Αναρτήθηκε στις:11-09-20 11:20

Σχολικό έτος 1937-38: Πρωτάκι… επί Μεταξά!


Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*


Την επόμενη εβδομάδα ανοίγουν τα σχολεία. Τελικά, τι θα γίνει με τον αριθμό των μαθητών ανά τάξη; Θα δοθούν ατομικά υδροδοχεία στα παιδιά; Από ποια ηλικία θα φοράνε μάσκα; Πότε θα κάνει διάλειμμα το κάθε τμήμα;

Μπόλικες οι σκοτούρες, θα σκέφτεστε. Οι μαθητές της παλιάς εποχής όμως είχαν πολύ σοβαρότερα προβλήματα…

Το ταξίδι μας πίσω στον χρόνο ξεκινάει με οδηγό έναν ενενηντάχρονο…

Γενναιόδωρος χορηγός λέξεων!


Ο κ. Απόστολος Πανάγος (γεν. 1930) είναι ένας σεβάσμιος φίλος μου, πραγματικά υπερπολύτιμος συμπαραστάτης στην προσπάθειά μου για τη σύνταξη του Ηπειρώτικου Λεξικού.

Πάντα πρόθυμος να με βοηθήσει, με συγκινητική ανταπόκριση να απαντά στις ερωτήσεις μου, χωρίς ποτέ να δυσανασχετήσει, ακόμη κι αν μερικές φορές η συνομιλία μας διαρκούσε ώρες. «Βασίλη, σ’ σύμμασα (συγκέντρωσα) λέξεις. Έχου πρόσουπου (σελίδα) ουλόκληρου απ’ του τιτράδιου. Ποιες αφελάν’ (αξίζουν) ισύ ξέρ’ς…», είναι μια μόνιμη επωδός του.

Η ψυχική γενναιοδωρία του κ. Πανάγου είναι κάτι που με κάνει να αισθάνομαι διά βίου ευγνώμων απέναντί του.

Τμήμα από τις συνομιλίες μας έχει ήδη ενσωματωθεί σε δημοσιευμένα κείμενά μου, ενώ ακόμη μεγαλύτερο τμήμα τους βρίσκεται αποθησαυρισμένο στο υπό έκδοση Ηπειρώτικο Λεξικό.

Ένα από τα αγαπημένα μου θέματα, το ξέρετε, είναι η δύσκολη ζωή των μαθητών τα παλιά χρόνια.

Ο κυρ-Απόστολος ήταν… πρωτάκι επί Μεταξά, οπότε έχει πραγματικά πάρα πολλά να μας πει!

Καθημερινά τραχανάς για πρωινό


Αφού τοποθετηθήκαμε στον χρόνο, θα πρέπει να καθορίσουμε την άλλη κρίσιμη συντεταγμένη, τον χώρο. Ο συνομιλητής μου ξεκινά την αφήγηση:

«Πήγα στ΄ν πρώτη δημοτικού το 1937, στο Τυμπά Διχομοιρίου (33 χλμ. από την Άρτα – σήμερα ανήκει στον Δήμο Γεωργίου Καραϊσκάκη). Του σπίτι μας ήταν αλάργα απ’ του χουριό. Γαβριάς λέγεται ου μαχαλάς, ήταν κόσμους κάπουτι ικεί. Μ’σή ώρα πουδαρόδρουμου για να πάμι στου σχουλείου στο Τυμπά… Μι βρουχή κι μι χιόνι περπατώντα! Κι φεύγαμαν ξυπόλητοι… Χειμώνα-καλουκαίρι δεν είχαμαν παπούτσια… Πού θα ηύρισκαμαν παπούτσια! Ιγώ έφκιανα κι ξυλοπόδαρα, για να μην πατάου στ’ς κολλητσίδις κι ματώνουν τα ποδάρια μ’!

Του προυί η μάνα μάς έβραζι γάλα ή λίγου τραχανά, τσιγαρισμένου μι λίγου κριμμύδι κι βούτυρου… Κάθι προυί αυτό γένουνταν! Άναβι του τζιάκι, έβανι τ’ν κατσαρόλα κι έβραζι τουν τραχανά, για να φάμι όλοι, κούτσικοι κι τρανοί (μικροί, μεγάλοι). Δεν είχαμαν ξωρέξια (ειδικές τροφές) ιμείς! Τότι τήραγις να βρεις κάτι να του φας για να ζήσεις!

Α! Όταν πάιναμαν στου σκολειό του προυί, είχαμαν κι του ξύλου παραμάσκαλα! Απού ένα ξύλου για τ’ σόμπα! Ου δάσκαλους σηκώνουνταν προυί, άναβι τ’ σόμπα, σκούπαγι κιόλα… Δεν ήταν καθαρίστριις τότι…».

Σωματική βία στο σχολείο… αλλά και κατ’ οίκον!


Γνώριζα φυσικά ότι, δυστυχώς, την εποχή εκείνη, όπως και πολύ αργότερα, το να χτυπήσει ο δάσκαλος τον μαθητή ήταν όχι απλώς φυσιολογικό, αλλά και… επιβεβλημένο! Χειμαρρώδης ο λόγος του συνομιλητή μου, οπότε το μόνο που έκανα ήταν οι ερωτήσεις…

«Αν βάρ’γαν οι δασκάλοι; Μας σκότουναν στου ξύλου ιπί Μιταξά! Κι μι τα χέρια κι μι τ’ λούρα κι μι του χάρακα! Μι του χάρακα βάραγαν στα χέρια, μι τ’ λούρα κι στα χέρια κι στα πουδάρια κι στου κιφάλι…

Ου δάσκαλους κάπουτι σήκουσι ένα πιδάκι απ’ τ’ αυτιά, ιπειδής πήγι ένας γείτουνας κι είπι στου δάσκαλου ότι αυτό έφαγι τα κουρόμ’λα (κορόμηλα)…

Αν άργιγις (αργούσες) να πας στου σχουλείου, αλίμουνό σου! Θα σι τσάκαγι μι τ’ λούρα ου δάσκαλους! Ου δάσκαλους ήταν καδής (ιεροδικαστής επί Τουρκοκρατίας, διαβόητος για τη σκληρότητά του).

Όταν έβγανι κάνα πιδί όξου για τιμουρία, το ‘στιλνι να τ’ φέρει λούρα κι το ‘διρνι μ’ αυτήνη! Μας έστιλνι να κόψουμι λούρα απού κρανιά, γιατί είνι γιρή. Μας βάρ’γι (χτυπούσε) πουλύ μι τ’ λούρα! Μέχρι κι στου κιφάλι β’τσιές (χτυπήματα)… Δε μας τράβαγαν απ’ τα μαλλιά… γιατί ήμασταν ούλα τα πιδιά κουριμένα γουλί!

