Αναρτήθηκε στις:06-12-19 11:37

Η βυζαντινή τέχνη (4ος – 6ος αιώνας μΧ) και η Αγία Σοφία


Γράφει ο Νικόλαος Στούμπος


Τα μνημεία της βυζαντινής τέχνης κατά τον 40- 6ο αιώνα μ.Χ. παρουσιάζουν ένα σύνολο περίπλοκο με σημαντικές τοπικές ιδιομορφίες.

Μεγάλη εντύπωση προκαλεί ο πλούτος της δημιουργικής φαντασίας, η ευστροφία σχετικά με την εύρεση νέων λύσεων, που συνδυάζεται με τις εξαιρετικές ικανότητες των καλλιτεχνών τόσο στην επιλογή και στο συνδυασμό των υλικών όσο και στα ζητήματα χώρου και φωτισμού, με κύριο χαρακτηριστικό τη μεγαλοφροσύνη που ενέπνεε τα έργα της εποχής. Η σημασία της χριστιανικής τέχνης κατά την περίοδο αυτή υπήρξε τεράστια για ολόκληρη τη μεταγενέστερη χριστιανική τέχνη, γιατί τότε άρχισαν να μπαίνουν σε εφαρμογή οι τύπου των ναών και να αποκρυσταλλώνονται βαθμιαία οι καλλιτεχνικές αντιλήψεις που θα κυριαρχήσουν κατά το Μεσαίωνα.

Η έξαρση της πνευματικής δημιουργικότητας κατά τον 5ο αιώνα δεν άφησε ανεπηρέαστη την καλλιτεχνική δημιουργία. Τα παλαιότερα αξιόλογα δείγματα της βυζαντινής τέχνης, με διακριτό ύφος, εμφανίστηκαν στο τέλος του 3ου αιώνα. Στη συνέχεια, η χριστιανική τέχνη κατόρθωσε να αναπτυχθεί ελεύθερα, αλλά όχι ανεξάρτητα από την αρχαία τέχνη. Ύστερα, από το διωγμό των Χριστιανών, οι καλλιτέχνες με τη φλόγα της πίστης και τη δύναμη του συναισθήματος, οδηγήθηκαν σε εκπληκτικά ευρήματα που αναδύθηκαν από το βάθος της ψυχής τους. Κινήθηκαν κάτω από την επίδραση προτύπων αλλά και κάτω από την ελευθερία του συναισθήματός τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι η τέχνη τους ήταν επηρεασμένη από την ελληνική και τη ρωμαϊκή παράδοση, αλλά η υπεροχή και η εκφραστική της ενότητα προήλθε από την Κωνσταντινούπολη. Στην Πόλη, όπως και σ’ άλλες πόλεις της Αυτοκρατορίας (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Θεσσαλονίκη κλπ) έγιναν όλες εκείνες οι διεργασίες και συγχωνεύθηκαν όλα εκείνα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την ελληνική βυζαντινή τέχνη. Μια τέχνη που εκφράζει τον ένα Θεό και υπηρετεί τις ανάγκες της λατρείας. Μια τέχνη εσωτερική, αγωνιώδης αλλά ελπιδοφόρα. Μια τέχνη, όπου οι πλαστικές μορφές υποχωρούν μπροστά στην αυστηρότητα της γραμμής και όπου το τρισδιάστατο ανατρέπεται από την επίπεδη παράσταση των προσώπων. Μια τέχνη τέλος που εξαϋλώνει το ανθρώπινο σώμα, που αφαιρεί την ύλη, γιατί μοναδικός της στόχος είναι η σωτηρία της ψυχής. Με τον τρόπο αυτό σώματα αιωρούνται μέσα σ’ ένα χώρο πνευματικό, καθώς αυτά δεν υποβαστάζονται και δεν έχουν ούτε όγκο ούτε βάρος.

