Αναρτήθηκε στις:24-02-16 11:32

Κρήτες Μακεδονομάχοι


Του Ηλία Αθ. Καραθάνου

Η συναίσθηση ότι τους Κρήτες ενώνει η συγγένεια του ιδίου αίματος να ρέει στις φλέβες τους με τους Μακεδόνες του ενιαίου Ελληνικού Φύλου, αυξάνει την αλληλεγγύη τους και συμπαράταξη σε κοινό αγώνα, εναντίον των Βουλγάρων και των Τούρκων, νιώθοντας την σύμπνοια που προκύπτει από τη σύνδεση σε μια εθνικότητα. Οι Κρήτες είχαν στο βλέμμα τους κάτι από τη λάμψη του Αρκαδίου. Τους λέγαν παλικάρια κι οι Μούσες στα τραγούδια τους.

Και τώρα που άκουγαν ότι οι αδερφοί τους Μακεδόνες στενάζουν από τις εχθρικέ θηριωδίες κομιτατζήδων δεν άντεχαν, αλλά αποφάσισαν να δώσουν κι αυτοί το παρόν στον πόλεμο. Να ενώσουν τις δυνάμεις τους, για να διώξουν τους επιβουλείς και σφετεριστές της Ελληνικής Μακεδονίας.

Το 1901 ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης έγραφε στον Αλέξανδρο Ζαίμη: «Στείλτε μου πενήντα παλικάρια, πενήντα Κρητικούς, να τους ενώσω με τους δικούς μου. Θα καταρτίσω έτσι είκοσι σώματα και θα τα μοιράσουν από τον Αλιάκμονα ως το Μορίχοβο και το Μοναστήρι, στη Φλώρινα, το Όστροβο, Σετίνα, Βλάδοβο, Βοδενά και Καρατζόβα. Ο καιρός είναι κατάλληλος για δράσιν. Δεν είχε έρθει όμως τότε ακόμη ο καιρός. Ιούνιος του 1903. Οι πρώτοι Κρητικοί φθάνουν στη Μακεδονία και ο ερχομός τους γίνεται ριζίτικο τραγούδι: «Παιδιά κι ίντα τούτη η βοή? Και εσείσθη ο Ψηλορείτης/ Εξέκαναν τα θεριά, τση Κρήτης τα λιοντάρια./ Και ποιοι είναι αυτοί που πέρασαν / στα πάρωρα τση νύχτας/ κι ακούστηκε το διάβα ντων και τρόμαξε ο κόσμος / και βουβάθηκαν τα πουλιά κι εσκιάχτηκαντ’ αγρίμια; / Είναι ο Λουκάκης, ο Μακρής, ο Γιώργης Στρατινάκης,/ Είναι ο Μπονάτος ο Στρατής, ο Πέτρος ο Ζουρίδης, / και καπετάνιος κι αρχηγός ο Θύμιος ο Καρύδης. / Είναι οι δκα Κρητικοί, οι πρώτοι του Αγώνα».

Στον σε βασμιώτατο Γερμανό Καραβαγγέλη, λίγο πριν από τον ερχομό των Κρητικών στη Μακεδονία, Παύλος Μεκάς έγραφε γι’ αυτούς: «Οι ένδεκα Κρήτες ους σας στέλλομεν, είναι τέλειοι τύποι πολεμιστών. Γενναίοι, ευφυείς, αποφασιστικοί, φιλόδοξοι και έχοντες ανεπτυγμένον το εθνικόν αίσθημα. Είμαι βέβαιος πως θα ενισχύσουν καταπληκτικά τον αγώνα σας».

Ο Μητροπολίτης Καστοριάς, παίρνοντας αφορμή από τα λόγια του ηρωικού αξιωματικού του Στρατού μας Παύλου Μελά, θα προβεί σε σχολιασμό στα Απομνημονεύματά του, γράφει, επιβεβαιώνοντας κι επιτείνοντας κιόλας το περιεχόμενό τους: «Κι αλήθεια, ήταν όλοι παλικάρια».

Τον Ιούνιο του 1903, έρχονται στην Μακεδονία δέκα Κρητικοί με αρχηγό τον καπετάνιο Θύμιο Καούδη, όπου προορίζονται για να ενισχύσουν το αντάρτικο Σώμα του καπετάνιου Βαγγέλη από το Στρέμπενο. Ακόμη ο σκοπός τους είναι να συνοδεύουν ως φρουρά ου

Δεν ήταν εύκολο να περάσει κανείς τον τόσο μακρινό δρόμο για την Μακεδονία, που ήταν γεμάτος δυσκολίες. Ο αρχηγός της αποστολής, Ευθύμιος Καούδης στ’ μτην Καλαμπάκα δεν εφάγαμε σχεδόν τίποτε… Το μεσημέρι έβρεξε λίγο και επήρε το πλάι ο Σεϊμένης… και εμάζεψε ένα μαντίλι σαλιάγγους μεγάλους και τους βάλαμε στα κάρβουνα και τους φάγαμε δίχως άλας και νομίζαμε πως ήσαν κουραμπιέδες. Τόση ήταν η πείνα μας».

