίσιο της μυθοπλασίας που επιλέγει ο ίδιος. Επίσης, να μην αγνοούμε και την επιθυμία του συγγραφέα να λειτουργήσει «προφητικά», να προσπαθήσει να περιγράψει δηλαδή μια υπόθεση που σήμερα μπορεί να μοιάζει φανταστική, αλλά στο κοντινό μέλλον να αποδειχτεί μια εφιαλτική πραγματικότητα. Αυτό φαίνεται σε μυθιστορήματα όπως Το μοτίβο του δολοφόνου, που έγραψα το 2015 και αναφέρεται σε έναν serial killer, φαινόμενο το οποίο μέχρι τώρα δεν έχουμε βιώσει, αλλά δεν μπορούμε να αποκλείσουμε δυστυχώς κάτι παρόμοιο λόγω των κοινωνικών συνθηκών που επικρατούν και στη χώρα μας.
Η έρευνά μου και η εμπειρία μου στο police procedural –στις διαδικασίες έρευνας των αστυνομικών αρχών–, σε συνδυασμό με την επαφή μου με αστυνόμους του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής μού δίνουν τη δυνατότητα να έχω μια αρκετά ακριβή γνώμη επί του θέματος. Το πρώτο ζητούμενο είναι να έρθει στην επιφάνεια το κίνητρο. Για ποιο λόγο έγινε το έγκλημα. Στα περισσότερα εγκλήματα η αναζήτηση ξεκινάει από τον στενό κύκλο του θύματος. Οικογενειακό περιβάλλον, επαγγελματικό περιβάλλον και φίλοι. Τα πιο συνηθισμένα κίνητρα εδώ είναι το μίσος, η αντιζηλία, η εκδίκηση, οικονομικές διαφορές – γενικά, θέματα που αγγίζουν τα συναισθήματα των εμπλεκομένων. Από τη στιγμή που η αστυνομία ανακαλύπτει το κίνητρο, η εξιχνίαση της υπόθεσης μπαίνει στον σωστό δρόμο. Στις λίγες όμως περιπτώσεις, για παράδειγμα συμβόλαια θανάτου που φέρνουν σε πέρας επαγγελματίες εκτελεστές, τα πράγματα περιπλέκονται. Το κίνητρο δεν είναι προφανές, οι μάρτυρες που γνωρίζουν κάτι είναι ελάχιστοι και φοβούνται να μιλήσουν, οπότε oι διωκτικές αρχές αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στην πορεία των ερευνών. Το μόνο που μένει είναι η επιμονή, η υπομονή, η προσπάθεια να βρεθεί το παραμικρό στοιχείο και βέβαια η οποιαδήποτε βοήθεια μπορούν να αντλήσουν από τον συμπαθή στόλο των πληροφοριοδοτών τους.
Όπως προανέφερα, μία από τις πρώτες ενέργειες των αστυνομικών είναι η προσέγγιση του οικογενειακού και φιλικού κύκλου των θυμάτων. Στην περίπτωσή μας και με δεδομένη την ολοκληρωτική εξαφάνιση της οικογένειας του Μαυρονικόλα, η μοναδική πηγή από την οποία η αστυνομία μπορεί να αντλήσει πληροφορίες για τον Μαυρονικόλα είναι ο κύκλος των φίλων. Και στη συνέχεια, βέβαια, λόγω και του σκοτεινού παρελθόντος του Μαυρονικόλα, μπορεί η ομάδα των αστυνομικών να καταφύγει και στη χρησιμοποίηση των πληροφοριοδοτών της.
Η Σοφία Μαυρονικόλα είναι αναμφισβήτητα η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος. Εγκαταλείπει τη χώρα με το βάρος του προσωπικού της «νεανικού αμαρτήματος» κι όταν ύστερα από πολλά χρόνια καταφέρνει να ξεπεράσει τις ενοχές, τους «σκελετούς που κρύβει στις ντουλάπες», έρχεται αντιμέτωπη με την αποτρόπαιη τραγωδία της ομαδικής δολοφονίας της οικογένειάς της. Επιστρέφει στην Αθήνα, βιώνει το εφιαλτικό προσωπικό της δράμα και βουλιάζει στους «σκοτεινούς λαβύρινθους» της ψυχής της, καθώς βρίσκεται να παλεύει με δύο πανίσχυρες και θεωρητικά αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μία πλευρά η επιθυμία για εκδίκηση, από την απέναντι πλευρά η απονομή δικαιοσύνης. Εξ ου και ο συμβολικός παραλληλισμός με την Ηλέκτρα στις Χοηφόρους. Η Σοφία Μαυρονικόλα περιδινίζεται ως σύγχρονη Ηλέκτρα, που απευθύνεται στον χορό, τον αποτελούμενο από χήρες Τρώων, αναρωτούμενη τι πρέπει να ζητήσει: «Έναν δήμιο ή έναν δικαστή;». Κι η απάντηση του χορού είναι σαφής: «Έναν τιμωρό, κάποιον να τιμωρήσει τους δολοφόνους του πατέρα σου». Εδώ, η Μαυρονικόλα δεν έχει την πολυτέλεια του χορού και θα πρέπει μόνη της να πάρει το βάρος της τραγικής απόφασης για εκδίκηση.