Του πιδί δεν κόταγι να πάει στουν πατέρα του για παράπουνου απ’ του δάσκαλου, γιατί θα του τσάκαγι στου ξύλου! Αν γύρναγις πίσου στου σπίτι, θα σι πιριλάβαινι ου πατέρας σου στου ξύλου! Μι τ’ ζουστήρα (ζώνη)! Όπου κι να πάαινε το πιδί, δεν ηύρισκι δίκιου! Μπρος βαθύ κι πίσου ρέμα!

Όταν κάνα πιδί έκανι κανιά αταξία στου σπίτι, σαν πιδί, ου ίδιους ου γουνής σ’ έστιλνι στου δάσκαλου για να σι δείρει!

Για να λείψεις, έπιρπι να είσι άρρουστους, αλλιώς έτρουγις ξύλου! Κι δεν έφτανι αυτό μαναχά… Αν αργούσις λίγου, έτρουγις ξύλου απ’ του δάσκαλου! Αλλά, είπαμαν, κι στου σπίτι δε μπόρ’γις να γυρίσεις, γιατί θα σ’ έδιρνι ου πατέρας σου… Ουπότι τι έκανις; Έτρουγις αυτό τού λίγου τού ψουμάκι που ‘χις κι λημέριαζις (έμενες) όξου κι γύρναγις στου σπίτι τ’ν κανουνική τ’ν ώρα!

Κάπουτι ένας δάσκαλους πήγι να βαρέσει ένα πιδί, κι αυτό σκιάχ’κι (φοβήθηκε) κι απ’ του φόβου του πιτάχ’κι όξου απ’ του παραθύρι! Ήταν σιμά τού παραθύρι… Αλλά δεν πήγι στου σπίτι… Ου δάσκαλους απ’ του φόβου τ’ πήγι στου σπίτι, να ιδεί αν πάει του πιδί! Κι δεν του ‘βρι (δεν το βρήκε) ικειό του πιδί… Θα ηύρισκι του μπιλιά τ’ αν πάθινι τίπουτα του πιδί… Αυτό τού πιδί πήγι τού βράδυ στου σπίτι… Απ’ του φόβου του…».

Ο ίδιος με παράπονο και εύλογη αγανάκτηση αναρωτιέται: «Δε μπουρού να καταλάβου, απού πού είχαν οι δασκάλοι άδεια να σκουτώνουν τα πιδιά στου ξύλου… Απ’ του κράτους; Ιμείς τότι ήμασταν πιδάκια ταλαιπωρημένα, ζάρκα (γυμνά), ξυπόλητα κι νηστ’κά…

Τώρα άλλαξαν τα πράματα… Όχι να βαρέσεις πιδί, αλλά ούτι να του μαλάξεις (αγγίξεις), ούτι να τ’ κρίν’ς… Τότι έτριμις απ’ του χουρουφύλακα… Τουν αγρουφύλακα… Τώρα είνι καλύτιρα… Γιατί να σκιάζεσαι…».

Τι περιείχε μια σχολική τσάντα;


Ενώ σήμερα ο εμπορικός ανταγωνισμός για τις σχολικές τσάντες είναι πραγματικά αδυσώπητος, την περίοδο του Μεσοπολέμου οι Ηπειρώτισσες μανάδες εμπιστεύονταν μόνο τα χρυσά χέρια τους…

«Τσιάντα δεν είχαμαν… Πού θα τ’ν ηύρισκαμαν τ’ν τσιάντα στα χουριά… Τρουβαδάκια κούτσικα είχαμαν κι μπακουλάκια (τσαντούλες) μάλλινα υφαντά. Τά ‘φκιαναν οι μανάδις μας στουν αργαλειό… Β’λάρι, κομμάτι πανί, ύφασμα… Του μέτραγαν, του γύρναγαν κι το ‘κουβαν… Άμα ήθιλαν, έφκιαναν κι χώρ’σμα σ’ αυτό… Κι κεντητό απόξου… Άμα ήταν τροβάς μι χώρ’σμα, τ’ απόξου το ‘λιγαν σωπάνι…

Έβανις μέσα ό,τι ήθιλις… Τα βιβλία… Πού να τα βρεις τα βιβλία… Τα τιτραδιάκια 12φυλλα, μι 12 φύλλα… Κυκλουφόραγαν κι κάτι βιβλία μι φυσική ιστουρία, μι φυσική πειραματική, αριθμητική, αναγνωστικό… Αγουρασμένα αυτά…

Αυτά τα βιβλία δεν άλλαζαν, τ’ αναγνωστικά… Άμα άλλαζαμαν τάξη, προυβιβάζουμασταν, τά ‘δουναμαν σι άλλα πιδιά… Παράδειγμα, όταν πήγινις στ’ δευτέρα, τ’ς πρώτης τά ‘δουνις σ’ άλλου πιδάκι, να μην αγουράσει… Χαμένα θα πάναιγαν (πήγαιναν) τα βιβλία…

Θ’μάμι έγραφε ο Μεταξάς σ’ ένα βιβλίου στ΄ν τιτάρτη δημουτικού: “Για να ζήσουμε, οι νοικοκυρές πρέπει να καλλιεργήσουν και τις αυλές απ’ τα σπίτια τους!”. Αυτήνη ήταν η βασιλική δικτατουρία… Γιατί ου βασιλιάς είχι δικαιώματα… Άμα δεν τ’ άριγι ου προυθυπουργός, να τουν κατιβάζει κι να βάνει άλλουν! Όποιουν ήθιλι… Είχι τέτοια δικαιώματα ου βασιλιάς… Κι αυτό λέγουνταν βασιλική δικτατουρία… Ου βασιλιάς διάταξι κι έγινι η δικτατουρία! Δε φιλουπρουσουπού κυβιρνήσεις ιγώ (είμαι αντικειμενικός)…».

Οι… μελανές σελίδες της μάθησης!


Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, με τεράστιες ελλείψεις ακόμη και σε στοιχειώδεις ανέσεις όπως η ένδυση και η υπόδηση των μαθητριών και μαθητών, ο εξοπλισμός του σχολείου ήταν και αυτός υποτυπωδέστατος, τα μέσα για την παροχή γνώσεως ελάχιστα έως ανύπαρκτα:

«Του σκουλειό λίγα πράματα είχι μέσα… Ξύλινα θρανία… Κάθουνταν δυο-τρεις μαθηταί σι κάθι θρανίου… Μία πουλυθρόνα για του δάσκαλου… Ξύλινου κάθισμα… Κι μία σόμπα μι ξύλα… Α! Είχι κι κανα-δυο χάρτις, τ’ς Ελλάδος κι τ’ς Ευρώπης… Τίπουτα άλλου δεν είχι…

