Αναρτήθηκε στις:04-03-20 11:17

Συνέντευξη του Γιάννη Πατσώνη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


«Αν δεν έχεις κάτι καινούργιο να πεις, προς τι να επαναλαμβάνεσαι ταλαιπωρώντας τον Γουτεμβέργιο;»


Ο Γιάννης Πατσώνης γεννήθηκε το 1950 στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες. Έχει εκδώσει τα πεζά έργα Κυλιόμενες σκάλες, Τα μάτια των περαστικών και Σκεύος μετανοίας, καθώς και ένα παραμύθι στον συλλογικό τόμο 17 ιστορίες που ξεχωρίζουν. Εργάστηκε ως γιατρός και δημοσίευσε άρθρα σε λογοτεχνικά και ιατρικά περιοδικά. Η συλλογή διηγημάτων του Ανεμοδείκτες στην Επτάλοφο, που κυκλοφόρησε φέτος από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, μας έδωσε την αφορμή για τη συζήτηση που ακολουθεί.

Πριν από λίγους μήνες εκδόθηκε το βιβλίο σας «Ανεμοδείκτες στην Επτάλοφο» εκδόσεις Καστανιώτη. Ποιος ήταν ο λόγος που το γράψατε;


Δεν υπήρχε συγκεκριμένος λόγος – συγκυρίες, ίσως. Στα δεκαεφτά μου, διάβασα στον Ταχυδρόμο ένα σημείωμα του Αλέξανδρου Αργυρίου για τον Δημήτρη Παπαδίτσα, όπου υπήρχαν οι στίχοι Το λέω ξανά είμαι μόνος/ σα μια μόνη πατημασιά σε δάσος/ είμαι μόνος σα δάχτυλο σε χέρι/ που η μηχανή τού πήρε τα άλλα τέσσερα… που με συγκίνησαν βαθιά. Τότε ήμουν ένας μοναχικός έφηβος, αποκομμένος από τους γύρω, με ένα βιβλίο στο χέρι, ενώ τα ραδιόφωνα βούιζαν τα έωλα και τα κίβδηλα της εποχής εκείνης. Την ίδια μέρα, έγραψα το πρώτο μου διήγημα, «Σφεντόνα άσπρη», που πήρε το βραβείο στον διαγωνισμό της ΧΑΝΘ. Στην επιτροπή ήταν οι Τάκης Βαρβιτσιώτης, Γιώργος Θέμελης και Γιώργος Κιτσόπουλος. Ο Δ. Παπαδίτσας, εκτός από σημαντικός ποιητής, ήταν γιατρός ορθοπεδικός, δηλαδή βοηθούσε τους ασθενείς του να σταθούν στα πόδια τους, χώρια που η ποίησή του σε απογείωνε.

Γιατί απείχατε από την εκδοτική παραγωγή εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες;


«Το θέμα το βλέπω σαν δόλωμα που θέτουμε, προκειμένου να βγει ό,τι τέλος πάντων είναι κρυμμένο μέσα μας», έλεγε ο Γιώργος Ιωάννου. Κι αν δεν έχεις κάτι καινούργιο να πεις, προς τι να επαναλαμβάνεσαι ταλαιπωρώντας τον Γουτεμβέργιο;

Οι ιστορίες σας, γραμμένες με πόνο και αγάπη, μιλούν για τα βάσανα των απλών ανθρώπων. Τελικά έχουν τελειωμό τα βάσανα και οι καημοί του κόσμου;


