Αναρτήθηκε στις:06-07-18 11:48

Συνέντευξη του Βασίλη Βασιλακάκου στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Δύο παράγοντες έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στη ζωή μου: η λογοτεχνία και η μετανάστευση


O Γιάννης Bασιλακάκος γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Σκάλας, στη Λακωνία. Έχει μάστερ και διδακτορικό στη νεοελληνική λογοτεχνία από το Πανεπιστήμιο της Mελβούρνης, Bachelor of Letters από το Πανεπιστήμιο της Νέας Αγγλίας, και δίπλωμα Διερμηνείας και Mετάφρασης από το Πανεπιστήμιο RMIT. Eίναι νεοελληνιστής και δίδαξε πάνω από μια 30ετία στα πανεπιστήμια Deakin University και RMIT University της Μελβούρνης. Στο τελευταίο υπήρξε επικεφαλής του Προγράμματος Ελληνικών στον Τομέα Διερμηνείας και Μετάφρασης. Διετέλεσε συνιδρυτικό μέλος της Αυστραλιανής Πολυπολιτισμικής Λογοτεχνίας (στο Australia Council for the Arts, 1983) καθώς και δύο φορές εκλεγμένος συντονιστής του Πολιτιστικού Δικτύου του Συμβουλίου Aπόδημου Eλληνισμού (ΣAE) για την Ωκεανία (1999-2006). Έχει δημοσιεύσει 20 αυτοτελή βιβλία (πεζογραφία, θέατρο, βιογραφίες, δοκίμια/κριτικές μελέτες κ.ά) κι έχει μεταφράσει 5 λογοτεχνικά βιβλία. Δικά του βιβλία έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες και διδάσκονται σε λύκεια και πανεπιστήμια. Έχει τιμηθεί με κρατικές λογοτεχνικές και πανεπιστημιακές ερευνητικές χορηγίες και λογοτεχνικά βραβεία (στην Αυστραλία και διεθνώς), καθώς και από πολιτιστικούς φορείς της διασποράς.

Ερ. Από πότε ξεκινά το ενδιαφέρον σας για τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό;
Απ. Ξεκινά από την εφηβεία και εντείνεται στα φοιτητικά μου χρόνια, καθώς στο πανεπιστήμιο μελετούμε την Τριλογία του (Το φύλλο, το πηγάδι, τ’ αγγέλιασμα). Το ενδιαφέρον μου πολλαπλασιάζεται και από την ανώμαλη πολιτική κατάσταση που επικρατούσε τότε στην Ελλάδα (με τη δικτατορία των συνταγματαρχών) και το όλο κλίμα που ζωντανεύει αριστοτεχνικά το Ζ. Το τελευταίο, τόσο ως βιβλίο, πολύ περισσότερο όμως ως εξαιρετικά πετυχημένη ταινία, χαλά κόσμο στο εξωτερικό όπου βρίσκομαι. Το ότι ήμασταν και οι δυο «εξόριστοι» (αν και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας) έπαιξε κι αυτό κάποιο ρόλο. Τώρα, αν συμψηφίσουμε τους παραπάνω παράγοντες και τις τότε συγκυρίες, καταλαβαίνουμε γιατί δεν θα μπορούσε να με αφήσει αδιάφορο η περίπτωση Βασιλικού. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ήμουν σε μια ευαίσθηση ηλικία, κατά την οποία διαμορφωνόμουν πνευματικά και λογοτεχνικά, και αναζητούσα πρότυπα.

Ερ. Πότε έγινε η πρώτη συνάντηση μαζί του;
Απ. Έγινε το πρωινό της 3ης Μαρτίου του 1977, όταν ξύπνησα και είδα για πρώτη φορά την Αθήνα κατάλευκη από χιόνι! Φαντασμαγορική, αλησμόνητη εικόνα. Είχαμε κανονίσει, τηλεφωνικά, να βρεθούμε στις 9:30 το πρωί στο νέο του διαμέρισμα μιας νεόδμητης πολυκατοικίας στο Σκοπευτήριο Καισαριανής. (Ήμασταν σχεδόν γείτονες, γιατί εγώ έμενα, τότε, δίπλα στο Βύρωνα). Γι’ αυτό μου πήρε μόνο ένα δεκάλεπτο πεζοπορίας για να φτάσω στο ραντεβού μας. Εξαρχής η γνωριμία μας υπήρξε θερμή κι εγκάρδια κι αυτό αποτέλεσε τη βάση για την μετέπειτα φιλία μας.

