Αναρτήθηκε στις:19-02-20 06:46

Συνέντευξη του Φερνάντο Αραμπούρου στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Οι πληγές δεν είναι κάτι αφηρημένο, ούτε θεραπεύονται με τα λόγια του ενός ή του άλλου πολιτικού


Ο Φερνάντο Αραµπούρου γεννήθηκε στο Σαν Σεµπαστιάν το 1959. Σπούδασε ισπανική φιλολογία στο Πανεπιστήµιο της Θαραγόθα και από το 1985 µένει στη Γερµανία. Υπήρξε µέλος του Grupo CLOC de Arte y Desarte. Είναι ένας από τους σηµαντικότερους Ισπανούς πεζογράφους και έχει τιµηθεί µεταξύ άλλων µε το Bραβείο Tusquets για το µυθιστόρηµά του Años Lentos (2012), το Βραβείο Biblioteca Breve 2014 για το Avidas Pretensiones, καθώς και το Βραβείο της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας, το Βραβείο Mario Vargas Llosa και το Βραβείο Dulce Chacon για τη συλλογή διηγημάτων του Los peces de la amargura (2006). Η Πατρίδα (Patria) κυκλοφόρησε το 2016 και θεωρείται ήδη ένα από τα σηµαντικότερα ισπανόφωνα βιβλία της εποχής µας. Μεταφράζεται σε περισσότερες από 25 γλώσσες και έχει τιµηθεί µε κάποια από τα σηµαντικότερα βραβεία στις χώρες όπου έχει κυκλοφορήσει.

Πώς ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής του μυθιστορήματος Πατρίδα;


Η Πατρίδα είναι ένα έργο που υπήρχε μέσα μου για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά χωρίς καθορισμένη μορφή. Τα γεγονότα της χώρας μου τα έβρισκα τόσο οδυνηρά, που ήξερα ότι αργά ή γρήγορα θα τους έδινα μια λογοτεχνική προσοχή. Ξεκίνησα γράφοντας διηγήματα. Αναζητώντας τον σωστό τόνο, έγραψα ένα σύντομο μυθιστόρημα που έλαβε πολύ θετικές κριτικές, κάτι που με ενθάρρυνε να κατευθυνθώ προς ένα πιο φιλόδοξο έργο από λογοτεχνική άποψη. Όταν η ΕΤΑ ανακοίνωσε το 2011 το οριστικό τέλος του ένοπλου αγώνα, σκέφτηκα ότι ήρθε η ώρα να γράψω ένα ογκώδες μυθιστόρημα, με πολλούς πρωταγωνιστές. Με έμφαση στη βία, εγκαινίασα μια νέα περίοδο στην οποία το αντικείμενο της αφήγησης παραμένει σταθερό, ήσυχο, σαν το πρόσωπο που ποζάρει για έναν ζωγράφο. Οπότε σκέφτηκα μερικούς χαρακτήρες, μια δομή, μια πλοκή κ.λπ. Και πέρασα τρία χρόνια δουλεύοντας σκληρά.

Ο Τσάτο δολοφονείται γιατί αρνείται να καταβάλει για δεύτερη φορά τον «επαναστατικό φόρο». Ποιος είναι ο λόγος που απαιτούσε η ΕΤΑ αυτόν τον φόρο;


Η βασική ιδέα ήταν να συγκεντρωθούν χρήματα για να χρηματοδοτηθούν οι δραστηριότητές της, να καλυφθούν τα έξοδα των μαχητών της, να αγοραστούν όπλα και παρεμπιπτόντως να ασκηθεί έλεγχος στην επιχειρηματική τάξη. Αυτό δεν έχει κανένα μυστήριο. Στην πραγματικότητα, ήταν η παραδοσιακή μέθοδος της μαφίας.

Ο Τσάτο δεν φοβήθηκε για τη ζωή του, ενώ τον είχαν προειδοποιήσει. Μπορείς να κλείσεις ένα στόμα με μια δολοφονία για να αποφύγεις την αντίθετη γνώμη και να εξαφανίσεις τη διαφορετική ιδεολογία ενός ανθρώπου;


Φυσικά. Η ιδέα δεν είναι μόνο η εξόντωση ενός ατόμου, αλλά η εξάπλωση του τρόμου μεταξύ των ομοϊδεατών του. Κάποιος σκοτώνεται, δεν έχει σημασία ποιος (αστυνομικός, πολιτικός, επιχειρηματίας, δημοσιογράφος, αντιφρονών), για να σιγήσουν οι φωνές των συνομηλίκων του, να επιβάλουν κάποιοι τη δύναμή τους, να εξοβελίσουν τους αντιφρονούντες φυσικά και ιδεολογικά από την ιδανική γι’ αυτούς κοινότητα. Πολλές από τις δολοφονίες έχουν συμβολικό χαρακτήρα, διότι η οργάνωση πρέπει να σκοτώσει. Αν όχι, δεν υπάρχει, χάνει δύναμη και παρουσία, δεν είναι σε θέση να υπαγορεύει την πολιτική ατζέντα, κ.λπ.

