Αναρτήθηκε στις:21-10-20 11:34

Πέτρος Kυρίμης: Όταν μεγαλώνουμε, η μνήμη γυρνάει με οδυνηρό τρόπο στο παρελθόν


Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη



O Πέτρος Kυρίμης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Σπούδασε σκηνοθεσία τηλεόρασης και φωτογραφία, αλλά δεν ασχολήθηκε ποτέ επαγγελματικά με αυτά. Άρχισε να γράφει από πολύ νέος• στίχους για τραγούδια και ποίηση και, αργότερα, διηγήματα, θέατρο για παιδιά, νουβέλες, μυθιστορήματα. Έγραψε επίσης σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Για την ξεχωριστή προσφορά του στον χώρο της τέχνης, τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Βούπερταλ. Στη Γερμανία εργάστηκε για τρία χρόνια ως διευθυντής προγράμματος στο πανευρωπαϊκό ελληνικό ραδιόφωνο «Το Πρώτο» και ως αρχισυντάκτης της εφημερίδας Ταχυδρόμος, η οποία διανέμεται σε όλη τη Γερμανία. Από το 2006 έως το 2008 αρθρογραφούσε στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα. Σήμερα ζει μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Το μυθιστόρημά του Κάποτε στον Πειραιά, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος, έδωσε την αφορμή για τη συνέντευξη που ακολουθεί.


Αν και γεννηθήκατε στην Αθήνα, γράψατε για τον Πειραιά. Ποιος είναι ο ρόλος και η σημασία του γενέθλιου τόπου στο έργο του συγγραφέα;


Γεννήθηκα στο Μοσχάτο, αλλά από εφτά χρονών έζησα στον Πειραιά. Εκεί πήγα Δημοτικό και Γυμνάσιο. Έπαιξα ποδόσφαιρο στον Εθνικό Πειραιώς. Η γειτονιά μου, περιοχή Βρυώνη, ανάμεσα Φρεαττύδα-Πασαλιμάνι-Πειραϊκή. Τρεις δρόμους πιο κάτω από τη μεριά του λιμανιού άρχιζε η Τρούμπα. Ο τόπος όπου μεγαλώνουμε επηρεάζει τα πάντα, προπαντός στη μέσα και στην έξω συμπεριφορά μας. Εμένα εκείνος ο Πειραιάς με σημάδεψε.

Πώς ξεκίνησε η συγγραφή του βιβλίου Κάποτε στον Πειραιά;


Όταν μεγαλώνουμε, η μνήμη γυρνάει με οδυνηρό τρόπο στο παρελθόν. Η μνήμη εμπεριέχει πόνο και ίσως είναι αυτός ο λόγος που το Κάποτε στον Πειραιά είναι ένα μυθιστόρημα σχεδόν τραγικό. Ήρθε η ώρα να περιγράψω εκείνα τα χρόνια που ο Πειραιάς ήταν μια κολυμπήθρα του Σιλωάμ για ντόπιους και ξένους.

Οι ήρωές σας είναι τέσσερις φίλοι για τους οποίους έχει γραφτεί από τη μοίρα ο θάνατος. Γιατί η μοίρα είναι τόσο σκληρή μαζί τους;


Οι μικροί φίλοι μεγαλώνουν και κάνουν όνειρα. Οι Μοίρες κάνουν τα δικά τους. Αιώνες τώρα. Πιστεύω ότι η πορεία των ανθρώπων είναι στα χέρια τους. Από τη στιγμή που γεννιούνται.

Ο καθένας με τα δικά του προβλήματα, όλοι χωρίς πατέρα, όλοι χωρίς δουλειά, άλλοι στο αναμορφωτήριο και άλλοι ζωγραφίζοντας ή σπουδάζοντας αρχιτεκτονική στην Ιταλία. Από πού παίρνουν τη δύναμη για να ζήσουν;


Όποιος διαβάσει το βιβλίο θα δει ότι κανένας από τους τέσσερις φίλους, εκτός ίσως από τον πέμπτο, τον Βασιλάκη, δεν είναι από σπίτι με γονείς να τους καθοδηγούν και να τους έχουν σε μια επιτήρηση, ας πούμε. Είναι παιδιά του βαθέος Πειραιώς, που η δύναμή τους ήταν οι φίλοι, η παρέα και το όνειρο να μπαρκάρουν όλοι τους σε ένα καράβι. Κάτι συνηθισμένο στον τότε Πειραιά.

Περιγράφετε έναν Πειραιά με τις φτωχογειτονιές, την Τρούμπα, το λιμάνι. Υπάρχει καμία σχέση με τη σημερινή εικόνα του Πειραιά;


Καμιά σχέση με το σήμερα, παρ’ όλα αυτά ο Πειραιάς κρατάει κάτι το ξεχωριστό. Είναι η θάλασσα και οι φίλοι και γνωστοί που δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ με τη θέλησή τους. Ο Πειραιάς δεν απλώθηκε, παρέμεινε μέχρι σήμερα γειτονιά.

Ο Λουκάς και η Ελένη επιβιώνουν, διότι είναι πιο τυχεροί από τους υπόλοιπους. Είναι, όπως λένε, να έχεις τύχη για να συνεχίσεις;


Ο Λουκάς και η Ελένη καταφέρνουν να νικήσουν τη μοίρα τους μέσα από έναν μεγάλο έρωτα. Αυτό είναι που βασικά ήθελα να δείξω.

