Αναρτήθηκε στις:19-12-18 12:00

Συνέντευξη του Βαγγέλη Παππά στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Τον αγάπησα τον Θεόφιλο, και μαζί του έμαθα να αγαπώ περισσότερο τον εαυτό μου


Ο Βαγγέλης Παππάς γεννήθηκε το 1976 στον Πειραιά. Προτού εισέλθει ως επιτυχών στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Θεσσαλονίκη το 1995, είχε ήδη σπουδάσει τέσσερα έτη Βυζαντινή Τέχνη με δασκάλους όπως, ο Γιάννης Καρούσος, ο Λιόνδας, ο Ζίας και πολλοί άλλοι. Από την Σχολή Καλών Τεχνών αποφοίτησε το 2002 και κατά την διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας δημιούργησε το περίφημο Μουσείο του Ρούπελ στο Πετρίτσι Σερρών. Στην συνέχεια έλαβε μέρος σε πολλές ομαδικές εκθέσεις και μέχρι σήμερα έχει στήσει 9 ατομικές εκθέσεις, ενώ από το 2008 δημιούργησε το Εικαστικό Εργαστήριο της ARTe έναν πραγματικό χώρο πολιτισμού στο κέντρο της Αθήνας. Το 2014 δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο: Το συναξάρι του Μεγαλομάρτυτα Αθανάσιου Διάκου, από τις εκδόσεις Παρρησία.


Ερ. Αλήθεια πώς προέκυψε η ιδέα της συγγραφής του βιβλίου;
Απ. Ήθελα να γράψω κάτι για την Ελλάδα, ίσως μ’ ένα αφηρημένο τρόπο αρχικά, αλλά πολύ γρήγορα, δεν άργησα ν’ αντιληφθώ πως αυτό που με ενδιέφερε ουσιαστικά ήταν το θέμα της ελληνικότητας. Δηλαδή το πνεύμα του ελληνισμού μας, αυτό που διατρέχει τους αιώνες, παρά οτιδήποτε άλλο. Και καλύτερο σύμβολο για την μακραίωνη ελληνικότητα μας δεν θα μπορούσα να βρω άλλο πέρα από τον ευγενικό ζωγράφο της Μυτιλήνης, τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ.

Ερ. Δεν ήταν δύσκολο να γράψετε για τη ζωή του Θεόφιλου;
Απ. Οφείλω να παραδεχτώ πως ήταν, όχι απλά δύσκολο όπως λέτε, αλλά μάλλον και ψυχοφθόρο. Έπρεπε, εγώ, το παιδί της σύγχρονης αντίληψης περί του κόσμου και μιας άκαρπης παγκοσμιοποίησης μέσα στην οποίαν γαλουχήθηκα, να γράψω για την θριαμβεύουσα ταπεινότητα του ελληνικού τρόπου. Καταλαβαίνετε πως έπρεπε να διαρρήξω θύρες που ουδέποτε γνώριζα ή έστω μπορούσα να διανοηθώ. Όμως ο Θεόφιλος είναι ένα μάθημα για όλους μας σε τούτες τις μέρες. Πιστέψτε με πως μαζί του, γράφοντας αυτό το βιβλίο, αναβαπτίστηκα κι εγώ στην απλότητα, και ίσως, γιατί όχι; στο αληθινό νόημα της ζωής. Ο Θεόφιλος σου προτείνει έναν ανακουφιστικό τρόπο ζωής.

Ερ. Ποια ήταν τα εμπόδια που συναντήσατε κατά την έρευνα και τη συγγραφή;
Απ. Η σχέση μεταξύ ιστορίας και μυθιστορήματος. Διότι δεν επιθυμούσα μια προσέγγιση αναλυτικής μελέτης του έργου του, αλλά διαισθάνθηκα πως, αφού ο ίδιος επεδίωκε μια ζωή σαν μυθιστόρημα, τότε κι εγώ έπρεπε να υπηρετήσω τούτη τη βαθιά ανάγκη της ψυχής του. Ο Θεόφιλος ζούσε κυριολεκτικά μέσα στα προσωπικά του οράματα. Ένιωθε πως ήταν ένας ήρωας, σαν κι εκείνους της επανάστασης του 1821! Και το πιο καταπληκτικό από όλα: για όπλο του είχε ένα πινέλο! Ε, όλα αυτά πως σας φαίνονται; Μπορείς άραγε να προσεγγίσεις έναν τέτοιο άνθρωπο ως μια στεγνή κι άγευστη, ιστορική μελέτη;