Η γυναίκα του η Μπιτόρι επισκέπτεται συχνά το νεκροταφείο. Αυτή η επικοινωνία τη βοηθά να κρατήσει στη μνήμη τον άντρα της;


Εγώ εκλαμβάνω τις συνομιλίες της Μπιτόρι μπροστά από τον τάφο του συζύγου της ως μια ψυχολογική της διέξοδο, για να αποδυναμώσει τον θάνατο και να αισθανθεί λιγότερο μόνη. Επίσης, νιώθει την επιθυμία να αποτραπεί η αδικία που συνέβη σε αυτήν και στον σύζυγό της, και όχι να ξεχαστεί. Η γυναίκα αυτή φέρει ένα βαθύ τραύμα.

Τα παιδιά της αντιμετωπίζουν διαφορετικά την απώλεια του πατέρα τους. Για ποιον λόγο;


Ειλικρινά, πιστεύω ότι αυτή η ερώτηση θα πρέπει να σας απαντηθεί από κάθε αναγνώστη ξεχωριστά. Δεν είναι αλήθεια ότι υπάρχει μόνο μία δίκαιη ή ακριβής ανάγνωση, κι ότι αυτή μάλιστα είναι του συγγραφέα. Έχω διαβάσει ερμηνείες του μυθιστορήματός μου πολύ ανώτερες από ό,τι θα μπορούσα να πω εγώ για το ίδιο θέμα. Είναι πολύ ανθρώπινο να θέλουμε να κρατάμε κοντά μας τα αγαπημένα μας πρόσωπα με τη βοήθεια αναμνήσεων, γραπτών μαρτυριών, φωτογραφιών, επιτύμβιων επιγραφών κ.λπ. Είναι ένας τρόπος να δείξουμε στον εαυτό μας ότι τα αγαπήσαμε πραγματικά. Το οποίο δεν αναιρεί, βέβαια, ότι στο τέλος η λήθη πάντα θριαμβεύει.

Πόσο μεγάλη ήταν η κοινωνική πίεση πέρα από την τρομοκρατία;


Η τρομοκρατία δεν ήταν έργο τρελών ανθρώπων στη χώρα των Βάσκων. Ήταν ορθολογικώς οργανωμένη και είχε σημαντική κοινωνική στήριξη. Είχε εθνικιστική βάση. Ως εκ τούτου, χώριζε τους πολίτες σε υποστηρικτές της βασκικής υπόθεσης ή σε εχθρούς της. Η μακρά διάρκειά της οδήγησε επίσης στο να επηρεάσει όλους τους πολίτες, ακόμα και εκείνους που προσπάθησαν να μείνουν ουδέτεροι. Το κοινωνικό πλήγμα ήταν τρομερό κι επιδεινώθηκε από την κυριαρχία του φόβου. Δικαίως μιλάμε για μια ηθική κατάρρευση. Δεν υπήρχε άλλη αρχή από αυτό: είτε είσαι μαζί μου, είτε εναντίον μου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η συνύπαρξη είναι αδύνατη.

Η κατάσταση που ζούσε η κοινωνία του Σαν Σεμπαστιάν και που αφηγείστε στο μυθιστόρημα έμοιαζε με έναν κρυφό εμφύλιο;


Όχι, δεν υπήρξε κανένας εμφύλιος. Ζήσαμε μαζί ενωμένοι ενάντια στη δικτατορία του Φράνκο, του οποίου οι οπαδοί εξαφανίστηκαν τη νύχτα μετά τον θάνατό του. Είναι αυτονόητο ότι, από τη στιγμή που εξαφανίστηκε η ETA, η ηρεμία και η επιθυμία των Βάσκων ήταν να ζουν μαζί αρμονικά, να λύσουν τις πολιτικές τους διαφορές στα υπάρχοντα θεσμικά όργανα, των οποίων οι εκπρόσωποι εκλέγονται δημοκρατικά, συμπεριλαμβανομένων υποστηρικτών της ανεξαρτησίας της χώρας των Βάσκων. Δεν είναι λίγοι οι ιστορικοί που ισχυρίζονται ότι η ETA προσπάθησε να αντικαταστήσει μια δικτατορία με μια άλλη. Αυτή η προσπάθεια, η οποία ευτυχώς δεν τελεσφόρησε, άφησε περισσότερους από οχτώ εκατοντάδες νεκρούς, ανάμεσα στους οποίους και 22 παιδιά.

Στο βιβλίο σας περιγράφετε όσα συνέβησαν στη χώρα των Βάσκων από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 μέχρι το 2011. Έχει γιατρέψει ο χρόνος όλες αυτές τις πληγές;


Οι πληγές δεν είναι κάτι αφηρημένο, ούτε θεραπεύονται με τα λόγια του ενός ή του άλλου πολιτικού. Όσοι προκάλεσαν αυτές τις πληγές θα ήθελαν να γυρίσουν γρήγορα τη σελίδα, για να ξεχαστούν γρήγορα τα εγκλήματά τους και ό,τι αυτά συνεπάγονται. Και ποιος δεν απομακρύνθηκε σε μια μάχη από τον πατέρα, τη μητέρα, από έναν γιο, έναν αδερφό; Ποιος και πώς θα θεραπεύσει την πληγή του; Εγώ δεν έχω καμία απάντηση. Αυτό που κάνω είναι να δείξω αλληλεγγύη και αγάπη στα θύματα, όποια κι αν είναι, όπως και αν σκέφτονται.