Σα να ’χαν ποτέ τελειωμό/ τα βάσανα και οι καημοί του κόσμου… Έτσι τελειώνει το «Μυρολόγι της φώκιας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (το μύρομαι με την παλαιότερη ετυμολογία σημαίνει θρηνολογώ). Η εννιάχρονη Ακριβούλα πνίγεται, πέφτοντας απ’ τον γκρεμό. Πριν από την πτώση, δεν χορταίνει ν’ ακούει τον κρυμμένο αυλητή που έπαιζε το σουραύλι του. Σχηματικά, στον κύκλο της ζωής, ίσως περισσεύουν τα βάσανα… Πόσο άραγε κρατά το «Διάλειμμα χαράς» που οραματίζεται ο Γιώργος Σεφέρης με την ευφρόσυνη πλάση αρχικά, ενώ ελλοχεύει ένας μεγάλος ήλιος όλο αγκάθια μα τόσο ψηλά στον ουρανό; Περπατάς σε δρόμους που έσφυζαν κάποτε από ζωή και βλέπεις τώρα κατεβασμένα ρολά, λουκέτα, την πλήρη διάλυση. Σαράφηδες που εξαργυρώνουν κοσμήματα «που δεν φοράτε» σε μετρητά, που κι αυτά εξανεμίζονται τάχιστα. Χρέη, απολυμένοι, νέοι με οργή, που, έστω και με σπαστό ωράριο, απλήρωτοι για μήνες, προχωράνε αγριεμένοι. Εκποίηση, αλλοτρίωση, ευτέλεια, ενώ φτουράνε μόνο οι καιροσκόποι εκμεταλλευτές.

Οι αφηγήσεις αφορούν την Κωνσταντινούπολη, την Ουρανούπολη, την Κομοτηνή και την Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης. Τι αλλαγές έφεραν σε αυτές τις περιοχές και στην κοινωνία γενικότερα τα γεγονότα από το μεγάλο ποτάμι της Ιστορίας;


Στο 2ο κείμενο περιγράφεται η πορεία ενός πρόσφυγα, που διασχίζει με το κοπάδι του τον Έβρο, φεύγοντας από την περιοχή της Καλλίπολης. Ο Χέμινγουεϊ, το 1922, ανταποκριτής σε ξένες εφημερίδες, είχε καταγράψει μαρτυρίες από τον ξεριζωμό της Θράκης, χαρακτηρίζοντάς τον ως «μια σιωπηλή, τρομαχτική πομπή». Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, 1.300.000 Έλληνες μπήκαν σε ζύγι με 300.000 μουσουλμάνους. Κι όταν έφτασαν στη νομιζόμενη «ελεύθερη» πατρίδα, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τυφλή αντίδραση. Είχαν νόμιμο δικαίωμα ως ανταλλάξιμοι να εγκατασταθούν σε κτήματα όσων είχαν φύγει στην Τουρκία. Κι όμως… Αντιδρούσαν όχι μόνο (ως είθισται για την αρπαχτική αυτή φάρα) οι τσιφλικάδες και οι τσορμπατζήδες, αλλά και οι γηγενείς. Ντόπιες συμμορίες έκαναν φονικές επιθέσεις καίγοντας προσφυγικά παραπήγματα και αχυροκαλύβες δίπλα στους βάλτους όπου θέριζε η ελονοσία, σε περιοχές όπως στο Κιούπκοϊ Σερρών (σημερινή Πρώτη), σε Βόλο, Μενίδι, Αγρίνιο κι αλλού. Τι μοίρα κι αυτή! Είχαν γλιτώσει από τους Τσέτες και βρέθηκαν με την ανταλλαγή στο έλεος των «Ελληναράδων». Τα τραγούδια τους, οι μεν τα χαρακτήριζαν «της κάμας και της παρακμής» (Νίκος Ζαχαριάδης), οι δε «των ναρκομανών» (ο εθνοσωτήρ Ιωάννης Μεταξάς). Ακόμη και σήμερα, τους οπαδούς της ΑΕΚ και του ΠΑΟΚ δεν τους βρίζουν «χανούμια και τουρκόσπορους»; Τα αναφέρω αυτά για να καταλάβουμε τις αλλαγές που δημιουργήθηκαν με τα κύματα της προσφυγιάς, τότε, στον πολιτισμό, στην παραγωγή και στις πολιτικές ανακατατάξεις.

