b Σκέψεις για αναθεώρηση του Συντάγματος επί θρησκευτικών θεμάτων
 

Αναρτήθηκε στις:12-01-19 20:36

Σκέψεις για αναθεώρηση του Συντάγματος επί θρησκευτικών θεμάτων


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος


Η αναγγελθείσα από την κυβέρνηση απόφαση για αναθεώρηση του Συντάγματος, όπως προκύπτει από την περιεχομένη σ’ αυτήν αιτιολογική έκθεση, καθώς έχει ως κύριο στόχο την θρησκευτική ουδετεροποίηση του Κράτους, με την απάλειψη ή ριζική τροποποίηση των θρησκευτικών διατάξεων του Συντάγματος.

Η εισηγούμενη αναθεώρηση έχει έντονη σημασία, γιατί αλλοιώνει την συνταγματική ιστορία της Ελλάδας εισάγοντας θεσμούς ξένους και αντιθέτους προς την ιδιοστασία των Ελλήνων και την εμπεδωθείσα συνταγματική μας παράδοση.

Ειδικότερα επιχειρείται αποθρησκειοποίηση του Κράτους στην περαιτέρω πορεία μας, στην εθνική μας ταυτότητα, στην παιδεία μας και τον πολιτισμό μας.

H ως άνω κυβερνητική πρόταση των προς αναθεώρηση κυβερνητικών διατάξεων αφορά το άρθρο 3 και 13 περί του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας και θρησκευτικού όρκου των βουλευτών, αντίστοιχα και του Προέδρου της Δημοκρατίας, υπ’ αρ. 3382 και 59 & 1, αντίστοιχα.

Παρόλο το άρθρο 13, που είναι μια από τις μη αναθεωρητές διατάξεις, εντούτοις εμπίπτει στην εξαίρεση που εισάγει μία νέα παράγραφος κι επομένως επιτρέπεται η αναθεώρησή της, στις περιπτώσεις «κρατικών αξιωματούχων, δημοσίων λειτουργών ή υπαλλήλων». Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο υπόχρεος επιλέγει ελεύθερα, ανάμεσα σε θρησκευτικό και πολιτικό όρκο.

Στο ισχύον Σύνταγμά μας, όπως και σε όλα που ίσχυσαν από σύστασης του Νεοελληνικού Κράτους μας, υπάρχει εξάλλου και η θεμελιώδης προοιμιακή – θρησκευτική αρχή, στην οποία είναι ψηφισμένο το Σύνταγμα, και με την επίκληση της Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Αγίας Τριάδος. Πρόκειται για το λεγόμενο «Προοίμιο», με το οποίο ο συνταγματικός νομοθέτης διαδηλώνει τη βούλησή του ότι η Ελλάδα είναι Κράτος «ορθόδοξο – χριστιανικό», διαφορετικό από τη νοοτροπία της Δύσης.

Εκτός τούτων είναι σκόπιμο να δούμε, αν υφίσταται επί του παρόντος, σπουδαίος κι αναγκαίος λόγος για συνταγματική αναθεώρηση. Κατά την παγιωθείσα στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου, η αναθεώρηση είναι θεσμός του Συντάγματος, στον οποίο πρέπει να προσφεύγουμε, σε έσχατες ανάγκες, οι οποίες καθιστούν απαραίτητη την τροποποίηση κάποιων διατάξεων του Συντάγματος, οι οποίες το καθιστούν δυσλειτουργικό, λόγω της μεταβολής των συνθηκών, που συνιστούν μια εντελώς αλλοιωμένη κατάσταση.

Πρέπει λοιπόν να υφίσταται απόλυτη ανάγκη, επιβεβλημένη εκ των πραγμάτων, που να δικαιολογεί πλήρως, με απλή εξήγηση την αναθεώρηση. Αυτό είχε υπόψη του κι ο συνταγματικός νομοθέτης, που όρισε στο άρθρο 110 και 6 ότι «δεν επιτρέπεται αναθεώρηση του Συντάγματος, πριν περάσει πενταετία από την περίπτωση της προηγούμενης».

Όμως μόνη η πάροδος πενταετίας, ως του ελαχίστου χρόνου δοκιμασίας των αναθεωρεισών διατάξεων, δεν αρκεί για νέα τέτοια, ούτε είναι αρκετός οιοσδήποτε χρόνος, μόνον αυτός να δικαιολογήσει νέα αναθεώρηση, αν δεν συντρέχουν κι οι εκ των πραγμάτων δημιουργούμενοι λόγοι ουσιαστικής αναγκαιότητας προς τούτο.