Πίσω από κάθε μυθιστόρημα που γράφω κρύβεται μια μακριά περίοδος έρευνας, που έχει στόχο τη ρεαλιστικότητα της πλοκής και των χαρακτήρων. Στην περίπτωση του Σκοτεινού λαβύρινθου τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα από κάθε προηγούμενη φορά. Εδώ δεν μιλάμε για τον σκοτεινό κόσμο της νύχτας, αλλά για τον σκοτεινό κόσμο των εκτελεστών. Terra incognita, ακόμη και για τους αστυνομικούς. Χρειάστηκε λοιπόν μια επικίνδυνη κατάδυση σ’ έναν ζοφερό, εφιαλτικό κόσμο. Έναν κόσμο που ζει τη δική του ζωή, με τους δικούς του σιωπηλούς νόμους, στο δικό του σκοτεινό καταφύγιο. Εκεί, όπου πραγματικά υπάρχει μια άλλη διαφορετική πόλη, που ξεκινάει την παράσταση στο δικό της θέατρο όταν τα φώτα χαμηλώνουν. Τελικά ναι, η Αθήνα είναι μια πόλη με πολλά πρόσωπα, από φιλική και τρυφερή μέχρι απειλητική κι επικίνδυνη. Ιδιαίτερα τη νύχτα, είναι μια πόλη που προκαλεί αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα, καθώς σου δίνει χίλιες ευκαιρίες να την αγαπήσεις κι άλλες τόσες να τη μισήσεις. Κι είναι πιστεύω αυτή η διαφορετικότητα που την κάνει γοητευτικά σαγηνευτική.
Ακούγοντας τις πραγματικές ιστορίες από τους αστυνομικούς που συμβουλεύομαι για τη συγγραφή των μυθιστορημάτων μου, καταλήγω πολλές φορές να πιστέψω ότι το διαχρονικό κλισέ «η πραγματικότητα ξεπερνάει τη φαντασία» επιβεβαιώνεται πανηγυρικά. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι κάτω από την επιφάνεια μιας κοινωνίας, που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εντός των «επιτρεπόμενων νομικά ορίων», κινείται κι ένα μικρότερο, αλλά σαφώς επικίνδυνο μέρος, που υπερβαίνει σημαντικά αυτά τα όρια. Αν μπορούσα να χρησιμοποιήσω έναν νεολογισμό, θα έλεγα ότι μιλάμε για δύο διαφορετικές χώρες, αυτή του Νόμου κι αυτή της Παρανομίας, όπου δυστυχώς κάποιοι προνομιούχοι κάτοικοι έχουν το διαβατήριο να περνάνε ελεύθερα από τα σύνορα. Κι αυτοί βέβαια δεν έχουν τη στερεοτυπική μορφή των γκάνγκστερς, κακοποιών ή απατεώνων που βλέπουμε στις ταινίες, αλλά δυστυχώς κρύβονται κάτω από το προσωπείο κοινωνικά ευυπόληπτων πολιτών, πράγμα που τους κάνει ακόμη πιο επικίνδυνους.
Κι αυτή η ερώτηση είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Πραγματικά, το κίνητρο για μια παραβατική πράξη, ιδιαίτερα στην ακραία περίπτωση μιας δολοφονίας, αποτελεί πλέον πεδίο μελέτης από πλευράς ψυχολόγων. Καθοριστικό παράγοντα σίγουρα αποτελεί το παρελθόν του ανθρώπου και ιδιαίτερα η παιδική ηλικία. Αν έχει υποστεί οποιασδήποτε μορφής κακοποίηση, σωματική ή ψυχική, αν έχει πέσει θύμα απόρριψης από την οικογένεια ή το φιλικό περιβάλλον, αν έχει αντιμετωπίσει εχθρική συμπεριφορά στο σχολείο. Όλα αυτά τα γεγονότα που έχει βιώσει δίνουν προειδοποιητικά σημάδια, καθώς αντανακλώνται στη συμπεριφορά του ατόμου, χωρίς ωστόσο πολλές φορές να αξιολογούνται κατάλληλα από το περιβάλλον του. Αυτό βέβαια το «κατάλληλο ψυχολογικό υπόβαθρο», που κρύβεται πίσω από έναν «υποψήφιο δολοφόνο», χρειάζεται κι έναν «καταλύτη» για να λειτουργήσει. Κι αυτός ο καταλύτης, αυτή η δύναμη που «τραβάει τη σκανδάλη» μπορεί να είναι ένα απλό, καθημερινό γεγονός. Για παράδειγμα, ένας νέος που έχει υποστεί σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική ηλικία, βλέποντας κάποια αντίστοιχη σκηνή σε κάποια κατασκήνωση, ανακαλεί το δικό του τραύμα και μπορεί να εκδηλώσει την οργή και τον θυμό, που κουβαλάει χρόνια μέσα του, με επιθετικό τρόπο. Οπωσδήποτε, η σύνδεση των ψυχολογικών τραυμάτων με την επιθετική πράξη είναι πολυσύνθετη και απαιτεί ενδελεχή ψυχολογική διερεύνηση.
