Αναρτήθηκε στις:29-11-21 13:47

Περί γραφής (αναδημοσίευση από στοιχεία διεθνών έγκυρων πηγών)


Γράφει ο Γιάννης Τζαμπούρας*


Η πορεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας μετά το 1880: Την δεκαετία 1870-1880, η παρακμή του ρομαντισμού, λογοτεχνικού κινήματος που ανθούσε την προηγούμενη γενιά, και η αφοσίωση στο οικείο και στο συγκεκριμένο προκάλεσαν την δημιουργία ενός καινούργιου πνευματικού κινήματος. Προκλήθηκε μια λογοτεχνική άνθηση που είχε σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση ολοένα και πιο αξιόλογων έργων. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως δημιουργείται για πρώτη φορά μια καθαρά λογοτεχνική πεζογραφία.

Η περίοδος του 1830-1880 ήταν περίοδος ανάπτυξης του μυθιστορήματος. Τότε, δέχτηκε ευρωπαϊκές επιδράσεις και ό,τι αξιόλογο δημοσιευόταν στην Δυτική Ευρώπη, μεταφραζόταν στα ελληνικά. Ακόμη, μια βασική επίδραση στο νεοελληνικό μυθιστόρημα σημειώθηκε το 1880 από τον Émile Zola και το μυθιστόρημα του Nana. Η μετάφραση του στα ελληνικά από τον Ι. Καμπούρογλου, άσκησε έντονη επίδραση στους νέους συγγραφείς αλλά και σε τρεις από τους πιο σημαντικούς μυθιστοριογράφους της Ελλάδος: τον Α. Καρκαβίτσα, τον Κ. Θεοτόκη και τον Γρ. Ξενόπουλο.

Όμως, από το 1880 και ύστερα, το μυθιστόρημα εμφάνιζε κάμψη, ενώ το διήγημα ήταν αυτό που ήκμαζε. Το διήγημα, βέβαια, είχε κάνει την εμφάνιση του από το 1833 ακόμη, με δυο διηγήματα του Παναγιώτη Σούτσου στην εφημερίδα «Ήλιος». Προσπάθειες δημιουργίας διηγημάτων, πραγματοποιήθηκαν και τα επόμενα χρόνια, με τον Αλ. Ρίζο Ραγκαβή, το Κων/νο Πωπ και του Δ. Πανταζή.

Το συγκεκριμένο είδος, όμως, εγκαινιάστηκε με το έργο του Γεώργιου Βιζυηνού «Το αμάρτημα της μητρός μου» που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 1883, στο περιοδικό Εστία, αμέσως μετά από την πρώτη του δημοσίευση σε γαλλική μετάφραση στη «Nouvelle Revue» 6 . Άποψη την οποία επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο Βιζυηνός, το 1894 λέγοντας πως: «πρώτος εγώ, διήνοιξα τον νέον δρόμον της νεοελληνικής λογοτεχνίας, κατορθώσας διά των εν τη 3 Πολίτης, 2004:200 4 Στεργιόπουλος,1997:29 5Στεργιόπουλος,1997:15 6 Στεργιόπουλος,1986:39 [10] «Εστία» διηγημάτων μου να υποδείξω, κατ’ αντίθεσιν προς τα του Ραγκαβή και των άλλων, τι εστί διήγημα, τι εστί μελέτη και αναγραφή τού εθνικού βίου και των εθνικών παραδόσεων υπό τύπον διηγήματος και λογογραφίας, εν καθαρά ψυχολογική και ιστορική κρίσει».

Ακόμη, σύμφωνα με τον Γ. Βελούδη σε ένα άρθρο του στην εφημερίδα «Το Βήμα», υποστήριξε πως ο Βιζυηνός διαμόρφωσε την ηθογραφία του, αντλώντας στοιχεία από τους Γερμανούς ηθογράφους, μεταξύ αυτών και από τον Μπέρτολντ Άουερμπαχ. (όπως αναφέρει ο Κ. Στεργιόπουλος,1986:48). Στην συνέχεια, το περιοδικό Εστία, το 1883, θεωρήθηκε πως προώθησε το αφηγηματικό είδος του ηθογραφικού διηγήματος. Αυτό συνέβη, όχι μόνο λόγω της δημοσίευσης του διηγήματος του Βιζυηνού αλλά κυρίως με την προκήρυξη του διαγωνισμού «προς συγγραφήν ελληνικού διηγήματος» που καθιέρωνε μ’ αυτό τον τρόπο, ένα θεσμό, που έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του αφηγηματικού λόγου.

