Αναρτήθηκε στις:25-11-22 12:11

Ο Τσέχος «Κλοσάρ» του… Άη Γιώργη


Γράφει ο Αντώνης Κολιάτσος*


Αναμφίβολα το φαινόμενο δεν είναι μόνο τοπικό ούτε πρωτόγνωρο. Αντίθετα ιστορικά διερευνώμενο είναι διαχρονικό και τελευταία, στην «μεταμνημονιακή» φτωχό-ποιημένη Ελλάδα, δυστυχώς εμφανίζεται όλο και με μεγαλύτερη συχνότητα.

Ωστόσο στις περιοχές της επικράτειας όπου η απόλυτη φτώχεια και η περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων των αντίστοιχων τοπικών κοινωνιών διευρύνεται, το φαινόμενο είναι κάτι περισσότερο από σύνηθες. Εκεί βλέπει κανείς εικόνες μεμονωμένων πολιτών άστεγων, ρακένδυτων και απελπισμένων. Συνανθρώπους μας που καταλήγουν να επαιτούν προκειμένου να χορτάσουν την πείνα τους. Απίστευτα ανθρώπινα δράματα που στη θέα τους ραγίζουν καρδιές αγγίζοντας ευαίσθητες χορδές φιλάνθρωπων συναισθημάτων.

Αν και οι πιο πάνω γραμμές προσιδιάζουν περισσότερο στους «Άθλιους των Παρισίων», των επονομαζόμενων και «κλοσάρ» που, μαζί με τον Πύργο του Άιφελ και τα άλλα λαμπρά κτίσματα και μουσεία κοσμούν την πρωτεύουσα της χώρας του Αστερίξ και του Οβελίξ, αποτελώντας απαραίτητο αξιοθέατο του Παρισιού. Αν και τα πιο πάνω αναφερόμενα ταιριάζουν γάντι στους ..αλήτες της Παρισινής νύχτας που ως γνωστόν ζουν «κάτω από την γέφυρα» και στις σκοτεινές γωνιές των ολόφωτων δρόμων και πλατειών της πόλης του φωτός έχοντας ως μόνη περιουσία τους μια κουβέρτα και μερικά χαρτόνια και, αν είναι «προύχοντες», ίσως ένα slipping – bag. Εν τούτοις δεν παύουν, να μιλούν για το ελληνικής εκδοχής Παρισινό φαινόμενο, όπου άντρες, γυναίκες και παιδιά, ημεδαποί είτε αλλοδαποί «κλοσάρ» σε… ποσοστά καταγεγραμμένα, που κάποτε εργάζονταν και μπορούσαν να ζουν αξιοπρεπώς, και να έχουν ένα σπίτι για να «στεγάσουν» άλλος την λιτή και άλλος την πλουσιοπάροχη καθημερινότητά του, σήμερα τους βλέπεις σε τραγική κατάσταση να επιζητούν την αλληλεγγύη των συνανθρώπων τους.

Πάντως είναι πολλοί, που στο πρώτο άκουσμα της γαλλικής λέξης «κλοσάρ» (clochard)(σ. σ, στην κυριολεξία σημαίνει αλήτης,) έρχεται στο μυαλό τους ένας μποέμ τύπος, καλλιτέχνης, μουσικός, ή ζωγράφος που ζει κάτω από μια γέφυρα στο Παρίσι απλά για να σκοτώνει την πλήξη του. Ενώ οι περισσότερο μυημένοι περί τα εικαστικά, αναπολoύν κάποιον από τους θαυμάσιους πίνακες του Ούγγρου ζωγράφου, φωτογράφου και πολιτογραφημένου Γάλλου, Ζορζ Μπρασάι (1899-1984)- του αποκαλούμενου από τον αμερικανό συγγραφέα Χένρυ Μίλλερ και «μάτι του Παρισιού»- για να δουν τους κλοσάρ, τις πόρνες και τους μαστροπούς, τους περιθωριακούς ανθρώπους ανάμεσα στα μνημεία, την «υψηλή» κοινωνία, τα θέατρα, την όπερα και τα καμπαρέ, τους φίλους του Μίλλερ, τον Πικάσο, τον Νταλί, τον Τζακομέτι, τον Ζενέ, τις σκηνές από τους σκοτεινούς δρόμους και τις πλατείες, τα μικρά καφέ, τα ερωτευμένα ζευγάρια, τους περαστικούς και τα παιδιά που ζουν στη σκιά της Γαλλικής μεγαλούπολης.

