Αναρτήθηκε στις:01-12-21 15:15

Άντερς ντε λα Μοτ: Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Στα περισσότερα μικρά χωριά, σαν αυτό όπου μεγάλωσα, οι άνθρωποι γνωρίζουν ποιος μπορεί να κάνει κάτι κακό και δεν αργούν να τον κατηγορήσουν




Ο Άντερς ντε λα Μοτ είναι ένας από τους πιο γνωστούς Σουηδούς συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας. Γεννήθηκε το 1971 και ήταν αξιωματικός της σουηδικής αστυνομίας για οκτώ χρόνια. Εργάστηκε για επτά χρόνια ως διευθυντής ασφαλείας εταιρείας ηλεκτρονικών υπολογιστών. Τα τελευταία χρόνια έχει αφοσιωθεί στη συγγραφή. Τα βιβλία του έχουν πουλήσει δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα και έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει στο παρελθόν τα μυθιστορήματά του Παιχνίδι, Βόμβος, Φυσαλίδα, Το σημειωματάριο και Το τελεσίγραφο (όλα από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος). Φέτος κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του Το τέλος του καλοκαιριού (μτφρ. Ξενοφών Παγκαλιάς, Εκδόσεις Κέδρος), που μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.


Ti σας ώθησε να γράψετε το μυθιστόρημα Το τέλος του καλοκαιριού;


To 2014, η οικογένειά μου πούλησε το κτήμα που είχαμε στο μικρό χωριό όπου μεγάλωσα. Όταν ήμουν νέος ανυπομονούσα να φύγω από κει και, όπως συμβαίνει με τη Βέρα, την ηρωίδα του βιβλίου μου, δεν επέστρεφα πολύ συχνά. Τώρα όμως που το σπίτι στο χωριό δεν υπάρχει πια, κατάλαβα ότι ήταν ένα κομμάτι του εαυτού μου κι ότι μου λείπει. Απ’ αυτό το μελαγχολικό αίσθημα προήλθε η ιδέα της γυναίκας που γυρνά απρόθυμα στο σπίτι των παιδικών της χρόνων προσπαθώντας να βρει τι συνέβη στον μικρό της αδελφό, ο οποίος εξαφανίστηκε πριν από είκοσι χρόνια.

Μια καλοκαιρινή νύχτα του 1983, σε ένα αγρόκτημα της σουηδικής επαρχίας, ένα αγοράκι εξαφανίζεται. Αλήθεια, οι εξαφανίσεις μικρών παιδιών συνεχίζονται μέχρι σήμερα;


Οι εξαφανίσεις μικρών παιδιών όπως ο Μπίλι είναι πολύ σπάνιες, ευτυχώς. Νομίζω ότι οι γονείς χάνουν τα παιδιά τους συνήθως μέσα σε κάποιο σουπερμάρκετ για είκοσι δευτερόλεπτα περίπου – κάθε γονιός έχει νιώσει αυτό το αίσθημα του τρόμου αλλά και της ανακούφισης, όταν βρίσκει το παιδί του. Στο βιβλίο μου μετέτρεψα αυτά τα είκοσι δευτερόλεπτα σε είκοσι χρόνια, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψω τις επιδράσεις που δέχεται μια οικογένεια από ένα τέτοιο συναίσθημα έντονης αβεβαιότητας.

Οι συντονισμένες προσπάθειες της αστυνομίας και της τοπικής κοινότητας δεν αρκούν. Γιατί οι φήμες σε μια εξαφάνιση οργιάζουν, πολλές φορές μάλιστα είναι εξωπραγματικές;


Στα περισσότερα μικρά χωριά, σαν αυτό όπου μεγάλωσα, οι άνθρωποι γνωρίζουν ποιος μπορεί να κάνει κάτι κακό και δεν αργούν να τον κατηγορήσουν. Αυτό πηγαίνει πίσω για πολλές γενιές, η φήμη και η κοινωνική θέση κάθε οικογένειας βασίζονται στους γονείς και στους παππούδες της, φαντάζομαι ότι το ίδιο συμβαίνει και στην Ελλάδα.

Η υπόθεση μπαίνει στο αρχείο. Από την πείρα που έχετε ως αστυνομικός, ποια τύχη έχουν οι υποθέσεις που μπαίνουν στο αρχείο;


Δυστυχώς, όταν μια υπόθεση μπαίνει στο αρχείο ελάχιστα είναι αυτά που μπορείς να κάνεις. Κάθε τόσο προσπαθείς να ξανακοιτάξεις τους παλιούς φακέλους, όμως όσο περνά ο καιρός προκύπτουν καινούργιες, πιο επείγουσες υποθέσεις. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση του Μπίλι, το μυστήριο της εξαφάνισης του οποίου παραμένει άλυτο.

Είκοσι χρόνια αργότερα, η Βέρα, η αδελφή του εξαφανισμένου αγοριού, εργάζεται ως ψυχοθεραπεύτρια στη Στοκχόλμη. Ποιος είναι ο λόγος που έχει διαλέξει αυτό το επάγγελμα;


Η Βέρα χρησιμοποιεί τη θλίψη των ασθενών της σχεδόν σαν ναρκωτικό, για να παλέψει με την προσωπική της τραγωδία και τα αισθήματα εγκατάλειψης που νιώθει.