Ο χώρος άντλησης των θεμάτων που καλούνταν οι υποψήφιοι διαγωνιζόμενοι να συμπεριλάβουν στο νέο αυτό είδος, σύμφωνα με το κείμενο που υπογράφονταν από τους Νικόλαο Πολίτη, Εμμανουήλ Ροϊδη και Σπυρίδωνα Λάμπρο, ήταν από τα ήθη και τα έθιμα του ελληνικού λαού αλλά και από τον ιστορικό και σύγχρονο κοινωνικό βίο. Ακολούθησαν στο ίδιο περιοδικό «Το βάπτισμα» του Μητσάκη και το διήγημα «Χρυσούλα» του Δροσίνη. Η Εστία έγινε η στέγη που φιλοξένησε για περισσότερο από δέκα χρόνια μερικά από τα πιο γνωστά σήμερα ονόματα της πεζογραφίας μας. Την ίδια περίοδο τύπωναν τα πρώτα τους διηγήματα και ο Ι. Κονδυλάκης, ο Καρκαβίτσας και ο Παπαδιαμάντης. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που υπάρχει στα έργα πολλών λογοτεχνών αυτής της περιόδου είναι το ηθογραφικό στοιχείο. Παρακάτω παρατίθεται ένας γενικός ορισμός της «ηθογραφίας»: «Η ηθογραφία είναι όρος με τον οποίο εννοούμε γενικά την αναπαράσταση, περιγραφή και απόδοση των ηθών, των εθίμων, της ιδεολογίας και της ψυχοσύνθεσης ενός λαού, όπως αυτά διαμορφώνονται υπό την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος και των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.

Η αναπαράσταση αυτή προϋποθέτει μια περισσότερο ή λιγότερο ρεαλιστική αντίληψη, αφού στηρίζεται στην παρατήρηση και στοχεύει στην αντικειμενική απεικόνιση. Ειδικότερα, ως όρος της ιστορίας της λογοτεχνίας η ηθογραφία δηλώνει την τάση της πεζογραφίας να αντλεί τα θέματά της από κοινωνίες της υπαίθρου και από την κοινωνία και το περιβάλλον της 7 Βασιλειάδου,1910:330 8 Παπακώστας, 1982:78-79 9Ο.π.:182-189 10 Στεργιόπουλος,1997:15-19 [11] αστικής γειτονιάς. Η τάση αυτή διαμορφώθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και επομένως εντάσσεται στο ρεύμα του ρεαλισμού και αργότερα του νατουραλισμού, χωρίς να λείπουν τα λυρικά και ποιητικά στοιχεία».

Ακόμη, «Είναι ανάγκη να διακρίνουμε την ηθογραφία -όχι τόσο χρονολογικά όσο από την άποψη του τρόπου αναπαράστασης σε δύο κατηγορίες : α) ηθογραφία έτσι όπως την προπαγάνδισε η Εστία και την πραγματοποίησαν οι πρώτοι διηγηματογράφοι, δηλαδή την ωραιοποιημένη, ειδυλλιακή αναπαράσταση, με έντονο λαογραφικό χαρακτήρα των ηθών της ελληνικής υπαίθρου και β) τη ρεαλιστική ή νατουραλιστική ηθογραφική πεζογραφία, η οποία ασχολείται βέβαια με τις μικρές, κλειστές κοινωνίες της υπαίθρου, αλλά με τρόπο που να προβάλλονται και οι σκοτεινές πλευρές τους». Το ηθογραφικό διήγημα, είναι εκείνο το είδος που παρουσιάζει τις περισσότερες φορές την ελληνική ύπαιθρο και λιγότερες φορές την αστική κοινωνία.