Έγραφαμαν μι του μουλυβουκόντυλου σι πλάκις κι ζήβαγαμαν (σβήναμε)… Κι μας έβαναν στ’ν αρχή να γράψουμι στα τετραχάρακα τα τιτράδια (με τετραγωνάκια)… Είχαν τέσσιρα χαράκια, γραμμές-γραμμές, να μη βγαίν’ς όξου (δηλ. να γράφεις εντός του καθορισμένου πλαισίου)… Ας πούμι γράφαμαν του Δ, να μην πάει όξου του γράμμα, να κρατάμι του χέρι, να μη μας φεύγει κι τα κάνουμι άσκημα τα γράμματα…

Πρώτη κι δευτέρα δημουτικού έγραφαμι μι του μουλύβι, όπους έχουμι σήμιρα, π’ τα ξυούμι… κι ου δάσκαλους είχι ένα κόκκινου μουλύβι να διουρθώνει τα λάθη… Μουλύβι είχι κι αυτός…

Δεν υπήρχι στυλό τότι… Η πέννα ήταν… Κι άμα χύνουνταν η μελάνη, γένουμασταν πατούρα (χάλια)! Κι μπουρεί νά ‘τρουγις κι κατακέφαλου άμα σ’ χύνουνταν οι μιλάνις, για να είμαστι πειθαρχημένοι…

Αλλά πού να γράψεις μι τ’ν πέννα… Έτ’χαιναν (τύχαιναν) κι πέννις π’ δεν έγραφαν καλά… Γρατσούναγαν μι τ’ μύτη (δεν απορροφούσαν μελάνη)… Κι πού να τ’ν ηύρισκις τ’ν πέννα κι τ’ μιλάνη…

Η μιλάνη δεν ήταν έτοιμη… Ιμείς τ’ν έφκιαναμαν… Τ’ν αγόραζαμαν σκόνη, σα σπ’ράκια (κόκκοι)… Τ’ν έβαναμαν στου καλαμάρι (μελανοδοχείο)... Έρ’χναμαν νιρό, τ’ν ανακάτευαμαν μ’ ένα ξ΄λάκι κι γένουνταν η μελάνη…

Κι η μελάνη δε στέγνουνι καλά στου χαρτί… Είχαμαν ένα χουντρό χαρτί, στυπόχαρτου τό ‘λιγαν… Του πάταγαμαν απού πάνου κι στέγνουνι η μελάνη…

Του μαρτύριου ήταν ικεί π’ τιλείουνι του πρόσουπου (σελίδα), για να μη μουντζουρουθεί κι τ’ άλλου του πρόσουπου (σελίδα). Έπριπι να στιγνώσει καλά, για να γυρίσουμι απ’ τ’ άλλου του πρόσουπου για να γράψουμι…».



Προσευχή πρωί κι απόγευμα


Η μέρα στο σχολείο άρχιζε και τελείωνε με προσευχή. Όπως λέει ο χρονομάρτυρας: «Αφού δεν είχαμαν ούτε ρολόι, ούτι ρεύμα, αποβραδύ κοιμάμασταν κι σηκώνουμασταν χαράματα και συγκαιριάζομασταν (ετοιμαζόμασταν) για να πάμι στο σκολειό. Πάαιναμαν δυο-τρία πιδιά παρέα στο σκολειό. Όταν συνάζομασταν στο σκολειό, λέγαμαν τ’ν προσευχή:

Γλυκιά του κόσμου στήριγμα,

αθάνατη Μαρία,

εσύ που ακούς τη δέηση,

που υψώνουν τα παιδία,

άκου κι εμάς που υψώνουμε

σ’ εσέ την προσευχή μας

π’ απ’ την αγνή ψυχή μας

βγαίνει για σε θερμά.

Αυτά τα στιχάκια θ’μάμι… Μέχρι αυτού…

Αυτήνη ήταν η προυινή προσευχή… Πρώτα έλιγαμαν το “Άγιος ο Θεός” τρεις φορές…

Τ’ν προσευχή τ’ν κάναμαν κάθι προυί προυτού αρχίσουμι του μάθημα… Τ΄ν έλιγαν όλα τα πιδιά μαζί. Αυτήνη τ’ν προσευχή τ’ν έλιγαμαν κι τ’ απόγεμα, το βράδυ, π’ μας απόλαγι ου δάσκαλους».

Διακοπή φοίτησης λόγω σφαλιάρας!


Από τα πρώτα πράγματα που μου είχε πει ο κύριος Απόστολος πριν από χρόνια, όταν είχαμε πρωτογνωριστεί, ήταν ότι διέκοψε τη φοίτηση στο δημοτικό σχολείο λόγω μιας σφαλιάρας που έφαγε από τη δασκάλα του. Ήταν τέτοιο το τραύμα που προκάλεσε στον ψυχισμό του περήφανου Ηπειρωτόπουλου αυτό το χαστούκι, ώστε οδηγήθηκε στην απόφαση να μην ξαναφοιτήσει στο σχολείο, κάτι στο οποίο προφανώς συνέβαλαν και οι γενικότερες αντιξοότητες της εποχής.

«Ιγώ είμι μαθ’μένους να γράφου μι του παλιό του σύστημα (πολυτονικό). Μ’ φεύγει του χέρι μαναχό του, να βάλει ουξεία, πιρισπουμένη, τα παλιά! Μέχρι ικεί βέβαια π’ ξέρου…

Το παλιό τού σύστημα, μι τ’ς ψιλές κι τ’ς δασείες, το μάθαιναμαν απού δευτέρα, τρίτη δημοτικού… Η πρώτη ήταν για να μάθ’ς τα γράμματα… Αλλά έγραφαμι απού μέσα (δηλ. κοιτάζοντας το βιβλίο). Δεν είχαμαν στ’ν πρώτη (τάξη) γραμματική κι τέτοια…

Ιγώ δεν ξέρου καλή ουρθουγραφία, γιατί δεν έμαθα κιόλα, αφού τ’ν τιτάρτη έβγαλα (δηλ. μέχρι 4η δημοτικού).

Του ’40 έγινι ου πόλιμους, ήμαν 10 χρουνών τότι. Θ’μάμι το ’40 π’ βάρισι η καμπάνα τότι π’ ξεκίν’σι ου πόλιμους!

Τα πιδιά, το σύνολο κανιά 35αριά, έφευγαν λίγα-λίγα, κι στου τέλους, μέχρι τουν Απρίλη πο’ ‘γινι η κατάρρευση, δεν προυβιβάσ’κι κανένα πιδί…

Ου δάσκαλός μ’ επιστρατεύτ’κι του ’40, πήγι στουν πόλιμου! Στ’ν Αλβανία…

Κοντά ήρθι μία δασκάλα...Αυτήνη π’ μι βάρισι ήρθι μετά τ’ν επιστράτευση τ’ δάσκαλου που ‘χαμαν πρώτα…

Όταν γράφαμαν έκθεση, γράφαμαν “εν Τυμπά”, με περισπωμένη κι υπογεγραμμένη. Μια μέρα αντίς για περισπωμένη έβαλα ουξεία κι έφαγα ένα δυνατό κατακέφαλο (χαστούκι) κι απού τότι έχου να πάου στου σχουλείου!