Στην πρώτη σας ιστορία, που φέρει και τον τίτλο του βιβλίου, «Ανεμοδείκτες στην Επτάλοφο», καταγράφετε τα Σεπτεμβριανά του 1955 και το πογκρόμ της Πόλης. Πώς καταφέρατε να διηγηθείτε αυτά τα γεγονότα με λεπτομέρειες αλλά και μαεστρία;


Οι Ρωμιοί στην Πόλη, στις αρχές του 20ού αιώνα, ήταν πάνω από 200.000. Ο εκ μητρός παππούς μου, Καππαδόκης στην καταγωγή, έζησε στο Κοντοσκάλι (Κουμ-καπί, «Πύλη της άμμου») στη θάλασσα του Μαρμαρά. Κάθε φορά που συναντιόνταν με τους δικούς του, αναπολούσαν συνεχώς τη ζωή εκεί, με τα μπερεκέτια (αφθονία), τις ομορφιές και τα προάστια του Βοσπόρου, τις διαδρομές στα Πριγκηπόννησα, τα περίφημα σχολεία τους, το σεργιάνι στο Πέραν με τα απαρτμάν. Κι όλα τα διανθίζανε με τραγούδια στις γιορτές, όπου μαζεύονταν και οργανοπαίχτες με ούτι και μπαγλαμαδάκια, τραπεζώματα με λαχταριστούς ανατολίτικους μεζέδες. Σταδιακά, με μεθοδεύσεις «τῇ ἐπινοίᾳ ξένων συμφερόντων» και με αρωγό το βαθύ κράτος, άρχισε ο αφανισμός της πολίτικης ρωμιοσύνης. 1932: νόμος που απαγόρευε 30 επαγγέλματα σε ομογενείς. 1941: επιστράτευση είκοσι ηλικιών σε τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού). 1942: εξοντωτικός φόρος (βαρλίκι) και εκτοπισμός στην Τουρκική Σιβηρία (Ασκαλέ). 1955: Το πογκρόμ με τα «Σεπτεμβριανά και τους ανήκουστους βανδαλισμούς». 1964: Απελάσεις εντός 7 ημερών το πολύ, με 2 βαλίτσες 20 κιλών και 20 δολάρια μόνο στην κατοχή τους. Στις αφηγήσεις των Πολιτών, πρόσεχα –με τραβούσε το αίμα– την εκφορά του λόγου. Το ρήμα στα «πολίτικα» πάει στο τέλος, υπάρχουν τουρκοποιημένες λέξεις μαζί με ελληνικές, γαλλικές, η σύνταξη των αντωνυμιών με αιτιατική, τα γνωστά σε μας «σαλονικιώτικα», όπως «τον είπα», «τον έδωκα», «την άρεζα», «πες με το»… και τόσα άλλα χαριτωμένα στο στόμα των θυμοσόφων Μικρασιατών. Στα ταξίδια στην Πόλη, με οδηγό τα εξαίρετα βιβλία του Κώστα Σταματόπουλου και Ακύλα Μήλλα, προσπαθούσα να εντοπίσω τα μέρη που ήταν «αναντάν παπαντάμ» ρωμαίικα, δηλαδή «από μητέρα σε πατέρα». Στην Ένωση Ομογενών στην Πόλη, εδώ και στην Αθήνα, άκουγα ομιλίες και διάβαζα τις εφημερίδες τους, όπως τον Παλμό, τον Πολίτη, την Ανατολή και παλιότερα τον Επτάλοφο, καθώς και βιβλία νεοτέρων, εκτός της θρυλικής Λωξάντρας, όπως του Δημήτρη Τσαλίδη, του Στέλιου Αντωνιάδη, της Αγλαΐας Κωνσταντινίδου και άλλων. Μ’ ενθαρρύνει –ως άφρων καυχήσομαι!– η γνώμη ανθρώπων που είναι γέννημα-θρέμμα της Πόλης, να λένε «άφεριμ!», «αρκαντάση!» και «καλά τα είπες»… Κι αυτό σε μένα, που δυστυχώς… δεν είμαι από τα χώματα εκείνα της Επταλόφου.

Στο διήγημα «Αχ, το Ρηνάκι μου!» αναφέρεστε στη λεηλασία της θάλασσας. Γιατί δεν εφαρμόζονται οι απαγορευτικοί νόμοι;


Ένας θαλασσογεννημένος ψαράς από την Ουρανούπολη μας έλεγε πως πριν από χρόνια, κάτω από τα κύματα, στα κούφια βράχια, στους «μπάγκους», έβλεπες «ροφούς ίσαμε 15 οκάδες ν’ αναπνέουν σαν μωρά»! Με την υπεραλίευση όλα τα ρήμαξαν… Οι γριφώδεις νόμοι πώς να εφαρμοστούν; Ποιος ελέγχει ποιον; Δύσκολο πολύ, για να μην πω εντελώς ακατόρθωτο.