Ερ. Πώς είναι ο άνθρωπος Βασιλικός;
Απ. Εξαρχής τον βρήκα αυθόρμητο και αυθεντικό. Επίσης προσιτό και προσγειωμένο, χωρίς τίποτα το προσποιητό (fake) πάνω του, καμιά ψευτοδιανοουμενίστικη πόζα για λόγους εντυπωσιασμού. Ήταν ακριβώς αυτό που έβλεπες (what’s you see is what you get, όπως λένε χαρακτηριστικά οι αγγλόφωνοι). Είχε μια ευθύτητα που χαρακτήριζε τους λαϊκούς ανθρώπους παλαιότερων εποχών, μιλώντας έξω απ’ τα δόντια. Ανοιχτόμυαλος, ήξερε ν’ ακούει προσεκτικά και πρόθυμα την άλλη άποψη, ακόμη κι όταν διαφωνούσε. Εξετίμησα τα μέγιστα το γεγονός ότι δεν απέφυγε να απαντήσει σε κάποιες επώδυνες ερωτήσεις μου πάνω σε ευαίσθητα ζητήματα. Γι’ αυτό και με τα χρόνια, σφυρηλατήθηκε μια στέρεη φιλία που κρατά 41 ολόκλητα χρόνια!

Ερ. Πόσο χρόνο κάνατε για να συγκεντρώσετε το υλικό και να γράψετε το βιβλίο;
Απ. Γύρω στα δύο χρόνια. Όμως, απ’ όταν ολοκληρώθηκε (χοντρικά το Γενάρη του 2003 στο Παρίσι) και για τα επόμενα 13 χρόνια (έως την έκδοσή του το 2016) το βιβλίο πέρασε από 40 κύματα. Δηλαδή επεξεργαζόταν και αναθεωρείτο συνεχώς. Η μεγάλη αργοπορία της κυκλοφορίας του οφείλεται σε πολλούς παράγοντες και διάφορες περιπέτειες που δεν είναι του παρόντος. Ίσως μελλοντικά γράψω κι εγώ τη δική μου αντίστοιχη Περιπέτεια ενός βιβλίου, όπως έκανε ο αγαπημένος μου Νίκος Καχτίτσης για τον Εξώστη του...

Ερ. Ο Βασίλης Βασιλικός είναι σίγουρα από μόνος του μια κατηγορία στην ελληνική λογοτεχνία, και δύσκολα θα βρεις άλλο συγγραφέα που έχει να παρουσιάσει τόσο μεγάλο όγκο έργου. Μήπως αυτός ήταν και ο λόγος που το έργο του έγινε γνωστό σε όλο τον κόσμο;
Απ. Έχετε απόλυτα δίκιο και χαίρομαι που το επισημαίνετε. Όντως υπήρξε ένας ποταμός, ένας χείμαρρος, αφού δεν υπήρξε λογοτεχνικό είδος με το οποίο να μην ασχοληθεί. Αποτέλεσμα: από το 1953 έως σήμερα να έχουμε πάνω από 120 αυτοτελείς τόμους βιβλίων (πεζογραφία, δοκίμιο, θέατρο, ποίηση). Εκτός αυτού, είναι και ο πιο πολυμεταφρασμένος Έλληνας πεζογράφος μετά τον Νίκο Καζαντζάκη, αφού οι μεταφράσεις των βιβλίων του σε όλο τον κόσμο ανέρχονται σε δεκάδες. Ωστόσο, η συγγραφική του πληθωρικότητα υπήρξε ευλογία και κατάρα μαζί. Κατάρα, από την άποψη ότι η ελληνική κριτική από ένα σημείο και μετά (δικαίως ή αδίκως) σταμάτησε να τον παρακολουθεί. Επειδή δεν μπόρεσε ή δεν ήθελε. Ίσως και τα δύο. Ποιος ξέρει... Σίγουρα όμως το έργο του δεν έγινε γνωστό παγκοσμίως εξαιτίας του όγκου του, αλλά της ποιότητάς του. Σας θυμίζω ότι το γνωστότερο έργο του, το Ζ που τον καθιέρωσε διεθνώς – αν και πολλοί θεώρησα ότι αναδείχθηκε λόγω της πολιτικής συγκυρίας στην Ελλάδα – επιλέγηκε από την αγγλική εφημερίδα The Guardian, μαζί με το Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά ως τα δύο απ’ τα καλύτερα βιβλία ανάμεσα από 1.000 της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πρέπει να διαβαστούν (“1.000 novels everyone must read”, 21/1/2009).