Κάθε Σύνταγμα ή Καταστατικός Χάρτης μιας χώρας, ταυτίζεται με την πολιτεία αυτή, στην οποία ανήκει και διοργανώνει, ώστε να περιστρέφεται περί τις βασικές αρχές της και δεν επιτρέπεται να αναθεωρείται, ευκόλως και χωρίς αποχρώντα λόγο, με μόνη την πάροδο του οικείου χρόνου.

Η παλαιότητα θέσπισης των συνταγματικών διατάξεων δεν είναι λόγος απαξίωσης αυτών, αντιθέτως τις καταξιώνει στη συνείδηση όλου του λαού, γιατί υποβάλλοντα παράλληλα σε μακρά δοκιμασία.

Ερωτάται λοιπόν, αν στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει κάποιος ουσιαστικός λόγος προς αναθεώρηση; Θα υπήρχε ίσως παρόμοιος λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την αναθεώρηση του άρθρου 3, αν α) είχε παύσει η ορθόδοξη χριστιανική πίστη, να είναι πλέον η επικρατούσα θρησκεία της Ελλάδος, β) αν το Κράτος το ίδιο δεν θρήσκευε, γ) αν η παιδεία των Ελλήνων, δεν ήταν ακόμη προσανατολισμένη στην ελληνορθόδοξη παράδοση και πολιτισμό, και τέλος δ)αν η ταυτότητα της ελληνικής Πολιτείας, έπαυε να είναι ορθόδοξη ελληνική.

Όμως κανένας απ’ αυτούς τους λόγους δεν συντρέχει ούτε κατά διάνοια, στην προκειμένη περίπτωση Αυτό εξάλλου ομολογεί κι η εισηγούμενη κυβερνητική αρχή του άρθρου 3. Αυτή στην προτεινόμενη αναθεώρηση του ως άνω άρθρου, εξακολουθεί να θεωρεί, ως επικρατούσα θρησκεία στην χώρα μας την ορθόδοξη χριστιανική πίστη.

Ο λόγος που προβάλλεται από την Κυβέρνηση γενικώς και για την προτεινόμενη αναθεώρηση είναι «ο στόχος να απαντήσουμε στις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η δημοκρατία και κοινοβουλευτικό σύστημα, αλλά και στους κινδύνους και τις προκλήσεις, που επιφυλάσσει η ανεξέλεγκτη κυριαρχία των αγορών κ.λ.π.».

Όμως, άλλο πράμα είναι οι στόχοι ενός κόμματος, έστω και κυβερνώντος κι άλλο η ανάγκη των πραγμάτων, που κατέστησε ξεπερασμένες κάποιες διατάξεις του Συντάγματος. Όσο αφορά εξάλλου ειδικώς την διάταξη του άρθρου 3, ως λόγος αναθεώρησης, αυτής προβάλλεται το ότι «έχει έρθει λοιπόν ο καιρός, ώστε να κατοχυρωθεί ρητά στο Σύνταγμα η θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους…».

Αυτό είναι σύμφωνα με το κυβερνών κόμμα «ένα σημαντικό βήμα γα τον εκσυγχρονισμό κα την φιλελευθεροποίηση του Συντάγματός μας». Αυτά είναι ευσεβείς πολιτικοί πόθο ενός κόμματος και δεν συνιστούν ανάγκη συνταγματικής αναθεώρησης, προερχομένη από τα πράγματα.

Επομένως, όπως προκύπτει κι απ’ την αιτιολογική έκθεση της ίδιας της Κυβέρνησης, δεν υφίσταται απολύτως κανένας αποχρών λόγος προς αναθεώρηση, ειδικώς του άρθρου 3, αλλά και των άλλων θρησκευτικών διατάξεων του Συντάγματος, αλλ’ αυτή αποτελεί κομματικό στόχο και συνάμα επιδίωξη, η οποία εξυπηρετεί άλλους σκοπούς ξένους προς την προκείμενη συνταγματική αναθεώρηση κι ειδικότερα την ικανοποίηση παρωχημένων και καταδικασμένων στη συνείδηση του λαού, πολιτικών ιδεολογημάτων, τα οποία έχουν ξεπεραστεί ήδη από την ιστορία και τέθηκαν προ πολλού στο «χρονοντούλαπο».

img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