Μου άρεσαν πολύ και τα διηγήματα που αναφέρονται στη Γερμανία. Μου προκαλεί εντύπωση ότι οι μετανάστες, για να ξεχάσουν τα βάσανά τους, άκουγαν τη φωνή του λαϊκού βάρδου Στέλιου Καζαντζίδη. Γιατί τους γοήτευε τόσο ο Στέλιος;


Διότι ήταν από τη φτωχολογιά. Άκουγα στην εκπομπή του Πάνου Γεραμάνη, του αξέχαστου αυτού ρέκτη, «Λαϊκοί βάρδοι», για τη ζωή του Στέλιου: Γεννημένος το 1931 στη Νέα Ιωνία, γνώρισε την πείνα στην Κατοχή (για να γλιτώσουν πήγαν στο Μπέλες), κι όταν γύρισαν πίσω, στα 13 του χρόνια, μένει ορφανός και αρχινά «ζόρικο μεροκάματο» στις οικοδομές, με αφεντικά σκληρά, με δουλειές του ποδαριού (πουλούσε νερό σε στάμνες), μέχρι που ήρθε η αναγνώριση με τη βοήθεια του ρεμπέτη Γιάννη Παπαϊωάννου. Ακολούθησαν οι περιοδείες στη Γερμανία, οι θυελλώδεις έρωτες και οι χωρισμοί… Όπως λέει στο βιβλίο Ντόμπρα και σταράτα ο Γ. Παπαϊωάννου, ο Στέλιος «είναι σε άλλα περιβάλλοντα… Εκεί δεν μπορεί να πάει ο καθένας – μεγάλος μάστορας αυτός!». Βέβαια, ήταν και αγύριστο κεφάλι. «Πόντιος και περήφανος… και μ’ ένα ομμάτι»… Μαλώματα με εταιρείες, αντιζηλίες, καταγγελίες… Θυμάμαι μια ταινία μικρού μήκους, Γράμμα απ’ το Σαρλερουά του Λάμπρου Λιαρόπουλου, όπου ένας μετανάστης γράφει στη μητέρα του: «Καμαρώνεις και μου γράφεις πως εσύ ’σαι πια Ευρωπαίος… μα πού να ’ξερες ότι γυρνάω στα δικά μας καφενεία και μεθάω για να ξεχάσω… ανάθεμα π’ ανοίξανε οι δρόμοι και χωρίσαμε… δουλεύοντας μες στα πηγάδια για ν’ ανέβουμε μ’ ένα γράδο στα πνευμόνια περισσότερο». Και στα καφενεία θ’ άκουγαν τραγούδια όπως «Στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές», «Το ψωμί της ξενητειάς είναι πικρό»…

Όλοι οι ήρωές σας μοιάζουν σαν τα πρόσωπα που ζουν δίπλα μας. Η εμπειρία βοηθά στο πλάσιμο των χαρακτήρων κατά τη γραφή;