Συνήθως αυτή είναι μία από τις πιθανότερες αιτίες. Το θύμα, το οποίο έχει υποστεί οποιασδήποτε μορφής παραβατική συμπεριφορά από τον θύτη, είτε πρόκειται για ξυλοδαρμό, είτε για βιασμό, ακόμη και μια απόπειρα κατά της ίδιας της ζωής του, βιώνει το τραύμα με ιδιαίτερα οδυνηρό τρόπο. Η πρώτη σκέψη του είναι να πάρει πίσω το αίμα του, να εκδικηθεί για το δράμα που έχει βιώσει. Είναι η πρώτη, σχεδόν φυσιολογική αντίδραση και αυτή που σε αρκετούς ανθρώπους παραμένει αναλλοίωτη και καθοδηγεί τις σκέψεις τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Βλέπετε, το «σύνδρομο του εκδικητή Κλιντ Ίστγουντ» παραμένει αρκετά δημοφιλές στην εποχή μας. Πολλές φορές βλέπουμε θύματα να έχουν σχεδιάσει και να έχουν υλοποιήσει αυτή την εκδίκηση ύστερα από πολλά χρόνια, πράγμα που ισχύει περισσότερο για μοναχικούς ανθρώπους. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν άνθρωποι που έχουν λάβει βοήθεια από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον ή και ψυχολογική στήριξη κι έχουν κατορθώσει να διαχειριστουν τα ψυχικά και σωματικά τραύματα και να αρκεστούν στην επιδίωξη της απονομής δικαιοσύνης.
Στα αστυνομικά μυθιστορήματα υπάρχουν πολλές τεχνικές, ανάλογα με την πρόθεση του συγγραφέα. Άλλες προφανείς κι άλλες «υπόγειες». Καθώς όμως οι περισσότεροι αστυνομικοί συγγραφείς έχουν στόχο να προσελκύσουν από την αρχή την προσοχή του αναγνώστη και να τον κρατήσουν καθηλωμένο στα διαδραματιζόμενα και κατά συνέπεια στην πλοκή του μυθιστορήματος, δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην «κινηματογραφική» ή καλύτερα στην «τηλεοπτική» οπτική της γραφής. Τουτέστιν, στην επίτευξη ενός ταχύτατου ρυθμού εναλλαγής σκηνών και γεγονότων. Ο σχεδόν καταιγιστικός ρυθμός παρασύρει τον αναγνώστη στη δίνη των γεγονότων και τον οδηγεί στην αποδοχή μη ρεαλιστικών, ακόμη και εξωπραγματικών συμβάντων, καθώς η επιτακτική ανάγκη είναι να μάθεις τι γίνεται στην επόμενη σκηνή. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι σεναριογράφοι των σύγχρονων τηλεοπτικών σειρών γράφουν σενάρια, που πολλές φορές είναι τουλάχιστον εφάμιλλα των αντίστοιχων αστυνομικών μυθιστορημάτων. Υπάρχουν βέβαια αρκετοί αστυνομικοί συγγραφείς που ακολουθούν την τακτική της «σταδιακής» οικοδόμησης της πλοκής. Στην περίπτωση αυτή, η πλοκή εξελίσσεται με αργό ρυθμό στην αρχή, αλλά σταδιακά επιταχύνεται και στο τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος γίνεται καταιγιστική.
Υπέροχα! Δεδομένου ότι όπως και τα προηγούμενά μου μυθιστορήματα, έτσι και ο Σκοτεινός λαβύρινθος ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό την «κινηματογραφική» ή την «τηλεοπτική» οπτική, που προαναφέραμε, είναι ιδανικός για να μεταφερθεί στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη. Ανήκει στην κατηγορία της «σταδιακής» οικοδόμησης της πλοκής, όπου ο ρυθμός ανεβάζει συνεχώς στροφές και γίνεται καταιγιστικός στο τελευταίο μέρος.