Ερ. Μέσα από το βιβλίο σας καταγράφετε τη ζωή του. Γιατί μοιάζει η ζωή του Βασιλικού σαν ένα παραμύθι;
Απ. Για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον, διότι η ζωή του υπήρξε πλουσιότατη από γεγονότα, δράση κι εμπειρίες, ο δε δρόμος του για την Ιθάκη «μακρύς... γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις», με αποτέλεσμα να καθιστά τον ίδιο “larger than life”, για να χρησιμοποιήσω έναν δόκιμο αγγλικό χαρακτηρισμό. Δεύτερον, διότι πάντα αυτός ο περίπλοκος κι αινιγματικός άνθρωπος αποτελούσε για όλους (και για μένα φυσικά) ένα «μυστήριο» προς αποκρυπτογράφηση. Το «μυστήριο» αυτό έγκειται, νομίζω, στο γεγονός ότι οτιδήποτε αφορά τη ζωή του, τα όρια μεταξύ ντοκουμέντου και μυθοπλασίας παραμένουν δυσδιάκριτα. Εξού και η απάντηση στο ερώτημά σας προκύπτει από την καίρια παρατήρηση της Karen Emmerich που παρατίθεται στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης του Γλαύκου Θρασάκη (1981) – του σημαντικότερου ίσως βιβλίου του: «Ο Βασιλικός σβήνει με μαεστρία τα σύνορα ανάμεσα στο πραγματικό και τη μυθοπλασία, το συνειδητό και το ασυνείδητο, τη λογοτεχνία και τη ζωή – κυρίως τη λογοτεχνία και τη ζωή».

Ερ. Ο Βασιλικός λέει ότι «εγώ δεν έχω προσωπική, αλλά λογοτεχνική μνήμη». Μπορείτε να αιτιολογήσετε τη γνώμη του;
Απ. Κατ’ αρχήν σας παραπέμπω αναγκαστικά στην προηγούμενη απάντησή μου. Δεν υπεκφεύγω, αλλά το σωστότερο θα ήταν να αφήσουμε τον ίδιο να το αιτιολογήσει, ως αρμοδιότερος εμού. Έτσι, αναφερόμενος στην παιδική του ηλικία επισημαίνει «Θυμάμαι κυρίως, ό,τι μου έχουν πει οι άλλοι. Επειδή έχω γράψει πολλά πράγματα για την παιδική μου ηλικία, θυμάμαι αυτά που έχω γράψει. [...] Γιατί η ζωή μου, όπως εγώ την ερμηνεύω, δεν είναι πια μέσω προσωπικών αναμνήσεων του τι θυμάμαι, αλλά μέσω των γραπτών που αναφέρονται σ’ αυτά». Οιαδήποτε ερμηνεία (δική μου ή άλλων) θα απέβαινε μάταιη αφού, όπως σωστά παρατηρεί ο Παναγιώτης Μουλλάς «συνήθως χανόμαστε σε εικασίες». Κι αυτό επειδή, σύμφωνα με τη Μένη Καρατζαφέρη, «ο Βασίλης Βασιλικός έχει υιοθετήσει μια στάση ζωής που δεν επιτρέπει σ’ αυτούς που παρακολουθούν την πορεία του να οριοθετήσουν το “είναι” του χωρίς την προοπτική της μελλοντικής επανατοποθέτησης».