Αυτήνη η δασκάλα π’ μι βάρισι, μο’ ‘μασι (μου έμασε: δίπλωσε) του τιτράδιου του 12φ’λλου κι του πέταξι απ’ τα νεύρα τ’ς! Ήταν ζουρλή!

Μας έκανι πουλλά… Μας έδενε μ’ ένα λυτάρι (σκοινί) στα χέρια κι μας άφ’νι σ’ ένα άλλου δουματιάκι… Αυτό μάς το ‘κανι άμα δεν ήξιραμαν του μάθημα, γραμματική, αριθμητική, για τέτοιες αιτίες…

Σ’ αυτό του δουμάτιου μάς έβανι να κάτσουμι στα γόνατα μι χαλίκια! (δηλ. υποχρέωνε τους μαθητές να γονατίσουν με γυμνά γόνατα στο χαλίκι που είχε μικρές κοφτερές πέτρες). Υπούφιρνις μέχρι να σι σηκώσει!

Κοντά ήρθι κάποιους ντόπιους δάσκαλους, εκουσίως, μετά του ’44, κι έκανι σχουλείου… Αυτός κυνήγαγι του προυί (ήταν κυνηγός) κι στου σκουλειό ό,τι ώρα έφτανι… Μεσημέρι, απόγευμα… Απ’ του ’45 ήταν κανονικά του σκουλειό, ας γένουνταν τ’ αντάρτικο! Από τότι πο’ ’πισι ου Γράμμους τα σχολεία ήταν κανονικά…».

Ωρολόγιον πρόγραμμα


Ο τότε μικρός Απόστολος θυμάται με θαυμαστή διαύγεια πνεύματος τα μαθήματα του δημοτικού σχολείου:

«Τα μαθήματα δεν ήταν πουλλά τότι… Κάναμαν ανάγνωση, αριθμητική, φυσική ιστουρία, καλλιγραφία, θρησκευτικά… Τ’ απόγιομα φυσική πειραματική και χημεία… Ήταν ένα βιβλιαράκι αυτό…

Κάναμι κι ένα μάθημα, δε θ’μάμι πώς το ‘λιγαν… Αυτό τού μάθημα ήταν για του έθνους… Ότι είμαστε Έλληνις, ένα έθνους, έχουμι τα ίδια έθιμα…

Ου δάσκαλους είχι ένα μιγάλου βιβλίου κι είχι όλα τα μαθήματα μέσα, χουρ’σμένα (προφανώς ανά μάθημα, σε ενότητες)… Κι διάβαζι απ’ αυτό… Μας έλιγι του μάθημα…

Στ’ γραμματική μπαίναμαν απού τρίτη, τετάρτη, συνήθως απ’ την τιτάρτη. Πώς κλίνουντι τα ουνόματα κι τα ουσιαστικά… Στα ρήματα τα πιδιά έμπιναν στ’ν πέμπτη τάξη… Κι κλάσματα πέμπτη-έκτη…

Στ’ν τιτάρτη μάθαιναμαν να λύνουμι προυβλήματα κι λίγους δικαδικούς κι ιτοιμάζουμασταν για τ΄ν πέμπτη…

Απού ποιητές θ’μάμι… Διονύσιος Σολωμός, Ιωάννης Πολέμης, Κωστής Παλαμάς…

Απ’ τα Θρησκευτικά συνήθους κάναμι Παλιά Διαθήκη… Ο Μωυσής, ο Αβραάμ κι ο Ισαάκ, τα 12 παιδιά του Ιακώβ (τα θυμάται όλα!) Απού Καινή Διαθήκη λίγα πράματα κάναμι… Αυτά τά ‘καναν πέμπτη κι έκτη… Αλλά Παλιά Διαθήκη απ’ τ’ν τρίτη δημουτικού…

Τότι ήταν όλις οι τάξεις μαζί… Άμα ήσαν καλός μαθητής, μάθινις πουλλά πράματα απ’ τ΄ς άλλις τάξεις… Κι άμα ου δάσκαλους ήγλιπι έναν καλό μαθητή, άμα είχι δύναμη να προυχουρέσει, τουν έβανι στ’ν άλλη τάξη, έπιρνι δυο τάξεις σι μία χρουνιά… Όπους κι τώρα ακούμι πιδιά που ‘νι πουλύ έξυπνα κι τα παίρουν τα γράμματα…».

Θεατρικά δρώμενα


Εκτός από τα μαθήματα, την περίοδο που ήταν μαθητής ο θυμόσοφος συνομιλητής μου υπήρχε και μια στοιχειώδης θεατρική αγωγή: «Απού τραγούδια θ΄μάμι το “Μάνα μου τα κλιφτόπουλα, τρώνε και τραγουδάνι…” κι το “Έχε γεια καημένε κόσμε…”, πο’ ‘΄λιγαν οι Σουλιώτισσες. Έλιγαμαν κι ένα τραγούδι για τ’ν Προυτουμαγιά… “Λουλούδια ας διαλέξουμε και ρόδα και κρίνα του Μάη που σήμερα προβάλλει στη γη, τ’ αηδόνια συμφώνησαν και βρήκαν και τόνισαν…”.

Κι τ’ς 25 Μαρτίου είχαμαν εθνική εορτή… Παίζαμαν κι δράματα (θεατρικά σκετς) στ’ς ιξιτάσεις (στο τέλος της σχολικής χρονιάς)… Παίξαμαν κι του δράμα για την πουλιουρκία τ’ Μισουλουγγίου… Ένα πιδί έκανι τουν παπά… Κι τι άλλου θ’μάμι απ’ αυτό του δράμα…. Ρώταγι μία γ’ναίκα τ’ν άλλη: Βράζει ου σκύλους; Κι είπι η άλλη: Ου σκύλους βράζει… Γιατί τότι στου Μισουλόγγι, στ’ν πουλιουρκία είχαν φάει σκ’λιά κι γάτις, ό,τι ήταν ζουντανό… Α πα πα!

Παίζαμι κι τη Γκόλφω… Ου Τάσους, η Γκόλφου, ου Γιάννους…

Αυτά τα δυο δράματα θ΄μάμι ιγώ…

Έπιζαν όλα τα πιδιά, εκτός απ’ τ’ς πρώτης…».