Όμως η σκληρή πραγματικότητα αναφέρεται σε συνανθρώπους που δεν έχουν «πού την κεφαλήν κλίναι», με τους άλλους να μην μπορούν να καταλάβουν τι πόνο, πόση πίκρα και απογοήτευση μπορεί να κρύβει η ιστορία ενός τέτοιου πονεμένου ανθρώπου. Κάποιοι, ωστόσο, που σήμερα με πόνο ψυχής διαπιστώνουν ότι οι «κλοσάρ» της σημερινής Ελληνικής κοινωνίας- όχι μόνο γέροι και ανήμποροι αλλά και νέοι άνθρωποι οι οποίοι βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς δουλειά και άλλου είδους υποστήριξη, που καθημερινά ψάχνουν σκουπίδια και αποφάγια για να ζήσουν- δεν είναι κόπιες από «Film noir» αλλά εικόνες της Ελληνικής πραγματικότητας, καταλαμβάνονται από οργή και αγανάκτηση για τις άθλιες πολιτικές που τις εκκόλαψαν. Για αυτό δεν παύουν να εγκαλούν όλους όσοι επί σειρά δεκαετιών κυβέρνησαν τον τόπο: για ανικανότητα, ωχαδερφισμό, κακοδιαχείριση, ρεμούλα και, προεχόντως, για ηθική αυτουργία στη δημιουργία της κοινωνίας των βολεμένων.

Όμως αυτές οι εικόνες – μαχαιριά στην καρδιά, όσο και να νομίζει κανείς πως τις έχει συνηθίσει και σήμερα τις βλέπει ακόμη και στη μικρότερη επαρχιακή πόλη, δεν φεύγουν στιγμή από το μυαλό του.

Αλλά και ο «κλοσάρ», που καθημερινά τον βλέπεις μόνιμο θαμώνα μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην Άρτα, δυστυχώς, είναι μια τέτοια εικόνα. Ο γράφων ,όπως και πολλοί που επισκέπτονται το παραπλήσιο super market: «Αγγέλης», τον βλέπουν σκυθρωπό, αμίλητο και με κατεβασμένο το κεφάλι να κάθεται με τις ώρες στο απέναντι παγκάκι της εκκλησίας. Ενώ οι περίοικοι του πίσω μέρους του ναού, τον παρατηρούν να περνά τις βροχερές ημέρες και τις κρύες νύχτες στο τσαντίρι του, που είναι στημένο στο ευρυχώριο του Άη Γιώργη, καλυμμένο με κουβέρτες, φύλλα από «χαρτοκούτια» με πλαστικό περιτύλιγμα και το δάπεδο στρωμένο με χαρτόνια. Στην απορία πολλών περαστικών ποιος τελικά είναι ο αναξιοπαθών τύπος, μόλις προχθές ένας καλός φίλος από τα παλιά έδωσε την πληροφορία ότι είναι Τσέχος, χωρίς όνομα και άγνωστο πως βρέθηκε στην πόλη. Ενώ κάποιος καλύτερα πληροφορημένος βεβαίωσε ότι της περίπτωσής του επελήφθη η αστυνομία, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να του αποσπάσει περισσότερες πληροφορίες για τα προσωπικά του στοιχεία, και ότι τόσο η πρόνοια όσο και οι αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου αν και του πρόσφεραν τροφή και στέγη, ο ίδιος μετά 5-ήμερο επέλεξε την… ελευθερία του ανέστιου και της κακομοιριάς, και ως εκ τούτου να χαρακτηριστεί ως μη συνεργάσιμος.

Παρά ταύτα ο Τσέχος «κλοσάρ» του… Άη Γιώργη δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφεθεί στην τύχη του! Για αυτό η, προς αυτόν παρεχόμενη ανθρώπινη αλληλεγγύη, υλοποιούμενη μέσα από τη μέριμνα των απλών Αρτινών και περισσότερο των καθ’ ύλην αρμόδιων τοπικών αρχών, είναι μείζον ζήτημα ηθικής τάξης και σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, απόλυτης προσήλωσης της Αρτινής Πολιτείας στις πατροπαράδοτες ανθρωπιστικές αντιλήψεις της, αλλά και στις ηθικές αξίες και αρχές της χριστιανικής πίστης. Και όλα αυτά είναι αναγκαίο να γίνουν πράξη-και μάλιστα το ταχύτερο-, ακόμη και αν οι προς τούτο σχετικές πρωτοβουλίες απαιτήσουν την παρέμβαση της τοπικής εισαγγελικής αρχής. Αναμένουμε…

*email: akoliatsos@gmail.com



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