Ερ. Από την άλλη, δεν φοβάται να πει αλήθειες για τη λογοτεχνία και τους ομότεχνούς του. Από πού αντλεί αυτό το θάρρος;
Απ. Από το γεγονός ότι δεν είναι κομπλεξικός και, συνεπώς, δεν έχει λόγους να φοβάται τίποτε και κανέναν. Και δεν είναι κομπλεξικός επειδή, εν αντιθέσει με πολλούς από τους ομοτέχνους του, γνώρισε από νωρίς την επιτυχία και καταξιώθηκε από νεαρότατη ηλικία, δηλαδή από το ξεκίνημα της συγγραφικής του καριέρας. Αξίζει όμως να προσέξουμε πώς βλέπει ο ίδιος αυτό το ζήτημα: «Εμένα δεν με αφορά το τι λένε οι άλλοι. Ποτέ δεν μ’ έχει απασχολήσει. Ο Καζαντζίδης είπε μια πολύ μεγάλη φράση, την οποία και οικειοποιούμαι. Εγώ ξέρω πάρα πολύ καλά ότι η δικιά μου πορεία στη λογοτεχνία ήταν όπως του Καζαντζίδη στο τραγούδι. [...] “Έχω σκάψει με μονύενο βαθιά τις καρδιές των ανθρώπων”. Όταν έχεις αυτή τη σιγουριά, όλα τ’ άλλα δεν αποτελούν μέρος του προβληματισμού σου. [...] Εμένα ό,τι με στήριξε στη συγγραφική μου πορεία, και αυτό θέλω να το πούμε, είναι η αγάπη του ανώνυμου αναγνωστικού κοινού. Εκεί βρίσκω εγώ αποκούμπι. Στους ανθρώπους, οι οποίοι δεν γράφουν και για τους οποίους τα βιβλία μου σημαίνουν πολύ περισσότερο απ’ τους επαγγελματίες νεκροτόμους της λογοτεχνίας που είναι οι λογοτεχνικοί κριτικοί».

Ερ. Ο Βασίλης Βασιλικός είναι μια πολυσχιδής προσωπικότητα: Συγγραφέας, κριτικός, δημοσιογράφος. Πώς τα κατάφερε όλα με μεγάλη επιτυχία;
Απ. Κατ’ αρχήν «κριτικός» δεν νομίζω ότι υπήρξε, λόγω μιας έμφυτης αλλεργίας που νιώθει για για τους κριτικούς, ιδίως τους πανεπιστημιακούς (εκτός από τους Ανδρέα Καραντώνη, Παναγιώτη Μουλλά και, φυσικά... εμένα!, όπως λέει). Διότι τους θεωρεί «επιστήμονες-ανατόμους» ή «ιατροδικαστές που μελετούν τα [λογοτεχνικά] πτώματα». Όσο για την ιδιότητά του ως «δημοσιογράφος», λίγο ή πολύ η δημοσιογραφία πάντα σχετιζόταν με τη λογοτεχνία και τη συγγραφή. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν θητεύσει σ’ αυτήν. Όπως δηλώνει ο ίδιος, «Η αλληλοτροφοδοσία που υπάρχει μεταξύ του να γράφεις σε μια εφημερίδα ή σ’ ένα περιοδικό και της λογοτεχνίας είναι πάρα πολύ σημαντική. [...] Έτσι, πολλά απ’ τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ που είχα κάνει, τα μετέπλασα μέσα στα βιβλία μου». Ωστόσο, όπως διευκρινίζει, δεν υπήρξε ποτέ επαγγελματίας δημοσιογράφος («Εγώ με τη δημοσιογραφία είχα σχέση ελεύθερου σχολιαστή [freelance]. Δεν ήμουν, ας πούμε, υπάλληλος μιας εφημερίδας»). Όσο για την «επιτυχία» του που λέτε, αυτή προφανώς οφείλεται στην απόλυτη αφοσίωση και το πάθος του με οτιδήποτε καταπιανόταν.

Ερ. Το έργο του Βασίλη Βασιλικού εξακολουθεί να επανεκδίδεται. Αλήθεια, τον διαβάζουν οι νέοι αναγνώστες;
Απ. Αυτό μόνο οι εκδότες του και ο ίδιος θα το γνωρίζουν. Πάντως, για να συνεχίζουν να επανεκδίδονται πολλά βιβλία του, αυτό σημαίνει ότι λογικά πρέπει να υπάρχει ενδιαφέρον και ανταπόκριση από τους νέους αναγνώστες. Δεν είναι τυχαίο, λόγου χάρη, ότι μόνο το Ζ πλησιάζει το ένα εκατομμύριο αντίτυπα σε πωλήσεις στην Ελλάδα – τεράστιο νούμερο για μια μικρή αγορά σαν την ελληνική.