Το πλήθος και η αξία των οικοδομημάτων που κτίστηκαν κατά την περίοδο αυτή είναι προσαρμοσμένα με τρόπο θαυμαστό στο λειτουργικό τους προορισμό. Τεράστια εντύπωση προκαλεί ο πλούτος της δημιουργικής φαντασίας. Νέες πρωτόγνωρες τεχνικές λύσεις επινοούνται. Νέες ευαισθησίες παρουσιάζονται από τους καλλιτέχνες τόσο στην επιλογή των υλικών όσο και στα ζητήματα του φωτισμού, του χρώματος και της εκφραστικής γραμμής. Πρόκειται για μνημειώδη έργα που εμπνεύστηκαν από ένα γενικότερο πνεύμα μεγαλοφροσύνης. Δύο είναι οι θεμελιώδεις αρχιτεκτονικοί ναοί που ξεχωρίζουν την περίοδο αυτή. Ο τύπος της βασιλικής και ο τύπος του περίκεντρου κτιρίου.

Στην ιστορία της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής δημιουργήθηκε στη συνέχεια μια νέα μνημειώδης έκφραση. Δημιουργήθηκε ο τύπος της τρουλωτής βασιλικής, με ανεπανάληπτο καλλιτεχνικό επίτευγμα το Ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Πρώτη η Ελλάδα συνδυάζει τον τρούλο με τον παλαιό τύπο της βασιλικής. Στην τρουλωτή βασιλική ο ναός τινάζεται προς τα επάνω, θαρρείς και φιλοδοξεί να φθάσει στον ουρανό και ξαφνικά καμπυλώνεται μπροστά στην άφθαστη απεραντοσύνη, γίνεται θόλος και κατεβάζει στην κορυφή του τον Παντοκράτορα. Στη βυζαντινή τέχνη υπάρχει η συμφιλίωση του περιορισμένου με το απεριόριστο, του ανθρώπου με το Θεό. Αυτή η μνημειώδης έκφραση βρίσκει στην τελείωσή της στο Ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη που αποτελεί το πιο τολμηρό και το πιο πρωτότυπο παράδειγμα βασιλικής με τρούλο, που συνδυάζει την τέλεια κατασκευή με το αίσθημα του μεγαλείου. Το Ναό σχεδίασαν και κατασκεύασαν δύο Έλληνες αρχιτέκτονες, ο Ανθέμιος και ο Ισίδωρος, με εντολή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Το χτίσιμο κράτησε πέντε χρόνια (532-537 μ.Χ.). στο διάστημα αυτό χιλιάδες τεχνίτες και εργάτες δούλεψαν με σπάνια, πολύτιμα και δυσεύρετα υλικά, που μεταφέρθηκαν απ’ όλες τις περιοχές της Αυτοκρατορίας.

Από τις αμέτρητες περιγραφές του μνημείου που υπάρχουν, λάμπει η κλασική του αξία. Στην Αγία Σοφία «ο πνευματικός χαρακτήρ της βυζαντινής τέχνης εύρε την τελειοτάτην του έκφρασιν». Πολύχρωμα μάρμαρα, πεσσοί, κίονες, ορθομαρμαρώσεις, χρυσός, ψηφιδωτά, τρούλος, θόλοι, τόξα, δανδελωτά κιονόκρανα, γείσα, κιονοστοιχείες, τα 100 παράθυρα που φέρνουν το δυνατό φως, οι φωτοσκιάσεις, όλα διαλύουν τους όγκους, εξαϋλώνουν την ύλη, χαρίζουν την αιώνια ομορφιά της τελειότητας. Αλλά και η πρώτη περιγραφή του ναού που έγινε από τον Παύλο Σιλεντιάριο (Βυζαντινό αξιωματούχο) τον 6ο αιώνα μ.Χ. μας μεταφέρει κατευθείαν στην καρδιά αυτού του μαγικού κόσμου του φωτός: «Ο κυρίως ναός είναι σαν παγώνια, με τα φτερά του πλουμισμένα με εκατό μάτια. Από το απέραντο χρυσό του θόλου διακόπτεται παρά αμονάχα απ’ το αστραποβόλημα των πολύτιμων λίθων. Το βράδυ από το ναό αντανακλάται ένα τέτοιο φως που θα πίστευε κανείς ότι είναι ήλιος νυχτερινός. Η αστραφτερή νύχτα χαμογελά όσο και η μέρα: μοιάζει κι αυτή να έχει τριανταφυλλένια πόδια. Ο θαλασσοπόρος δεν έχει ανάγκη από άλλο φάρο: του αρκεί να κοιτάξει το φως το ναού». (Η αποθέωση της ιστορίας Κ. Παπαϊωάννου, σελ. 108).

img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