Παιδιά με εργασιακές υποχρεώσεις ενηλίκων…


Οι κακουχίες δεν αφορούσαν μόνο τη σκληρή μαθητική ζωή, αλλά ολόκληρη την καθημερινότητα των μικρών παιδιών:

«Τήρα (κοίτα) να ιδείς… Όταν μας απόλαγι ου δάσκαλους, ιμείς βόηθαγαμαν τ’ς γουνείς σ’ ό,τι δ’λειά είχαν. Πάιναμαν στα πρόβατα, στα γίδια, στα γιλάδια, να τα φ’λάξουμι… Μέχρι να ν’χτώσει ήμασταν όξου για δ’λειές…

Ό,τι αγροτικιά δ’λειά ήταν, ιμείς βόηθαγαμαν! Δέκα χρουνών ήμαν κι θέρ’ζα! Το π’στεύ’ς; Δεν ήμασταν καλουμαθημένοι όπους είνι τα πιδιά σήμιρα… Α, πάρι ένα πιδί 18 χρουνών να σ’ κάνει δ’λειά! Ούτε να το σκέπτεσαι! Τιμπέλιασαν μι του σκουλειό τα πιδιά! Μι του κινητό στου χέρι κι τα ματάκια τ’ς ικεί… Ιγώ δεν π’στεύου αν ξέρουν τ’ν προυπαίδεια, τ’ν αριθμητική τα πιδιά π’ ξεσκολίζουν (τελειώνουν του σχολείο). Τιμπέλιασαν ούλα! Έχουν κι λιπτά στ’ν τσέπη! Δεν τ’ς λείπει τίπουτα! Κακόμαθαν…

Τα καλουκαίρια έμνησκαμαν κι όξου μι τα ζώα… Πιρπάτ’σα ιγώ νύχτις κι μι ζώα, κι ξυπόλητους…

Γι’ αυτό ιμείς είμαστι μαθ’μένοι απού δ’λειά! Δ’λεύουμι απού μ’κρά πιδιά! Ιγώ πήγα μέχρι το Αιτωλικό για να δ’λέψου μιρουκάματου στα ρύζια (ορυζώνες). Να είσι ξυπόλητους μέσα στ’ λάσπη, απάν’ απ’ το γόνα το νερό, κι να βοτανίζεις ρύζια, κι να κουλλάν’ οι βδέλλις στα πουδάρια σου!».

Κάθε μέρα γυμναστική


Παιδιά χωρίς παιγνίδι δεν γίνεται, οπότε ας δώσουμε και πάλι τον λόγο στον 90χρονο αφηγητή να συνεχίσει την εξιστόρηση της μαθητικής του ζωής:

«Έκαναμαν κάθι μέρα γυμναστική! Ανάπαυση! Προσοχή! Έκτασις των χειρών πλαγίως! Ανάτασις! Πρότασις! Ατενώς! Κάτου τα χέρια!

Άμα κράταγι (δεν έβρεχε), κάναμαν γυμναστική κάθι μέρα. Άμα έβριχι, δεν έκαναμαν, γιατί όξου γένουνταν η γυμναστική…

Είχαμαν κι τόπα (μπάλα) απού μπαλώματα… Πού να τ’ν ηύρισκαμαν τ’ν αγουραστή τ’ν τόπα (δερμάτινη μπάλα). Τι έκαναμαν; Έπιρναμαν ένα μπάλουμα, έβαναμαν μέσα άλλα μπαλώματα, το ‘καναμαν στρόγγυλου κι γένουνταν τόπα, τόπι για να παίζουμι ιμείς τα πιδιά… Μπάλα (ποδόσφαιρο) δεν ήξιραμαν να παίξουμι… Μι τ’ν τόπα έπιζαμαν ένα πιγνίδι π’ το ‘λιγαν “τόπα τσιούκα”. Έβαναμαν μία π’λάκα κι τ’ σημάδευαμαν μι τ’ν τόπα (σα μπόουλινγκ). Κέρδαγι αυτός π’ πέτυχαινε τ’ν πλάκα! Σαμάρες έλιγαμαν τ’ς πόντους…

Μαθήματα πρωί κι απόγευμα!


Την εποχή που μαθητής ήταν ο κ. Απόστολος, στο σχολείο του γίνονταν δύο διαλείμματα, ένα μικρό το πρωί στις 10 κι ένα μεγάλο το μεσημέρι, αφού τα μαθήματα συνεχίζονταν και το απόγευμα:

«Ένα διάλειμμα μαναχά κάναμαν… Του προυί, κατά τ’ς δέκα η ώρα… Ικδρουμές μόνο τ’ν Πρωτομαγιά, ήταν αργία! Καμία άλλη ικδρουμή! Κάναμαν προυί κι απόγιμα μάθημα… Του Σάββατου τ’ απόγιμα δεν είχαμαν μάθημα κι τ’ν Κυριακή στ’ν ικκλησιά…. Ξυπόλητους!».

Κοκκινοπήλι αντί για πλαστελίνη


Την περίοδο του Μεσοπολέμου υπήρχαν πάρα πολλές ελλείψεις σε βασικά αγαθά, οπότε η προμήθεια πλαστελίνης ήταν κάτι που δεν μπορούσαν καν να διανοηθούν.

«Αφού δεν είχαμαν πλαστελίνη, τ’ αντικατέσταιναμαν μι τ’ γλίνα (πηλό), του χώμα αυτό, του κοκκινοπήλι. Αυτό είνι χώμα κόκκινο, μ’ αυτό έφκιαναν οι αγγειοπλάστες τα λαγήνια, τα μπότια για να βάνουν νιρό. Το ‘φκιαναν πηλό κι το ‘ψεναν. Έφκιαναν κι πιάτα, λίμπες χωματένιες.

Αυτό τού χώμα είνι κόκκινου, δεν του βρίσκ’ς ολούθε, πρέπει να ξέρ’ς πού να πας για να βρεις. Αυτό τού κοκκινοπήλι πήγαιναμαν ιμείς τα πιδιά κι το μάζωναμαν, του ζύμωναμαν (ανακατεύαμε και πλάθαμε) μι νιρό κι έφκιαναν χειροτεχνήματα: μπρικάκια, καραπαπάδες (μεγάλα μπρίκια), φριτζιάνια, για να παίζουμι αυτά, όχι αληθινά.

Αυτά τά ‘φκιαναμαν στου σκολειό κι του ‘χαμαν σα μάθημα αυτό, να κάνουμι χειροτεχνία τ’ν τάδε ώρα. Αυτά τα πράματα τά ‘χαμαν μέσα στου δωμάτιο απ’ του σκολειό (ενν. γραφείο κι αποθηκευτικός χώρος) κι ξεσυνερίζομασταν (συναγωνιζόμαστε) ποιος θα φκιάσει το καλύτιρο. Άμα ήταν καιροί ειρηνικοί κι δε γένουνταν ου πόλιμους, π’ κάηκαν τα σχουλεία, αυτά τα πράματα θα ‘ταν σα μουσείο, να τα γλέπει ου κόσμους σήμιρα.