Μπορεί να υπάρξει συγχώρεση από τους συγγενείς των θυμάτων εκείνης της εποχής;


Όχι. Ίσως μεμονωμένα και χωρίς να γίνεται ευρέως γνωστό.

Η Πατρίδα γνώρισε μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2017 στην Ισπανία. Τι σημαίνουν όλα αυτά για εσάς;


Εγώ δεν γράφω για να κερδίζω βραβεία. Τώρα, αν μου τα παραχωρούν, πηγαίνω να τα παραλάβω και να πω ευχαριστώ. Θεωρώ τα βραβεία ως μια χειρονομία αναγνώρισης για κάτι που κάποιος έχει προσφέρει σε άλλους, κάτι που κρίνεται ουσιαστικό, ακόμη και συναρπαστικό. Αυτό είναι όλο. Σκέφτομαι επίσης τους γονείς μου, οι οποίοι παίρνουν μεγάλη χαρά που το παιδί τους κερδίζει βραβεία και βγαίνει στις εφημερίδες.

Η Πατρίδα πρόκειται να γίνει τηλεοπτική σειρά από το HBO µέσα στο 2019. Είσαστε θετικός στη μεταφορά των λογοτεχνικών έργων στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση;


Φυσικά, εφόσον κάποιος έχει απόλυτη εμπιστοσύνη σε όσους πρόκειται να εκτελέσουν το έργο, όπως στην περίπτωση της Πατρίδας, όπου, παρεμπιπτόντως, η HBO έχει αναλάβει πλήρως τη χρηματοδότηση και τη διεθνή διανομή. Η αφηγηματική ευθύνη βαρύνει τον Aitor Gabilondo και την παραγωγό του. Ήμουν σε θέση να παρακολουθήσω ένα γύρισμα και εντυπωσιάστηκα πάρα πολύ. Είδα ένα επεισόδιο στην οθόνη που μου φάνηκε υπέροχο, τόσο για την αλήθεια του όσο και για την αισθητική του ποιότητα. Ονειρεύομαι την ημέρα που θα μπορώ να παρακολουθήσω ολόκληρη τη σειρά.

Υπάρχουν κοινά στοιχεία ανάμεσα στους Έλληνες και τους Ισπανούς;


Θα ήταν περίεργο δύο μεσογειακές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μην είχαν κοινά στοιχεία. Υπάρχουν πολλά, αλλά θα επισημάνω ένα που μοιραζόμαστε και με τους Ιταλούς και τους Γάλλους: είναι ένα είδος συμπλέγματος κατωτερότητας που αποκτάμε από τη γέννησή μας, ζώντας σε εδάφη γεμάτα ιστορικά μνημεία, μαρτυρίες ενός λαμπρού παρελθόντος απέναντι στο οποίο αισθανόμαστε μικροί και κατώτεροι.

Πριν από λίγο καιρό επισκεφθήκατε την Αθήνα, για να μιλήσετε για το έργο σας, στο πλαίσιο του φεστιβάλ ΛΕΑ. Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας;


Έμεινα μόνο πέντε μέρες, δεν είναι μεγάλο διάστημα. Το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες της Συνθήκης του Σένγκεν υποδήλωσε για μένα, κατά την άφιξή μου στο αεροδρόμιο, ένα είδος καλωσορίσματος. Δεν είμαι Έλληνας, αλλά ένιωσα σαν στο σπίτι μου όταν έφτασα στην Ελλάδα. Θυμάμαι την έντονη ζέστη, την εγκαρδιότητα των Ελλήνων και τον προβληματισμό τους πριν από τις εκλογές. Θυμάμαι επίσης την εισβολή των τουριστών. Δεν θα ξεχάσω μία εικόνα: ανθρώπους που καπνίζουν μέσα σε ένα εστιατόριο. Κάποιος μου είπε αποχαιρετώντας με ότι όποιος επισκέπτεται την Αθήνα επιθυμεί να επιστρέψει κάποτε – και όντως έτσι είναι. Θα επιστρέψω το συντομότερο δυνατό. Η συμπάθειά μου για την Ελλάδα είναι απέραντη.

Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες μας που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;


Απ. Τίποτα. Δε χρειάζεται ο συγγραφέας να ωραιοποιεί τη δουλειά του. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τους ευχηθώ καλή ανάγνωση – και εύχομαι να μην τους απογοητεύσω.

Μετάφραση από τα ισπανικά: Βασίλης Κοκκινέλης


diastixo.gr
img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

    img