Ερ. Τι ήταν αυτό που σας έδωσε τη δύναμη να συνεχίσετε;
Απ. Το γεγονός ότι η επαφή μου με τον Θεόφιλο με άλλαζε εσωτερικά. Ένιωθα ολοένα και περισσότερο να φουντώνει μέσα μου μια γλυκιά φλόγα που με ζέστανε και με εξανθρώπιζε. Θεωρώ πως ακριβώς το ίδιο θα νιώσουν και οι αναγνώστες διαβάζοντας τον Αχμάκη. Η δύναμη έρχονταν από το ίδιο το κείμενο. Δεν ξέρω πόσο παράδοξο σαν ακούγεται αυτό, αλλά ομολογώ πως δεν έχω καλύτερη μαρτυρία να σας καταθέσω πέρα από αυτό που βίωσα εντελώς προσωπικά. Τον αγάπησα τον Θεόφιλο, και μαζί του έμαθα να αγαπώ περισσότερο τον εαυτό μου.

Ερ. Πόσα χρόνια κάνατε για να γράψετε το μυθιστόρημα;
Απ. Γενικά σε όλους λέω πως χρειάστηκα τέσσερα χρόνια, αλλά αυτό δεν ευσταθεί, διότι πάντοτε συνυπολογίζω και την ιστορική έρευνα που έκανα, η οποία στην ουσία με οδήγησε περίπου στον μισό από τον παραπάνω χρόνο που ανέφερα για την γραφή του συγκεκριμένου βιβλίου.

Ερ. Είσαστε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα της συγγραφής και της έκδοσης του βιβλίου;
Απ. Αν ξεκινήσω από την έκδοση, δεν είμαι απλά ικανοποιημένος, αλλά ευγνώμων. Οι εκδόσεις Εν Πλω με στήριξαν με αγάπη και κατανόηση. Τώρα όσον αφορά το αποτέλεσμα της συγγραφής, εγώ μέσα μου, δεν σας το κρύβω, ξέρω πολύ καλά πως νιώθω, αλλά θεωρώ πως καλύτερα θα ‘ταν αν μιλούσε το αναγνωστικό κοινό. Αυτός είναι ο τελικός κριτής. Εύχομαι πρωτίστως να είναι εκείνοι ικανοποιημένοι, διότι αν κάτι με δίδαξε ο Θεόφιλος είναι αυτό: Οφείλουμε να κάνουμε τέχνη για τον λαό, δίχως βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η τέχνη θα κάνει και τα χατίρια του…

Ερ. Επισκεφτήκατε τους χώρους που έζησε ο Θεόφιλος;
Απ. Φυσικά. Ήταν μονόδρομος μέσα στο πλαίσιο της ιστορικής μου έρευνας. Οφείλεις να κινηθείς στον χώρο που έζησε ένας ήρωας ώστε να γίνουν και οι γραμμές του βιβλίου σου τα νοητά μονοπάτια της ζωής του. Πήγα παντού εκτός βέβαια από την Σμύρνη, όπου εκεί έζησε περίπου μια δεκαετία, και την αγάπησε όσο λίγα μέρη στη ζωή του. Στη Σμύρνη ελπίζω να μ’ αξιώσει ο Θεός να πάω κι εγώ, αν και δεν θα βρω εκεί τα μέρη που περιέγραψα στα βιβλίο με τόση ακρίβεια, διότι μετά τον Αύγουστο του 1922 μεταβλήθηκαν τα πάντα σε στάχτη, μαζί βέβαια και με πάμπολλα έργα του νεαρού τότε Θεόφιλου.