Αυτό του κοκκινοπήλι τού ‘χαμαν κι για να φκιάνουμι γράμματα, να τα πλάθουμι, για να μαθαίνουμι στ’ν πρώτη δημοτικού. Τα γράμματα τά πλαθαμαν μι τα χέρια, ό,τι μπόρ’γι ου καθένας, δεν είχαμαν καλούπια. Τ’ άφ’ναμαν στουν ήλιου κι ξεραίνουνταν κι κοντά τα ‘βαναμαν στο δωμάτιο τ’ σχουλείου».



Γράμματα… πελεκητά!


Παρ’ ότι δεν υπήρχε εποπτικό υλικό για τη διδασκαλία, η ευρηματικότητα των «παλιακών» πάντα έδινε μια λύση ανάγκης…

«Ήταν ένας ιδώ στου χουριό, μιγαλύτιρους απ’ τ’ εμάς, είχι τελειώσει του σκολειό, θα ήταν 16-17 χρονών το ’37 π’ πήγα στ’ν πρώτη δημοτικού. Εφτά χρονών πήγαιναμαν στο σχολείο.

Αυτός ήταν π’τήδειος, έπιαναν τα χέρια του. Κι τι έκανι; Έφκιασι γράμματα ξύλινα κι τα ‘δουσι στου σχουλείου, για να τα ’χουν τα πιδιά. Έπαιρνι ξύλα, τα πελέκαγι κι έφκιανι τα 24 γράμματα, απ’ του Α ώς του Ω. Αυτός πέθανι 105 χρουνών ιπριόπερσι. Κι ό,τι έπιανι στα χέρια του… ζουγραφιά! Κεντημένες (σκαλιστές) κλίτσες, χουλιάρια (κουτάλια), ρόκες για γνέσιμο…

Αυτά τα ξύλινα γράμματα, π’ λες, Βασίλη, τα βάζαμαν στ’ σειρά κι κάναμαν λέξεις. Κ Ο Τ Α. Κι μιτά έγραφαμαν στ’ν πλάκα, γιατί στ’ν πρώτη τάξη δεν είχαμαν μολύβια κι τετράδια. Απ’ τ’ν τρίτη τάξη μάς έδωναν μελάνι κι τιτράδια. Έγραφαμαν στα τετραχάρακα τα τετράδια, να μην περάει η ουρά απάνου ή κάτου απ’ τα χαράκια, να μη φεύγουν τα γράμματα, να συν’θάει του χέρι να γράφουμι.

Τα ξύλινα τα γράμματα τα ‘χι ου δάσκαλους στο σχολείο, για να τα ‘χουν άλλα πιδάκια τ’ν άλλη χρουνιά. Δεν τα ‘παιρνε κανένας στου σπίτι. Κι άμα χάλαγι κάνα γράμμα, τ’ αντικατέσταινε αυτός ου χουριανός μας, έφκιανι άλλου. Ξύλα ήταν στο λόγκου, αλλά ιργαλεία πού να ηύρισκι… Αυτός τα ’φκιανι τα γράμματα μι του τσικούρι κι μι τ’ν πια (η πια: εργαλείο), τρυπ’τήρι π’ του λέν’ για να κεντάν’ (σκαλίζουν) του ξύλου. Αδράχτια, μαργαρίτες (σφραγίδες για πρόσφορα).

Αντί για αδιάβροχο… σακί διπλωμένο!


Σε σχετική ερώτησή μου απαντά: «Ήμασταν ζάρκα κι ξυπόλητα… Κι τα ρούχα καταμπαλουμένα, όχι μπαλουμένα μαναχά! Ξέρ’ς τι έπιρναμαν για τ’ βρουχή; Δίπλουναμαν του σακί κι το ‘βαναμαν κατσιούλα (δηλ. το έκαναν κουκούλα). Κι στ’ν ικκλησιά πάνιγαν (πήγαιναν) μι τ’ς κάπις, μι τα κουντουκάπια… Μπουφάνια δεν ήταν τότι για να φουρέσουμι ιμείς στα χουριά… Άλλοι μπουρεί να είχαν αλλού… Ιμείς τα πιδιά εδώ δεν είχαμαν τέτοια πράματα…

Τα πιδιά φόραγαν μακριά παντιλόνια του χειμώνα κι τ’ν άνοιξη κι του καλουκαίρι φόραγαν κι κουντά κι μακριγιά… Ό,τι είχι ου καθένας…».

Έρανος ψωμιού!


Καιρός να μάθουμε ποιο ήταν το κολατσιό των μαθητών εκείνη την εποχή. Ο συνομιλητής μου αφηγείται: «Επί Μεταξά θ’μάμι μας έδωναν μαύρη κουρινθιακή σταφίδα, απού λιγάκι, δυο σπ’ριά (κόκκους) στου χέρι, κι λίγη σουκουλάτα στου σκουλειό, σα συσσίτιου… Μας έβαναν στ’ γραμμή κι κάτι μας έδωναν στ’ς 2-3 μέρις… Κι αυτά πού να τα ‘βρισκαν να μας τα δώκουν…

Ήταν μακριά τα σπίτια μας απ’ του σκολείο κι δεν έφευγαμαν στου διάλειμμα. Είχαμαν λίγου φαΐ στουν τρουβά, ό,τι είχι ου καθένας…

Ψουμί ξιρό είχαμαν για κουλατσιό κι για μεσ’μεριανό!

Είχαμαν 3-4 πιδιά π’ δεν είχαν ούτ’ αυτό τού λίγου τού ψουμί…

Έρχουνταν ου δάσκαλους κι τήραγι (κοίταζε) ποιος έχει λίγου ψουμάκι πλειότιρου (περισσότερο), κανιά χαψούλα (καμιά μπουκίτσα) κι έπιρνι κι έδουνι (έδινε) κι στα πιδάκια αυτά…

Ήταν καλό αυτό πο’ ‘κανι ου δάσκαλους, για να μη μείνει κανένα πιδί νηστ’κό.

Ε, μπουρεί να είχι κανένα πιδί κάνα αυγό ή λίγου αρτ’μή, ξινουτύρι, πρέντζα, γράψ’ του όπους θέλ’ς ισύ (γαλακτοκομικό υποπροϊόν, μυζήθρα). Του τυρί δεν τού ‘ξιραμαν (ήταν δυσεύρετο). Είχαμαν ζώα, αλλά του γάλα τού κουπάν’ζαμαν για βούτυρου, λάδι δεν ήξιραμαν τι είνι...».

Επιθεωρητής: ο μπαμπούλας των δασκάλων!


«Όταν έρθουνταν ιπιθιωρητής, έτριμι απ’ του φόβου του ου δάσκαλους! Έτριμι μην κουμπιάσει κάνας μαθητής στου μάθημα… Ικείνη τ’ μέρα πο’ ‘ρθουνταν ου ιπιθιωρητής, ου δάσκαλους κοκάλουνι! Γένουνταν ου καλύτιρους φίλους μας! Ούτι μας μάλουνι, ούτι μας έδιρνι… Επειδή σκιάζουνταν τουν ιπιθιουρητή, μας τήραγι στα μάτια κι μι τα χείλια μάς έλιγι του μάθημα, για να μας ξεσκαλώσει (δηλ. «διαβάζαμε» τα χείλη του, για να μας ξεμπλοκάρει)».