Το μυθιστόρημα παραπέμπει στα ένδοξα χρόνια του ’50 και του ’60. Γιατί όμως καθηλώνει τον αναγνώστη από τα πρώτα κεφάλαια;


Γιατί το διαβάζει σωστά. Ένας εύκολος αναγνώστης δεν θα καθηλωθεί. Ίσως και να το αφήσει από τις πρώτες σελίδες. Εκείνος που κατέχει την τέχνη της ανάγνωσης (μέγα ζήτημα στις μέρες μας), θα αναγνωρίσει τους χαρακτήρες και θα συμπάσχει μαζί τους.

Δεν είναι λίγες οι φορές στη διάρκεια της ανάγνωσης, που τα μάτια μας βουρκώνουν από τη δραματικότητα με την οποία παραθέτετε τα γεγονότα. Πρέπει ο συγγραφέας όταν γράφει να μπήγει το μαχαίρι στο κόκαλο;


Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει για τον λόγο πως είναι αληθινό. Δεν προσπαθεί να ξεγελάσει τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας, πριν ακόμα αρχίσει, πρέπει να γνωρίζει καλά αυτά που θέλει να περιγράψει. Αυτό καθορίζει και τη σχέση του με τον αναγνώστη. Πρέπει να είναι μια έντιμη συναλλαγή.

Ωραίες οι σκηνές πάνω στο υπερωκεάνιο και η γνωριμία με τον Ελία Καζάν. Πού όμως αρχίζει η πραγματικότητα και μέχρι πού φτάνει η φαντασία;


Αυτό ακριβώς το δίλημμα είναι και ένα μέρος της επιτυχίας ενός μυθιστορήματος. Πολλοί Πειραιώτες που διάβασαν το βιβλίο όταν με συνάντησαν με ρωτούσαν αν ο Λουκάς δεν έμενε γωνία Πραξιτέλους και Αφεντούλη ή αν ο Αντώνης ο Τσίχλας λίγο πιο κάτω σε ένα υπόγειο. Ο Ελία Καζάν είναι ένα εύρημα της στιγμής, ίσως γιατί θα μπορούσε να το έχει γράψει κι αυτός.

Πολλοί λένε ότι το μυθιστόρημα Κάποτε στον Πειραιά είναι από τα καλύτερά σας. Εσάς ποια είναι η γνώμη σας;


Ναι, ίσως γιατί είναι απόσταγμα μιας συγγραφικής πορείας χρόνων. Από την Καρδιά του κότσυφα το ’95 κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι.

Ραδιοφωνικός παραγωγός και δημοσιογράφος σε εφημερίδες στη Γερμανία. Μπορείτε να πείτε λίγα λόγια για τις εκεί δραστηριότητές σας;


Έζησα πολλά χρόνια εκεί. Προσπάθησα σαν κάποιος που πάει να κάνει μπάνιο σε ακάθαρτη θάλασσα και με χέρια και πόδια καθαρίζει τα σκουπίδια γύρω του για να κολυμπήσει. Στην πλειοψηφία τους, οι Έλληνες μετανάστες πήγαν εκεί για να δουλέψουν κι όχι να φτιάξουν την κουλτούρα τους. Κατάφερα μέσα από εκδηλώσεις, συναυλίες και παρουσιάσεις βιβλίων μερικά από τα παιδιά της δεύτερης γενιάς να ενδιαφερθούν. Σήμερα μερικοί από αυτούς γράφουν ποίηση και λογοτεχνία. Με προσφορές από Έλληνες εκδότες έφτιαξα βιβλιοθήκες στα ελληνικά σχολεία. Και φυσικά μέσα από το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες έκανα ό,τι άλλο μπορούσα. Νομίζω ότι κάτι κατάφερα να αλλάξει.

Γιατί απέτυχαν οι εκδόσεις των ελληνικών εφημερίδων στη Γερμανία, αν σκεφτούμε ότι μένουν εκεί πολλοί Έλληνες μετανάστες;


Αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση. Δεν υπήρξαν πολλές. Τρεις ή τέσσερις. Πριν από το ’81, οι Έλληνες μετανάστες ήταν σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο. Μετά έγινε η γνωστή παλινόρθωση με τον Αντρέα Παπανδρέου. Πούλησαν τα μαγαζιά τους σε Τούρκους και τον ακολούθησαν στην Ελλάδα και έγιναν… δημόσιοι υπάλληλοι. Τώρα οι Έλληνες της Γερμανίας δεν ξεπερνούν τις 350 χιλιάδες.

Ποια ελληνικά βιβλία έγιναν δημοφιλή κατά τα χρόνια διαμονής σας στη Γερμανία;


Τι να σας πω. «Δημοφιλή» ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία στη Γερμανία είναι μεγάλη λέξη. Στην καλύτερη περίπτωση να έχουν διαβάσει Καζαντζάκη ή λίγους ακόμα από τη Γενιά του ’30.

Έχοντας ζήσει πολλά χρόνια εκεί, πώς νιώθετε ισορροπώντας σε μια βάρκα που η μισή ανήκει στην πατρίδα και η άλλη μισή στη Γερμανία;


Όπως ένα παιδί που έχασε τη μάνα του κι αναγκάστηκε να έχει μητριά. Όχι πάντα κακιά, όπως της Σταχτοπούτας.

Ποιο βιβλίο διαβάσατε τελευταία και σας έκανε εντύπωση;


Το Ιερό του Φόκνερ.

Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;


Διαβάζετε, γιατί χανόμαστε. Και εσείς και εμείς.

diastixo.gr


img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

    img