Μια μέρα εμφανίζεται ένας νεαρός, που θέλει να συμμετάσχει στην ομάδα της. Η ιστορία του μοιάζει ανατριχιαστικά με εκείνη της οικογένειάς της και αναστατώνει τη Βέρα. Είναι πιθανό να μοιάζει τόσο πολύ μια περίπτωση με μια άλλη;


Φυσικά και όχι, αυτή είναι μια γρήγορη απάντηση που μπορώ να σας δώσω! Ο νεαρός άντρας αφηγείται την τραυματική ιστορία που έζησε η οικογένεια της Βέρας, όμως ποιος είναι στην πραγματικότητα και πώς γίνεται να γνωρίζει τόσο πολλά για τον Μπίλι; Αυτές είναι ερωτήσεις τις οποίες η Βέρα πρέπει ν’ απαντήσει.

Στις συνεδρίες που κάνει η Βέρα ως ψυχοθεραπεύτρια, αποκαλύπτονται άγνωστα στοιχεία για τον αδελφό της. Μπορεί ένας ψυχολόγος να διερευνήσει μια υπόθεση καλύτερα από έναν αστυνομικό;


Σ’ αυτή την περίπτωση, η αστυνομία προσπάθησε να βρει τον Μπίλι όμως απέτυχε, κι ακόμα απέτυχε ο ίδιος ο αδελφός της Βέρας, που υπηρετεί στο αστυνομικό τμήμα του χωριού. Έτσι η Βέρα θεωρεί ότι είναι η μόνη που εξακολουθεί να ψάχνει την αλήθεια – και ίσως να έχει δίκιο.

Η Βέρα, με κίνδυνο να διαταράξει την εύθραυστη ισορροπία που με δυσκολία κατάφερε να βρει στη ζωή της, επιστρέφει στο πατρικό της. Η επιστροφή αυτή δεν είναι μια διαδικασία που μπορεί να προκαλέσει πόνο από τα ανεπούλωτα τραύματα;


Στην περίπτωση της Βέρας αυτό ισχύει εκατό τοις εκατό, όμως η επιστροφή στο πατρικό μας σπίτι περιέχει πάντα ένα στοιχείο μυστηρίου που μας ελκύει. Κοιμόμαστε στο παιδικό δωμάτιο, αντιλαμβανόμαστε οικείους ήχους και εικόνες της παιδικής ηλικίας, κι όλα αυτά μας μεταφέρουν πνευματικά πίσω στην παιδική εκδοχή του εαυτού μας. Νομίζω ότι όλοι μας λίγο-πολύ έχουμε νιώσει αυτό το παράξενο αίσθημα.

Γράφετε το μυθιστόρημα σε δύο επίπεδα, παρελθόν και παρόν. Θεωρείτε ότι γι’ αυτό ίσως το αποτέλεσμα είναι τόσο συναρπαστικό;


Η αφήγηση που αναφέρεται ταυτόχρονα στο παρόν και στο παρελθόν δημιουργεί πολλά μυστήρια κι ερωτηματικά, που ο αναγνώστης καλείται να βάλει στη σειρά σαν να συμπληρώνει κάποιο παζλ. Πρόκειται για μια αφηγηματική τεχνική που μου αρέσει πολύ και την έχω χρησιμοποιήσει και στα τέσσερα βιβλία αυτής της σειράς.

Γιατί η σκανδιναβική λογοτεχνία γνώρισε τόσο μεγάλη έκρηξη και τα μυθιστορήματα έγιναν τόσο αγαπητά στους αναγνώστες;


Θαυμάσια ερώτηση, όμως είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί. Οφείλεται άραγε στο ασφαλές και ήσυχο περιβάλλον που έχει αναπτυχθεί στις σκανδιναβικές χώρες, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα δυναμική για το γράψιμο αστυνομικών ιστοριών; Ή μήπως η αιτία γι’ αυτή την έκρηξη είναι το κλίμα της Σκανδιναβίας, όπου για έξι μήνες ζούμε σε συνθήκες σκοτεινές και μελαγχολικές και για άλλους έξι μήνες σε συνθήκες φωτεινές και χαρούμενες; Κι ακόμα η ανάπτυξη του σκανδιναβικού αστυνομικού μυθιστορήματος θα μπορούσε να αποδοθεί στην ύπαρξη ικανών συγγραφέων, που προσπαθούν συνέχεια να βελτιώσουν τις αφηγηματικές τους τεχνικές ώστε να παραμένουν στην κορυφή.

Ποιους συγγραφείς από τη Σουηδία θα μας προτείνατε να διαβάσουμε;


Νομίζω ότι οι περιπτώσεις των Καμίλα Γκρέμπε [στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Διόπτρα], Τούβε Άλστερνταλ [στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο] και Άρνε Νταλ [στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο] είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Είναι όλοι τους σπουδαίοι συγγραφείς και συνάδελφοι.

Ποιο βιβλίο διαβάσατε τελευταία και σας έκανε εντύπωση;


Ακριβώς αυτή την περίοδο διαβάζω το Μακρύ φωτεινό ποτάμι της Λιζ Μουρ [μτφρ. Μαρία Φακίνου, Εκδόσεις Μίνωας 2021], ένα θαυμάσιο βιβλίο το οποίο αξίζει όλη την αποδοχή που έχει γνωρίσει.

Ποια είναι η γνώμη σας για την Ελλάδα;


Η Σουηδία είναι ένας έξοχος τόπος για να ζεις, όμως ο χειμώνας εδώ παραείναι κρύος. Μακάρι να είχαμε τον ήλιο και τα υπέροχα νησιά που έχετε στη χώρα σας!

Μετάφραση από τα αγγλικά: Απόστολος Σπυράκης



diastixo.gr


img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

    img
    img