Για να αντιληφθούμε το μέγεθος του τρόμου που προκαλούσε ο επιθεωρητής στους εκπαιδευτικούς, αρκεί να αναλογιστούμε ότι σε περίπτωση επίσκεψής του σε κάποιο σχολείο, ο δάσκαλος… οργάνωνε κοπάνα για να μην τον αντιμετωπίσει! Κάποτε λοιπόν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κυρ-Απόστολου, πήγε ο επιθεωρητής στο σχολείο κι ο δάσκαλος δεν είχε εμφανιστεί στο σχολείο…

«Όταν ρώτησι τα πιδιά, του ’παν ότι αρρώστ’σι ου δάσκαλους. Πήγι ου επιθεωρητής να δει του δάσκαλου… Πόνηρους ου δάσκαλους… Έπιασι στου τζιάκι καταή, έκαψι ένα λιθάρι, το ‘βαλι στ’ν κοιλιά, τάχα ότι είχι πόνου, τσουλιά’σκι (σκεπάστηκε) κι έτσι τουν ηύρι ου επιθεωρητής. Πλήρης (!) δικαιουλουγημένους ου δάσκαλους!

Κι είχι κι δυο σκ’λιά ου δάσκαλους, τα ‘χι διμένα μες στου σπίτι, πίσου απ’ τ’ν πόρτα. Κι όταν κίν’σι ου ιπιθιουρητής να φύβγει, είπι ου δάσκαλους τ’ς γ’ναίκα του: -Απόλα τα σκ’λιά, να τουν πάρουν στα πουδάρια! (άσε ελεύθερα τα σκυλιά, για να τον κυνηγήσουν)», λέει γελώντας ο κύριος Απόστολος.

Η Ιστορία κύκλους κάνει…


Στην τετάρτη δημοτικού, όπως θυμάται ο συνομιλητής μου, το μισό αναγνωστικό ήταν στη δημοτική και το μισό στην καθαρεύουσα. Όπως αφηγείται χαρακτηριστικά, και μάλιστα από μνήμης, σαν να έχει ανοιχτό βιβλίο μπροστά του: «Μ’ άρεγε η καθαρεύουσα. Θ’μάμι ένα πο’ ’γραφι για την Κων/λη: “Η Κωνσταντινούπολις, η θεοφύλακτος πόλις, η από δέκα αιώνων χριστιανική μητρόπολις της Ανατολής, η λαμπροτέρα πόλις του κόσμου, μετά την πτώσιν της Ρώμης, είχε υποκύψει κατά την τρομεράν πολιορκίαν των στρατιωτών του Μωάμεθ. Το έτος 1453, κατά την πολιορκίαν των στρατιωτών του Μωάμεθ, 28ην προς 29ην Μαΐου, αποφράς ημέρα των Αγίων Πάντων. Το απόγευμα της αυτής ημέρας, της απιούσης (ενν. επιούσης)”, τι θέλει να πει δεν ξέρου, “εισήλθεν και ο Μωάμεθ θριαμβευτής εις την κατακτηθείσαν Πόλιν. Ήτο νεότατος, περίπου 25 ετών, έτρεφε παχείς και πυρρούς μύστακας (ξανθοκόκκινα μουστάκια), όπισθέν του ήτο πολυπληθές επιτελείον, πασάδες, βεζύρηδες και βέηδες του στρατού του”. Κι όταν μπήκαν μέσα στ’ν Αγια-Σοφιά, διάταξι ου Μωάμεθ του διάκου του (ενν. ιμάμη), π’ τουν είχι παραχέρι (βοηθό). “Στραφείς προς την Μέκκαν (ενν. ο ιμάμης) απήγγειλε το σύμβολο της μουσουλμανικής πίστεως και από τότε η εκκλησία μετεβλήθη εις τζαμίον”».

Τι τραγική ειρωνεία… Τρία χρόνια πριν πάει ο τότε μικρός Απόστολος στην πρώτη δημοτικού, ο Κεμάλ Ατατούρκ είχε μετατρέψει την Αγια-Σοφιά από τζαμί σε μουσείο, ενώ φέτος το καλοκαίρι ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν μετέτρεψε το μουσείο σε ισλαμικό τέμενος!

Από νιάτα σε γεράματα στην εκκλησία


Μπορεί να διέκοψε τη φοίτηση στο δημοτικό σχολείο στην τετάρτη δημοτικού λόγω της σφαλιάρας, όμως ο κ. Απόστολος εξελίχθηκε σε έναν φιλομαθέστατο άνθρωπο, ο οποίος, όπως λέει ο ίδιος, βοηθήθηκε και από την αγάπη του για την ψαλτική τέχνη, είναι δε καλλίφωνος και οι γνώσεις του στα της λειτουργικής εντυπωσιάζουν. Παράλληλα, είναι και δεινός παίχτης φλογέρας.

«Όταν ήμαν πιδάκι, 8 χρουνών, χειμώνα καιρό, πάαινα ξυπόλητους στ’ν ικκλησία κι πάταγα τα πουδάρια μι τ’ν αράδα, πότι του ένα κι πότι τ’ άλλου, σημειωτόν, πάγουναν τα πουδάρια μ’, κι έλιγα το “Πιστεύω”, το ’λεγαμαν απόξου (από μνήμης) το “Πιστεύω”. Του ‘χα μάθει απού κούτσικο (μικρός)! Τότι η ικκλησιά είχι πλάκις καταή κι έκανι κρύου πουλύ του χειμώνα. Σόμπα δεν είχι, όχι.

Ου δάσκαλους μ’ ήταν ψάλτης κι πήρι απ’ τ’ν τάξη μας τέσσιρα πιδιά για να τα μάθει, τ’ άλλα τα πιδιά δε μπόρισαν να μάθουν, ιγώ είχα ζήλου, γιατί κι ήταν κι η γενεά μ’, κράταγα απού γενεά ψαλτών, ήταν κι ο πατέρας μ’ κι ο παππούλ’ς μ’. Τουν παππούλη μ’ δεν τουν θυμήθ’κα, κι τουν πατέρα μ’ δεν τουν αγρίκ’σα (έζησα) πολλά χρόνια, πέθανι 50 χρονών.

Ήμαν φιλομαθής, βιβλία άλλα δεν είχα, αλλά έπαιρνα στου σπίτι τα βιβλία τ’ς ικκλησίας κι διάβαζα, τα μηναία κυρίως (λειτουργικά βιβλία για τον κάθε μήνα) κι τ’ φ’λλάδα του ψάλτη (εγκόλπιο του αναγνώστου). Απ’ το Τυπικό τ’ Βιολάκη έλεγαμαν τ’ λειτουργία. Είχα κλίση στα γράμματα, κι ας μην έβγαλα το δημοτικό.