Απ. Δεν αρκεί η εμπειρία, αν δε γίνεις κι εσύ αυτός που δημιουργείς με τη γραφή. Τα βιώματα και με το παραμικρό παίρνουν υπόσταση. Τα εμπόδια γίνονται ερεθίσματα, οι αναποδιές γιγαντώνουν τη δύναμη της έκφρασης και περιτυλίγεσαι με την ατμόσφαιρα που απαιτεί το έργο σου. Σ’ έναν βαθμό το πετυχαίνεις και το ζωντάνεμα των χαρακτήρων. Η γενιά μου ωρίμασε σε μια μεταβατική περίοδο: Ένας κόσμος έφευγε και τον διαδεχόταν ο νέος με τη σαρωτική ομορφιά του καινούργιου. Απ’ την παγωνιέρα περάσαμε στα διαμερίσματα της αντιπαροχής με όλα τα «κομφόρ»! Θυμάμαι τη γιαγιά να τινάζει τα μπουριά της ξυλόσομπας που κάπνιζε με τους στραβοαγέρηδες και μετά να μπουκώνει με την τρόμπα την γκαζιέρα για να φτιάξει κατιτίς στο τηγάνι, σκυφτή στην εσοχή κάτω από τη σκάλα π’ ανέβαινες στην ταράτσα, απ’ όπου έβλεπες την οθόνη του παρακείμενου «σινε-Άλσος»! Κι αν δεν είδαμε ταινίες τζάμπα! Ο πατέρας μου, στο χυτήριο, με τη γυριστή κουτάλα έριχνε τον λυόμενο μπρούτζο από το καμίνι στα καλούπια για να βγουν τα κουδούνια, κυπριά για τα πρόβατα, στρογγυλά γουργούλια με την μπίλια μέσα για τα σκυλιά, καμπανίτσες, σκάλες για τις σέλες, φιγούρες με καρδιές, κυπαρισσάκια, σπαθιά, πεταλάκια… Η μητέρα στο δωμάτιό της με τη μηχανή Σίνγκερ, τα γυαλιστερά φιγουρίνια. Οι επισκέψεις σε σπίτια –μονοκατοικίες ή δίπατα– στα Κάστρα, στην περιοχή Κουλέ-Καφέ, στο Τσινάρι… Οι γνωστοί και συγγενείς με ονόματα αρχαιοπρεπή: Αγησίλαος, Ξανθίππη, Καλλιρρόη, Ωραιοζήλη, ή και κάπως αστεία, Φυτόσης, Χάμπος, Σουσάνα, Μελτζανιώ… Κεράσματα σε δίσκους με περίτεχνα σεμεδάκια. Χουβαρντάδες! Οι σπαγκοραμμένοι, φρούτα κάθε εποχής, αντιπαθητικοί όπως πάντα, και οι φασαριατζήδες δεν έλειπαν. Στο γυμνάσιο, ο παπα-Γιάκωβος, παπάς προλετάριος που με λασπωμένο το γκριζωπό αντερί έφτιαχνε τα μερεμέτια του ναού και μετά έπαιζε μαζί μας μπάλα στον αυλόγυρο, δίνοντάς μας βιβλία – όχι ευσεβίστικα που αφορούν την «ηθικοποίησιν της κοινωνίας», αλλά Ντοστογιέφσκι, Κόντογλου, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο, όπως Τα επτά κοιμισμένα παιδιά και το μυθιστόρημα Στου Χατζηφράγκου του Κοσμά Πολίτη. Πολλές εμπειρίες μού χάρισε και η άσκηση της Ιατρικής…

Μένετε στη Θεσσαλονίκη. Νομίζετε ότι το έργο των συγγραφέων που μένουν μακριά από την πρωτεύουσα δεν έχει ευρύτερη προβολή και αποδοχή, όπως αν έμεναν στην Αθήνα;


Έχει, αν αξίζει, διότι υπάρχουν πολλοί τρόποι και δρόμοι για να φανερωθεί ένα έργο. Δεν λιμνάζει η δημιουργική ορμή – γράφει κανείς και σε βουνοκορφή. Βέβαια, στην πρωτεύουσα έχεις ευκαιρίες πολλές, να συναντήσεις ομότεχνους, αλλά τι να πρωτοδιαλέξεις από αίθουσες τέχνης! Όμως αυτά που θρυλούνται για φατρίες στο κέντρο κ.λπ. είναι προπέτασμα, νομίζω, για να κρύβουν την επαρχιακή μιζέρια τους οι ματαιόσχολοι. Τα πνευματικά ερμηνεύονται σ’ αυτούς που έχουν πνεύμα – πνευματικοῖς πνευματικά συγκρίνοντες.