Ερ. Γνωρίζουν οι νέοι το έργο του Θεόφιλου;
Απ. Μπορεί. Μερικοί όχι. Αλλά δεν έχει καμία σημασία να διδάξεις στους νέους το έργο του Θεόφιλου δίχως να τους μεταλαμπαδεύσεις και το πνεύμα του. Διότι αυτό σημαίνει ότι δεν τους έχεις διδάξει τίποτα. Τους δείχνεις ένα έργο, κενό νοήματος. Πρέπει να τους πεις, να τους εξηγήσεις, πως αυτός ο άνθρωπος όταν άκουγε την λέξη Ελλάδα, Ρωμηοσύνη, πατρίδα, τον έπιαναν τα κλάματα. Συγκινούνταν βαθιά. Δεν ήταν χαζός. Δεν ήταν καθυστερημένος. Ήταν σοφός και έκλεινε μέσα τους ολόκληρη την Ελλάδα, δίχως διχαστικές αντιλήψεις, δίχως ιδεοληψίες και κομματικά καλούπια. Ήταν πραγματικά ελεύθερος κι αυτό τον έκανε ίσως ένα από τα πιο τέλεια πολιτικά όντα της σύγχρονης ιστορίας μας. Διότι πολιτικό ον είναι ο οποιοσδήποτε που έχει μια ολοκληρωμένη στάση, δηλαδή άποψη και θέση, μέσα στο κοινωνικοπολιτικό του περιβάλλον. Ε, τέτοιος ήταν ο Θεόφιλος! Είχε άποψη. Μιλούσε για την επανένωση της ελληνικής μας συνειδητότητας, σε μια χώρα που πιθήκιζε οτιδήποτε ξενόφερτο κι εφάμιλλο των ευρωπαϊκών. Βίωνε την ελληνικότητα σαν μια αδιάκοπη αλυσίδα από την αρχαιότητα, στο Βυζάντιο, έως τους νεότερους χρόνους και την απελευθέρωση μας από τους Οθωμανούς. Είναι με λίγα λόγια το σύμβολο μιας συνέχειας που σήμερα δεν θεωρείται ιδιαίτερα δεδομένη.

Ερ. Διάβασα στο βιογραφικό σας ότι διδάσκετε και έχετε μαθητές. Μπορείτε να μας αναφέρετε τη δραστηριότητά σας αυτή;
Απ. Ευχαριστώ για την ερώτηση σας, διότι πρέπει να διευκρινίσω πως πρώτα απ’ όλα είμαι ένας ζωγράφος. Έχω τελειώσει την σχολή Καλών Τεχνών και τόσα χρόνια δεν κάνω τίποτα άλλο παρά να υπηρετώ την ζωγραφική μου. Τώρα στα στερνά προέκυψε και η συγγραφή, πάντοτε ως ακατανίκητη ανάγκη. Ως ζωγράφος, λοιπόν, έχω μια σχολή στην Αθήνα, την ARTe που εδώ και δέκα χρόνια διδάσκει τέχνη και όσο το δυνατόν, για να κάνουμε την διαφορά, παλεύουμε να αποκαλύψουμε τον πλούτο της ελληνικότητας στους σπουδαστές μας.

Ερ. Ποια είναι τα σχέδιά σας για τη συνέχεια;
Απ. Ένας Θεός ξέρει… Όποτε έκανα σχέδια Εκείνος από κει ψηλά πάντοτε ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Οπότε…

Ερ. Τι σας έμαθαν οι γονείς σας και το τηρείτε ακόμη;
Απ. Να μην είμαι μισαλλόδοξος. Να αγαπάω την πατρίδα μου, όπως αγαπάω την οικογένεια μου, διότι αυτό σημαίνει πατρίδα: Οικογένεια. Μια μεγάλη οικογένεια. Αλλά να μάθω να αγαπώ και τις οικογένειες όλου του κόσμου. Όλες τις πατρίδες. Να σέβομαι την ιδιαιτερότητα του άλλου. Αυτό μ’ έμαθαν. Να κοιτώ τον άνθρωπο στα μάτια. Τίποτα άλλο.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