Είχαμαν κι ένα μιγάλου βιβλίου, το “Αμαρτωλών σωτηρία” κι έγραφι πολλά πράματα για τον κόσμο.

Μπιτ απού μ’κρός έμαθα να ψέλλου, μαζί μι του δάσκαλου μ’. Κι σι ηλικία 15 χρουνών είχι έρθει ου παπάς μας απ’ τ’ σχολή (ενν. ιερατική) κι από τότι μέχρι σήμιρα δεν έλειψα πουτέ απ’ τ’ν ικκλησία, ψέλλου κανονικά απού 15 χρουνών, απού τότι ξελειτούργαγα, έβγαζα τ’ λειτουργία. Κανονικά από 10 χρουνών ψέλλου, 80 χρόνια! Το π’στεύ’ς; Ήταν απ’ το Θεό αυτό του βόηθειου, αυτός μο’ ’δουνι δύναμη να ψέλλου κι αυτός μ’ δίνει κι σήμιρα, πέρασα τα 90. Σε… λίγες μήνες πααίνου για τα 91! Δοξασμένος να ‘ναι!

Τριγιάντα χρόνια πάαινα στο Διχομοίρι για να ψέλλου. Στρατοκόπος! Έκανα δυο ώρις πιρπάτ’μα. Αλλά πάαινα απ’ το Σαββατόβραδο, κάθουμαν σι συγγενείς. Το Μεγαλοβδόμαδο κάθουμαν ικεί όλις τ’ς μέρις.

Άμα πιρπατάς 2 ώρις μέχρι να πας, πέφτ’ς απ’ τα πουδάρια σου! Τι δύναμη να ‘χ’ς, να ψάλ’ς, κι να ‘σαι κι μαναχός σου, να μην έχ’ς βόηθειου απού κανέναν…

Θ’μάμι κάπουτι, ήμαν γύρα τα 50. Ρολόι δεν είχα. Αποκοιμήθ’κα λίγου απουβραδύ κι κουντά σηκώθ’κα. Δεν κοιμήθ’κα μέχρι να φέξει, ήταν κι δυο ώρις νύχτα (μέχρι να ξημερώσει). Ήταν συγνεφούλα, φεγγαράκι κι φαίνουνταν ότι έφιξι.

Ιγώ σηκώθ’κα κι κίν’σα να πάου ποδαράτος στ’ν ικκλησιά στου Διχομοίρι. Ήταν μια ανηφόρα, κακοτράχαλη, ξέρ’ς πώς είνι τα χουριά μας… Δρόμους π’θινά τότι.

Κι απού ‘κεί ήταν μια πλαϊά, για να κατιβού σ’ ένα μαχαλά, κι απού ‘κεί ήταν καλύτιρους ου δρόμους.

Φτάνοντα στ’ μέση σ’ αυτό το σύρμα (μονοπάτι), ήρθι μια συγνεφιά κι έκλιψι (έκρυψε) του φιγγάρι κι έκατσα όσο πο’ ’φεξε μέσα στ’ ρημούλα, καρτέρ’γα μέχρι να χαράξει για να πάρου πάλι τ’ στράτα μ’…».

Σελίδες βιβλίων… για τσιγαρόχαρτα!


Με πικρία εξιστορεί κι ένα άλλο γεγονός, την κλοπή βιβλίων του δημοτικού από τους αντάρτες: «Τότι που ‘ταν αντάρτ’κου, του ’45, πέρασαν οι αντάρτις απού ‘δώ κι τα πήραν όλα! Φώναζαν κάθι μέρα τι είχαν έλλειψη κι πάαιναμαν ιμείς τροφίματα. Μι τ’ σειρά έδουναμαν, πότι ου ένας, πότι ου άλλους.

Έζηγι ου πατέρας μ’ ακόμα, είχι μελίσσια. Πήγαν οι αντάρτις στα γκουβέλια (κυψέλες), τα γύρ’σαν ανάπουτα για να βρουν μέλι, τ’ς πετσόκοψαν οι μέλισσις! Δε μπόρεσαν να βρουν μέλι.

Τουν φοβέρ’σαν τουν πατέρα μ’, διά της βίας, κι του ‘παν ότι θα τουν σκοτώσουν. Κι τ’ς πάει ου πατέρας μ’ στην κρυφοκάλυβα (καλύβα σε μυστική τοποθεσία, όπου φύλαγαν τρόφιμα και διάφορα πράγματα). Πήραν κάτι ρούχα, το σελιάχι (πορτοφόλι μέσης) κι μαζί μι τ’ άλλα πήραν κι τα βιβλία απ’ του δημοτικό! Τι τα ‘θελαν αυτοίνοι οι ανθρώποι. Μας τα πήραν οι αντάρτις όλα τα βιβλία! Τι τα ‘θελαν… Έλιγαν ότι τα πήραν για να φκιάνουν τσιγάρα, δεν είχαν χαρτί τότι!

Θα τα ‘χαμαν μέχρι σήμερα αυτά τα βιβλία. Τρεις ήταν αυτοίνοι οι αντάρτις, τ’ς θ’μάμι, τ’ς προσοφέρω στο μυαλό μου (τους θυμάμαι ως πρόσωπα)».

**

Τα χρόνια περνάνε με αδυσώπητη ταχύτητα. Πριν από μια βδομάδα, μαζί με τον κ. Απόστολο και δύο από τα ευγενέστατα εγγόνια του, επισκεπτόμαστε τα μέρη όπου περπατούσε ξυπόλητος ο σεβάσμιος συνομιλητής, αλλά και το δημοτικό σχολείο όπου φοιτούσε.

«Τα θ’μάμι ιγώ αυτά μπιτ (ακριβώς) σα να ήταν ιχτέ… Σα να γλέπου του δάσκαλου κι τα πιδιά μέσα στου σκουλειό… Κι ας πέρασαν τόσα χρόνια…».

Η συγκίνηση είναι φανερή στα πρόσωπα όλων μας, αλλά και η χαρά για το ότι ένας μαθητής του 1937 ήταν ανάμεσά μας υγιέστατος, και μάλιστα με ζωντάνια εφήβου.

Κύριε Απόστολε, σ’ ευχαριστώ για όλα και εύχομαι να είσαι μαζί μας ακμαιότατος για πάρα πολλά χρόνια ακόμα!


*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, κλασικός φιλόλογος-θεολόγος και εταίρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (Αρσάκεια-Τοσίτσεια Σχολεία), είναι συντάκτης του υπό έκδοση Ηπειρώτικου Λεξικού



Email: vasilis.malisiovas@gmail.com

LinkedIn: Vasilis Malisiovas









img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