Ερ. Έχετε την ιδιότητα του λογοτέχνη και του πανεπιστημιακού (νεοελληνιστή). Δεδομένου ότι μεταναστεύσατε μικρός, πώς καταφέρατε να διατηρήσετε και καλλιεργήσετε την ελληνική γλώσσα σε αξιοζήλευτο επίπεδο - όπως έχουν επισημάνει ποολοί κριτικοί – και να διακριθείτε και στους δύο τομείς;
Απ. Ήταν αναπόφευκτο το ένα (η λογοτεχνία) να οδηγήσει στο άλλο (τις νεοελληνικές σπουδές). Ξέρετε, δύο παράγοντες έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στη ζωή μου: η λογοτεχνία και η μετανάστευση. Εγώ έγραφα από πολύ μικρός, από το δημοτικό (διάφορα εξωσχολικά κείμενα), γιατί απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου η αφήγηση ιστοριών ασκούσε πάνω μου μια ακαταμάχητη γοητεία. Στα δεκατρία μου, μια μέρα που ήμουν μόνος στο σπίτι και διάβαζα Παπαδιαμάντη, μέσα από μια εμπύρετη κατάσταση, κατάλαβα (σαν αποκάλυψη;) πώς λειτουργούσε η λογοτεχνία! Ήμουν τόσο σίγουρος που, ενστικτωδώς, αποφάσισα ότι την υπόλοιπη ζωή μου θα την αφιέρωνα αποκλειστικά στην ανάγνωση και – κυρίως – στο γράψιμο. Πίστευα πως ήταν το μόνο πράγμα που θα νοηματοδούσε τη ζωή μου και για το οποίο άξιζε να ζω. Κι επειδή, όπως λένε, όταν επιθυμείς κάτι με πάθος όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το πετύχεις, τα πράγματα σύντομα πήραν το δρόμο τους και, τελικά, εξελίχθηκαν όπως τα ονειρευόμουν. Ένα χρόνο αργότερα (1965) μεταναστεύω με τους γονείς μου στην Αυστραλία. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει ιδανικότερη συγκυρία. (Ήταν σα να είχαμε κερδίσει το λαχείο, χωρίς να το ξέρουμε...). Διότι η αποδημία – αν και φοβερά τραυματική εμπειρία για ένα παιδί 14 ετών – άνοιγε έναν καινούργιο και συναρπαστικό κόσμο εμπειριών, προκλήσεων και ευκαιριών. Η μετανάστευση υπήρξε για μένα μέγιστο σχολείο συγγραφικής μαθητείας, πραγματικό χρυσωρυχείο (μεταφορικά και κυριολεκτικά), η δε νέα μου πατρίδα το αληθινό Νησί των Θησαυρών...