Ο τρόπος, όμως, που προβάλλονταν από τους συγγραφείς εκείνη την εποχή οδήγησαν τον Ροΐδη, το 1899 στο Σκηναί της ερήμου, να ασκήσει κριτική στην αγροτική και βουκολική θεματολογία: «Τα ἒργα τῶν σημερινῶν μας διηγηματογράφων, τα κάλλιστα τουλάχιστον τούτων και τα μόνα δυνάμεθα να ἒχωσιν εὐλόγους ἀξιώσεις πρωτοτυπίας, τα τοῦ κ. Καρκαβίτσα, τοῦ μακαρίτου Κρυστάλλη και τῶν ἂλλων, πρέπει να ὁμολογήσωμεν ὃτι εἶναι κατά την ὑπόθεσιν κάπως μονότονα, ἀσχολούμενα ἀποκλειστικῶς εἰς την ἀπεικόνισιν τοῦ βίου και τῶν ἐθίμων μόνον τῶν ἀγροτῶν, τῶν ποιμένων, τῶν ὀρεσιβίων και τῶν θαλασσινῶν Ἑλλήνων. Δεν παρατηροῦμε βεβαίως τοῦτο μεμφόμενοι την προτίμησιν αὐτῶν ὡς ἡρώων τῆς συγχρόνου ἡμῶν διηγηματογραφίας». Ένα, ακόμη, από τα κύρια χαρακτηριστικά της δεκαετίας 1880-1890 ήταν η εμφάνιση του Γ. Ψυχάρη, το 1888 με την επαναστατική προκήρυξη του «Το ταξίδι μου» για την δημοτική γλώσσα.

Όμως, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που προχώρησαν αμέσως στις καινούργιες γλωσσικές επιλογές, ενώ οι περισσότεροι έγραφαν στην καθαρεύουσα ακόμη κι εκείνοι που θα χρησιμοποιούσαν μετέπειτα στο έργο τους, μόνο τη δημοτική. Η γλωσσική αυτή αλλαγή, άργησε περισσότερο στις εφημερίδες, που απαιτούσαν την καθαρεύουσα από τους λογοτέχνες συνεργάτες τους. Στα αφηγηματικά έργα αυτής της περιόδου, όμως, εμφανίζεται μεγάλη γλωσσική ποικιλία με αποτέλεσμα ο πεζός λόγος να γραφεί είτε στην καθαρεύουσα είτε στη μικτή καθαρεύουσα, ενώ οι διάλογοι στην δημοτική. Παράλληλα με τον Πάλλη και τον Εφταλιώτη, οι οποίοι ήταν 11 Μαρμαρινού,1981 :221α 12Vitti, 1991:160 13 Ροΐδης, 1986: 319-320 14 Γ. Ψυχάρης(1988) «Το ταξίδι μου», Αθήνα: εκδόσεις Νεφέλη. [12] από τους πρώτους υποστηρικτές, την προσπάθεια ενίσχυσαν ο Καρκαβίτσας, ο Βλαχογιάννης και ο Παλαμάς.

Η αντικατάσταση της καθαρεύουσας από τη δημοτική στον πεζό λόγο δεν έφερε αλλαγή μόνο στη γλώσσα αλλά και στη θεματολογία της πεζογραφίας. «Ο δημοτικισμός δεν ήταν κίνημα εναντίον της καθαρεύουσας, στενά περιορισμένο στο γλωσσικό ζήτημα, αλλά ήταν ενάντια στο πνεύμα, που αντιπροσώπευε η καθαρεύουσα. Έφερνε μαζί του μια διαφορετική στάση ζωής με κύριους στόχους το χτύπημα της προγονοπληξίας και του λογιοτατισμού και τη στροφή προς τις νεοελληνικές ρίζες και το λαό για τη δημιουργία αυτοδύναμου νεοελληνικού κόσμου»16. Οι πεζογράφοι αναφέρονταν στο ελληνικό χωριό και την ελληνική θάλασσα και περιέγραφαν με ζωντάνια τις εικόνες της, με την χρήση της δημοτικής γλώσσας. Τέλος, η γλωσσική και θεματική αλλαγή της συγκεκριμένης δεκαετίας ευνόησε τους νέους.

*Γιάννης Τζαμπούρας, Ποιητής-Χρονογράφος-Ιστορικός, μόνιμο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών [1930]



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