Η δική σας γενιά έγραφε και εξέδιδε με το σταγονόμετρο. Συμβαίνει κάτι ανάλογο σήμερα;


Όχι, διότι οι νέοι σήμερα με τη ζωντάνια και την ενημέρωση που τους διακρίνει έχουν περισσότερα μέσα έκφρασης – και καλά κάνουν και δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους πολυτρόπως και πολυμερώς. Βέβαια, παραμονεύει η παγίδα της μωροφιλοδοξίας, αλλά αυτά δεν γίνονταν πάντοτε;

Ασχολείστε με το διαδίκτυο; Ποια είναι η γνώμη σας για τα ηλεκτρονικά περιοδικά;


Ελάχιστα. Ο από δεκαετιών φίλος, πεζογράφος Γεράσιμος Δενδρινός, με βοηθά χτυπώντας τα κείμενά μου στον υπολογιστή, διορθώνοντας ατοπήματα ως φιλόλογος σε συνεργασία με την κόρη μου. Συχνά, όταν μπερδεύομαι, θυμάμαι την ταινία του Κεν Λόουτς, Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ. Όσο για τα ηλεκτρονικά περιοδικά, ανοίγουν ορίζοντες που δύσκολα βρίσκεις σε έντυπα. Τα τελευταία όμως τα φυλλομετράς, κρατάς σημειώσεις στα περιθώρια των σελίδων, υπογραμμίζεις…

Ποιο βιβλίο διαβάσατε τελευταία που σας έκανε εντύπωση;


Του Νίκου Χρυσού, Καινούργια μέρα. Ένα «βιβλιότουβλο», όπως λένε, 681 σελίδων! Ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που απαρτίζουν συγκλονιστικές αυτοτελείς ιστορίες, με συνοχή και κινηματογραφική γραφή. Και η περιπέτεια της γλώσσας, μεγαλειώδης: Ύφανση λέξεων με εξασύλλαβο διασκελισμό σ’ έναν από τους παρίες, ιδιόρρυθμοι γραμματοαριθμοί, ονοματοδοσία λιμανιού, όπου ξετυλίγεται η δράση με ελικοειδή μορφή αλφαβήτου, κρυπτογραφήματα αρχείων και σημάνσεων, η λόξα άπειρων μουσικών σχημάτων, πρόζα ποιητική και συνάμα γλώσσα γυμνή, ρεαλισμός χρώματος, αίματος, φωτιάς. Πραγματογνωσία της εποχής μας – θρασίμια νεοναζί και στρατιές ανήμπορων που κρύβουν όμως ελεήμονα καρδιά. Δεν ορίζεται από χρονικές συνισταμένες – μπορείς κάλλιστα να φανταστείς οποιοδήποτε λιμάνι πολύβουο ή ερειπιασμένο, όπως τη Μασσαλία, τη Σαλονίκη, τον Πειραιά, τη Βαλτική Θάλασσα. Εικόνες ά-στεγης ζωής, με το α στερητικό που παραπέμπει στην ά-χαρη ζωή τσιμεντένιων πόλεων, όπου σε μαστιγώνει ο νόμος των αγορών, ενώ σέρνουν το «ζωντανό κιβούρι τους» οι ά-εργοι, οι ά-υπνοι, οι α-νυπόδητοι, οι α-νυπόταχτοι που φτύνουν τον α-βίωτο βίο της απάτης του πλούτου εκόντες άκοντες. (Κάποτε, πολλοί από τους περιθωριακούς αυτούς ήτανε και πλουσιόπαιδα…). Και στο επίμετρο, η συμπόρευση του αναγνώστη με το εξιλαστήριο θύμα που είχε πλατύχωρη καρδιά, τον Σεβαστιανό, τον παραμυθατζή, τον παρηγορητή, τον σπλαχνικό δέκτη κάθε βέλους από τη φαρέτρα των άλλων… Κι ένα άλλο βιβλίο που διαβάζω σελίδα -σελίδα για τη θαλπωρή που χαρίζει «η άσβεστη φλόγα» του, όπως λέει ο επιμελητής του ο Θανάσης Νιάρχος, Το Άγιον Όρος.

Τι σας έχουν μάθει οι γονείς σας και το τηρείτε ακόμη;


Γενναιόδωρη στάση απέναντι στους εμπερίστατους. Πίστη και έργα, αχώριστα.

diastixo.gr


img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

    img