Τέλη Ιουλίου 1903. Και το αίμα του πρώτου πεσόντα Κρητικού μάρτυρα, του Γεωργίου Σεϊμένη, θα πορφυρώσει το χώμα της Μακεδονίας. Μετά απ’ αυτή την αρχή, όλη η Κρήτη θα πάρει φωτιά και τα παλικάρια της πια το ένα μετά το άλλο θα συναγωνίζονται στον στίβο της ευγενούς άμιλλας καταφθάνοντας για τη Μακεδονία.

Συνολικά πάνω από τρεις χιλιάδες Κρητικά παλικάρια, το ένα μετά το άλλο θα φεύγουν για την Μακεδονία, δηλαδή θα βγουν αντάρτικο, στο κλαρί στα Μακεδονικά βουνά. Απ’ αυτούς περίπου επτακόσιοι άφησαν εκεί πάνω την τελευταία πνοή του πολεμώντας για τη λύτρωση της πατρίδας σ’ εθνικό επίπεδο και δεν θα γυρίσουν ξανά στη λεβεντογέννα Κρήτη.

Ο Κρητικός Μακεδονομάχος, Παύλος Γυπάρης, συγκινημένος από την αθρόα συμμετοχή και συμβολή των συμπατριωτών του στον Μακεδονικό Αγώνα, θα πάρει στα χέρια του την κρητική λύρα και θα τραγουδήσει τη γαλούχηση των παλικαριών της Κρήτης μα τα νάματα του Ψηλορείτη, όπως του Βάρδα που επιδεικνύει το σπαθί του στους Βουλγάρους, ο Ρούβας που πολεμά στου Μουρουκιού. Στη συνέχεια απαριθμεί κι άλλους ήρωες, οι οποίοι με τα φτερά του αγέρα, πλέκουν το εγκώμιο της Κρήτης, αίσθηση αυτοπεποίθησης των ντόπιων, ενώ στον εχθρό δημιουργεί μεγάλη εντύπωση κι ηττοπάθεια και πανικό, πέρα από τα καίρια χτυπήματα που επέφεραν. Με άλλα λόγια η συνδρομή τους ήταν αποφασιστική στην αποτίναξη της βουλγαρικής ενόχλησης.

Ο Μακεδόνας αγωνιστής για την απόκτηση της ελευθερίας της πατρίδας του υπό στενή έννοια, Γεώργιος Μόδης, μας δίνει ένα μικρό στιγμιότυπο: «Το απόγευμα… βλέπουμε ξαφνικά εκεί που ετοιμαζόμαστε και ημείς να φύγουμε, να ξεχύνονται από τα σπίτια του χωριού πενήντα περίπου αντάρτες και να το στρώνουν αμέσως στο χορό. Χόρευαν τον πεντοζάλη. Ήταν όλοι υψηλόσωμοι και φτεροπόδαροι οι Κρητικοί. Με τα μαύρα μαντίλια στα κεφάλια, τα πολλά ασημικά, φυσεκλίκια, πιστόλια, μαχαίρια στη μέση και στο στήθος και με τα μακριά τους υποδήματα, που τα χτυπούσαν όλοι μαζί ρυθμικά με τα χέρια στη μέση και στο στήθος και με τον θυελλώδη πυρρίχιο τους μας έκαναν συγκλονιστική εντύπωση».

Ανέκαθεν οι Κρήτες έδιναν το παρόν στους απελευθερωτικούς Αγώνες της Ελλάδας και συγκεκριμένα συμμετείχαν ακόμη στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην αχανή Ασία. Ο Μεγάλος Στρατηλάτης τους αντάμειψε για τη συμβολή στο θρίαμβό του, κτίζοντας στην μακρινή Φρυγία την Κρητόπολη.

Λοιπόν οι απόγονοι εκείνων των γενναίων Κρητών, αιώνες αργότερα, θα άφηναν το ηρωικό νησί τους, σκλαβωμένο στα χέρια των βάρβαρων Τούρκων για να πολεμήσουν τους Βουλγάρους κομιτατζήδες στη Μακεδονία, όπου αυτή τη φορά θριάμβευσαν μαζί με τα αδέρφια τους της μάνας Ελλάδας.

Ο αγέρας της λευτεριάς θα έπνεε σε λίγα χρόνια και στην Κρήτη παράλληλα με τη Μακεδονία, λες κι ο αγώνας τους εκεί, υπήρξε προοίμιο και καταξίωση να δουν και τον δικό τους που καρποφορούσε κι εδώ κι εκεί στη λύτρωση της λευτεριάς, καθώς η αλληλεγγύη των αδερφών ευλογείται πάντα από τον Θεό.

Και σήμερα μια τέτοια ενωτική προσπάθεια, τόσο στο επίπεδο της διεθνούς κοινότητας και μεταξύ των ευρωπαϊκών εταίρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την οικονομία κι οτιδήποτε άλλο, όσο και στο εσωτερικό επίπεδο της χώρας μας για εγχώρια θέματα, είναι αξιέπαινη και θεάρεστη ενέργεια. Ο Θεός τότε θα βλέπει από ψηλά και θα καμαρώνει τα παιδιά Του, που θα προχωρούν χέρι-χέρι με σύμπνοια Η κοινωνική συνοχή φανερώνει την εποικοδομητική αγάπη, που είναι πρόξενος μιας ενάρετης ζωής που τελεί υπό την σκέπη του Υψίστου.

img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