Ερ. Πώς καταξιώνεται λογοτεχνικά ένας ελληνόγλωσσος συγγραφέας, όπως εσείς, σε μια αγγλόφωνη χώρα; Δεν είναι κάπως παράδοξο;
Απ. Και βέβαια είναι. Το δίλημμα σε ποια γλώσσα έπρεπε να γράφω (ελληνικά ή αγγλικά) υπήρξε εφιαλτικό. Τελικά όμως η λύση ήρθε από μόνη της, αφού την επιλογή την έκανε η ίδια η γλώσσα και όχι εγώ. Στα αγγλικά μου ήταν αδύνατον να γράψω λογοτεχνία, για ευνόητους λόγους. Το άλλο ακανθώδες πρόβλημα όμως παρέμενε: πώς θα ζούσα και σταδιοδρομούσα γράφοντας και δημοσιεύοντας ελληνικά σε μια αγγλόφωνη χώρα; Φάνταζε αυτοκτονικό! Κι εδώ όμως, για μια ακόμη φορά, στάθηκα τυχερός για τους εξής λόγους: Πρώτον, διότι ανέκαθεν (ιδίως στην αρχή) είχα αμέριστη ηθική και υλική συμπαράσταση από το οικογενειακό μου περιβάλλον. Δεύτερον, διότι είχα την τύχη να ζω σε μια μεγάλη ομογένεια της οποίας ο ελληνισμός ήκμαζε. Κι επειδή από πολύ νωρίς άρχισα να συνεργάζομαι με πολλά ελληνόγλωσσα έντυπα (ως freelance writer) είχα το σπάνιο προνόμιο να αμοίβομαι! Τρίτον, το 1972 γνωρίστηκα τυχαία με έναν μπεστσελερίστα Αυστραλό συγγραφέα (τον William Dick), ο οποίος με δική του πρωτοβουλία με σύστησε στον εκδότη του. Ο τελευταίος, αφού διάβασε μια περίληψη ενός πρώτου μου μυθιστορήματος, ενθουσιάστηκε και μου πρόσφερε αμέσως συμβόλαιο, το οποίο και υπέγραψα. Έλαβα προκαταβολικά δύο επιταγές: μία κατά την υπογραφή του συμβολαίου και μία δεύτερη κατά την παράδοση του χειρογράφου. Θα έπαιρνα και μία τρίτη όταν εκδιδόταν το βιβλίο (θα κυκλοφορούσε σε δύο εκδόσεις – μία αγγλική και μία ελληνική). Δυστυχώς όμως αυτό δεν συνέβη γιατί, στο μεταξύ, ο εκδοτικός οίκος έκλεισε! Ευτυχώς είχα προλάβει να εισπράξω και εξαργυρώσω δύο σεβαστά ποσά για την τότε εποχή. Το σημαντικότερο ίσως ήταν η επίσημη αναγνώρισή μου ως του πρώτου μη αγγλόφωνου επαγγελματία συγγραφέα, σε ηλικία μόλις 22 ετών! Τώρα πια όλες οι πόρτες μού ήταν ανοιχτές. Τέταρτον, 10 χρόνια αργότερα (1981) ένα παρθενικό θεατρικό μου (Η Ταυτότητα) κερδίζει το Α΄ βραβείο σε παναυστραλιανό διαγωνισμό. Το έργο γνωρίζει πρωτοφανή εμπορική επιτυχία, τόσο στο θέατρο όσο και ως βιβλίο πουλώντας χιλιάδες αντίτυπα, καθώς διδάσκεται για χρόνια σε λύκεια και πανεπισήμια εντός κι εκτός Αυστραλίας. (Με τα χρήματα που κερδίζω αγοράζω το πρώτο μου ακίνητο!). Πέμπτον, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 η αυστραλιανή κυβέρνηση (μέσω του Λογοτεχνικού Τμήματος του Australia Council for the Arts), εκτιμώντας την ποιότητα του έργου μου αρχίζει να με επιχορηγεί προκειμένου να γράφω αποκλειστικά στα ελληνικά! Να γιατί μίλησα πριν για το... Νησί των Θαυμάτων! Ωστόσο, χρειάζεται να διευκρινίσω ότι ότι, στην περίπτωσή μου, δεν ήταν όλα ζήτημα τύχης, αλλά – κυρίως – μεγάλου αγώνα και απάνθρωπα σκληρής εργασίας.

Ερ. Πώς νιώθετε σήμερα που τα πεζογραφικά σας έργα μεταφράζονται και διδάσκονται σε πανεπιστήμια ανά τον κόσμο, ενώ σε Ελλάδα και Αυστραλία εκπονούνται διδακτορικές διατριβές; Επίσης: πώς πάνε οι νεοελληνικές σπουδές στην Αυστραλία;
Απ. Προφανώς είναι μεγάλη η ηθική ικανοποίηση που η σκληρή εργασία μου δεκαετιών δικαιώνεται. Το θεωρώ όμως και κάτι το φυσιολογικό. (Από φέτος τα βιβλία μου θα διδάσκονται και σ’ ένα πανεπιστήμιο του Πεκίνου, ενώ έχει μεταφραστεί κι ένα βιβλίο μου στα κινεζικά). Δυστυχώς, όμως, οι νεοελληνικές σπουδές στην Αυστραλία συρρικώνονται και το μέλλον διαγράφεται ζοφερό...

Ερ. Τι θα θέλατε να απευθύνετε στους αναγνώστες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;
Απ. Δύο μηνύματα: Πρώτον, να διαβάζουν περισσότερα ελληνικά βιβλία και, κυρίως, λογοτεχνικά. Δεύτερον, στους νεότερους στην ηλικία δημιουργούς θα συνιστούσα να μεριμνήσουν πρωτίστως να οργανώσουν από νωρίς τη ζωή και, κυρίως, τα οικονομικά τους. Το ξέρω ότι δεν είναι εύκολο, αλλά χωρίς μια άλφα οικονομική ανεξαρτησία, η ενασχόληση με την τέχνη θα αποδειχθεί κόλαση, αν όχι εντελώς αδύνατη...

diastixo.gr
img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