Οι Έλληνες δυστυχώς διαβάζουν γενικά λίγα μυθιστορήματα, είτε πρόκειται για αστυνομικά είτε για κάθε άλλο είδος. Το ελπιδοφόρο γεγονός είναι ότι ειδικά για το αστυνομικό μυθιστόρημα υπάρχει μια αυξητική τάση, ιδιαίτερα ανάμεσα στις γυναίκες και στις νεαρότερες ηλικίες. Κατά την άποψή μου, αυτό οφείλεται στη «μετάλλαξη» του αστυνομικού μυθιστορήματος, που πλέον ενσωματώνει σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό το κοινωνικό σχόλιο. Κοινωνική κριτική... Αναφορά στις σύγχρονες συνθήκες, που ταλανίζουν την κοινωνία μας. Με αυτόν τον τρόπο το καθαρά αστυνομικό μυθιστόρημα μετασχηματίζεται σε αυτό που χαρακτηρίζω αστυνομικοκοινωνικό ή κοινωνικοαστυνομικό, ανάλογα με τον βαθμό ενσωμάτωσης στην πλοκή των σχετικών κοινωνικών παραμέτρων. Η συγκεκριμένη τάση, κατά ευτυχή συγκυρία, αντικατοπτρίζεται πειστικά και στα έργα των σύγχρονων Ελλήνων αστυνομικών δημιουργών.
Η ιδιότητα του συγγραφέα προϋποθέτει κατά την ταπεινή μου άποψη την αντίστοιχη του ενημερωμένου αναγνώστη και του αντικειμενικού κριτικού. Κατά συνέπεια, απαιτεί την ανάγνωση πολλών και διαφορετικού είδους αστυνομικών μυθιστορημάτων. Τελευταίες μου αναγνωστικές περιπέτειες ήταν το Μαχαίρι του Jo Nesbo, ένα εξαιρετικό δείγμα ποιοτικού, εμπορικού αστυνομικού, το 1793 του Niklas Natt och Dag, ένα εκπληκτικό κοκτέιλ ιστορικού, ψυχολογικού και αστυνομικού θρίλερ και το Πρόσχαροι οι πολιτσμάνοι του σουηδικού ζεύγους των πρωτοπόρων Sjöwall και Wahlöö, τα βήματα των οποίων ακολούθησαν οι περισσότεροι επιτυχημένοι Σκανδιναβοί (και όχι μόνο) αστυνομικοί συγγραφείς. Οι Πρόσχαροι πολιτσμάνοι αποτελούν ένα υποδειγματικό police procedural εμπλουτισμένο με σκληρό κοινωνικό σχόλιο, γραμμένο το 1968(!), που νομίζω ότι πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσουν αναγνώστες, αλλά και συγγραφείς...
Θεωρώ υπερβολικό να απευθυνθώ εγώ στους Έλληνες αστυνομικούς συγγραφείς. Υπάρχουν συνάδελφοι που γράφουν περισσότερα χρόνια κι έχουν να επιδείξουν πολύ σημαντικό έργο και είναι καταλληλότεροι να μιλήσουν. Μιλάω όμως με αρκετούς νεότερους συγγραφείς, που έχουν πραγματικά ταλέντο, γράφουν καλά και σίγουρα μπορούν να γράψουν ακόμη καλύτερα. Αν μπορούσα να τους στείλω ένα μήνυμα, θα ήταν διπλής κατεύθυνσης. Από τη μία πλευρά, να διαβάσουν όσο περισσότερους συγγραφείς μπορούν. Όχι μόνο αστυνομικούς (μια καλή επιλογή θα συμπεριλάμβανε ας πούμε Χάμετ, Τσάντλερ, Ελρόι, Μανσέτ, Φαζαρντί, Σγιέβαλ και Βαλέε, Νταλ, Μανκέλ κ.λπ.). Αλλά και γενικότερα κλασικούς συγγραφείς... Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Καμί, Μπόρχες κ.λπ. κ.λπ. Όλο και κάτι θα αποκομίσουν από αυτή την ανάγνωση. Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσα να πω ότι καλό είναι για όλους, νεότερους και μη συγγραφείς να αποδώσουν τις ρεαλιστικές διαστάσεις που αξίζουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Καλές είναι οι επικοινωνίες, οι φιλίες και οι κριτικές στο Facebook, αλλά για όνομα του Θεού, δεν αποτελούν απόδειξη επιτυχίας και ποιότητας του έργου οποιουδήποτε συγγραφέα, που επιθυμεί μάλιστα να διατηρήσει μια ελάχιστα σοβαρή προσωπικότητα.
